Λειτουργούν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας;

Από τότε που η Ρωσία εισέβαλλε στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει έξι πακέτα κυρώσεων, που περιλαμβάνουν οικονομικές κυρώσεις, συγκεκριμένα μέτρα κατά ατόμων, περιορισμούς σε ρωσικά μέσα ενημέρωσης αλλά και άλλα διπλωματικά μέτρα, ενώ κυρώσεις επιβλήθηκαν και στη Λευκορωσία.

Ειδικότερα, η ΕΕ έχει παγώσει τα περιουσιακά στοιχεία δεκάδων ρώσων ολιγαρχών και αξιωματούχων, ενώ έχει επιβάλει κυρώσεις και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αποκόπτοντας πολλές ρωσικές τράπεζες από τις αγορές της Ευρώπης. Επίσης, έχει επιβάλει κυρώσεις στις ρωσικές μεταφορές, στην ενέργεια, στην Άμυνα, ενώ έχει απαγορεύσει εισαγωγές και εξαγωγές πρώτων υλών και άλλων αγαθών.

Στόχος των κυρώσεων είναι να περιοριστεί η δυνατότητα του Κρεμλίνου να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο, και σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η ΕΕ να προκληθεί «οικονομικό και πολιτικό κόστος στην πολιτική ελίτ της Ρωσίας που είναι υπεύθυνη για την εισβολή». Έχουν επιτύχει όμως τον στόχο τους;

Το περιοδικό Spiegel, αναφέρει πως η υιοθέτηση αυτών των τόσο μεγάλων κυρώσεων, έχει αλλάξει ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της ΕΕ. Από μια οικονομική Ένωση, μετατρέπεται σε μια συμμαχία για την ασφάλεια, επεκτείνοντας δυναμικά την επιρροή που έχει στα κράτη – μέλη.

Είχε προετοιμαστεί το Κρεμλίνο; 

Παρότι οι συναντήσεις αξιωματούχων της ΕΕ που προηγήθηκαν των κυρώσεων είχαν ως στόχο την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία «υψηλού κόστους», ταυτόχρονα με την «ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων συνεπειών για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις» της Ένωσης, το Κρεμλίνο φαίνεται πως προετοιμαζόταν για τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση εδώ και μεγάλο διάστημα, όπως σημειώνει το γερμανικό περιοδικό. 

Μήνες νωρίτερα, οι ενεργειακές εταιρείες της Ρωσίας είχαν αρχίσει να μειώνουν τη ροή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, αφήνοντας τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης μερικώς γεμάτες, ενώ οι προβλέψεις υποδείκνυαν πως τα αποθέματα δεν θα έφταναν για όλο το χειμώνα.

Μάλιστα, όπως αναφέρει το Spiegel, ομάδες εμπειρογνωμόνων από την ΕΕ και την Ουάσινγκτον βρίσκονταν σε διαρκή επικοινωνία και μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, ένα μήνα δηλαδή πριν την εισβολή της Ρωσίας, είχαν παρουσιάσει σε γενικές γραμμές τις κυρώσεις που θα υιοθετούσαν. Πολλοί διπλωμάτες πάντως δεν πίστευαν πως ο Πούτιν όντως θα εισβάλλει στην Ουκρανία.

Όταν όμως τελικά το χειρότερο σενάριο επαληθεύτηκε, πολλές ανησυχίες παραμερίστηκαν και πακέτα κυρώσεων επιβλήθηκαν σε χρόνο ρεκόρ. Όπως μάλιστα το έθεσε ένας διπλωμάτης στο περιοδικό: «Πρώτη μέρα: Ανακοίνωση. Δεύτερη μέρα: Συζήτηση. Τρίτη μέρα: Υιοθεσία».

Το πιο δύσκολο κομμάτι όμως θα είναι η διατήρηση των κυρώσεων, δεδομένου πως κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, την ώρα που χώρες της ΕΕ είναι εξαρτημένες σε μεγάλο βαθμό από τα ρωσικά καύσιμα.

Το αποτέλεσμα
 
Το Spiegel επισημαίνει πως το σημαντικότερο πλήγμα στη Ρωσία ήταν ουσιαστικά οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Κεντρική Τράπεζα, οι οποίες «πάγωσαν» 600 δις. δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα που διέθετε, παρότι δεν συμμερίζονται όλοι οι αναλυτές την ίδια άποψη. «Κανείς δεν το είδε να έρχεται», δήλωσε αργότερα ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ.

Το Κρεμλίνο φαινόταν να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε αυτόν τον «οικονομικό πόλεμο». Περίπου το 30% των εξαγωγών της Ρωσίας κατευθυνόταν στην Ευρώπη, ενώ μόλις το 6% των ευρωπαϊκών εξαγωγών προοριζόταν για τη Ρωσία.

Ωστόσο, το Κρεμλίνο κατάφερε ως ένα βαθμό να μετριάσει τις επιπτώσεις. Για παράδειγμα, ο Πούτιν υπονόμευσε την απαγόρευση προμήθειας ευρωπαϊκών και αμερικανικών τεχνολογικών αγαθών, νομιμοποιώντας την παράλληλη εισαγωγή υπολογιστών, smartphones και ανταλλακτικών αυτοκινήτων από τρίτες χώρες. 

Όσον αφορά τις οικονομικές κυρώσεις, η Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια και απαίτησε από πολίτες και εταιρείες να ανταλλάσσουν τα περισσότερα  από τα κέρδη που προέρχονταν από το εξωτερικό σε ρούβλια. Ως αποτέλεσμα, η συναλλαγματική ισοτιμία του έφτασε πάνω από το επίπεδο που βρισκόταν στις αρχές του έτους.

Πάνω απ’ όλα όμως, όπως τονίζει το Spiegel, το Κρεμλίνο επωφελήθηκε από τις αυξανόμενες τιμές της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, τις οποίες τροφοδότησε και η Δύση με τις απειλές για μποϊκοτάζ.

Ειδικά η τιμή του φυσικού αερίου έχει σχεδόν διπλασιαστεί τις τελευταίες 30 μέρες, με το ολλανδικό φυσικό αέριο (TTF) που αποτελεί σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση να εκτοξεύεται την Δευτέρα 4 Αυγούστου στα 162,38 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το υψηλότερο επίπεδο από τον περασμένο Μάρτιο.

Οι Βρυξέλλες πάντως θεωρούν αποτελεσματικές τις κυρώσεις, αναφέροντας πως η οικονομική αποδοτικότητα της Ρωσίας αναμένεται να υποχωρήσει κατά 10% φέτος και οι ιδιωτικές επενδύσεις πιθανώς περισσότερο από 20%.

Τέσσερις μήνες μετά λοιπόν, φαίνεται πως η οικονομική σύγκρουση η οποία συντελείται παράλληλα με τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, έχει μετατραπεί σε ένα πόλεμο φθοράς. Πρόσφατα η G7 επαίνεσε τη Δύση για τα μέτρα που πήρε, ενώ οι Ρώσοι υποστηρίζουν πως περαιτέρω αυξήσεις στην ενέργεια θα οδηγήσουν μεγάλα τμήματα της Ευρώπης στη φτώχεια.

Υπάρχει νικητής;

Σύμφωνα με όσα λέει στο Spiegel ο Gabriel Felbermayr, επικεφαλής του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών στη Βιέννη, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει «νικητής». «Η Ρωσία δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτή την αποσύνδεση από τη τεχνολογία της Δύσης μακροπρόθεσμα», τονίζει, ενώ από την άλλη αναφέρει πως η Μόσχα τα πάει καλύτερα από το αναμενόμενο.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, τα μέτρα εναντίον ρωσικών τραπεζών δεν είχαν κάποια τρομερή επίδραση, εξαιτίας της ύπαρξης πολλών «παραθύρων». Για παράδειγμα, το πάγωμα των εσόδων μπορεί να αντισταθμιστεί από την αύξηση των ενεργειακών εσόδων.

Επίσης, η Μόσχα έχει στραφεί σε άλλες αγορές για το πετρέλαιό της, όπως η Κίνα και η Ινδία. Η τελευταία το Μάρτιο αγόρασε 11 εκατ. βαρέλια ρωσικό πετρέλαιο, τον Απρίλιο άλλα 27 εκατ. βαρέλια και τον Μάιο 21 εκατ. βαρέλια. Εν ολίγοις, σε τρεις μήνες οι εισαγωγές της σε ρωσικό αργό έφτασαν τα 59 εκατ. βαρέλια, όταν το περασμένο έτος δεν ξεπέρασαν παρά τα 12 εκατ. βαρέλια.

Μάλιστα, ο ίδιος τονίζει πως η μεγαλύτερη αποτυχία της πολιτικής της Δύσης είναι το γεγονός πως δεν επέβαλλε κοινούς δασμούς στις εισαγωγές πετρελαίου από τη Μόσχα. Εάν το είχε κάνει αυτό, ο Felbermayar πιστεύει πως η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να έχουν εξαλείψει κάποια από τα πρόσθετα κέρδη της Ρωσίας.

Ο Μπγιορν Ζάιμπερτ πάντως, επικεφαλής του Γραφείου της Προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, τονίζει πως παράλληλα με το «οικονομικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει η Ρωσία», χρειάζονται κι άλλα μέτρα, όπως οι παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία, έτσι ώστε να αυξηθεί η πίεση.

Όλα αυτά, την ώρα που υπάρχουν φόβοι πως μετά το προγραμματισμένο κλείσιμο του Nord Stream για 10 μέρες για συντήρηση, στις 11 Ιουλίου, η Μόσχα δεν θα ανοίξει ξανά τον αγωγό, προκαλώντας ύφεση στην Ευρώπη τον χειμώνα…

Μοίρασε το άρθρο!