
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως καθρέφτης της Δύσης. Ο Μοντεσκιέ, η κριτική του Αλτουσέρ και το νεοοθωμανικό όραμα του Ερντογάν. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.
Ο Μοντεσκιέ, επιχειρώντας να διακρίνει τις μορφές διακυβέρνησης και να εντοπίσει τις αρχές που καθορίζουν τη λειτουργία τους, στράφηκε επανειλημμένα προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν ενδιαφέρθηκε όμως να συντάξει μια ολοκληρωμένη ιστορία της ούτε να εξετάσει με ακρίβεια τη διοικητική, οικονομική και κοινωνική της οργάνωση. Η Αυτοκρατορία τού ήταν κυρίως χρήσιμη ως παράδειγμα. Αποτελούσε το κράτος στο οποίο μπορούσε να αναγνωρίσει, σχεδόν στην καθαρή του μορφή, το πολίτευμα που ο ίδιος ονόμαζε δεσποτισμό. Με αυτόν τον τρόπο, μια σύνθετη ιστορική πραγματικότητα μετατράπηκε σταδιακά σε θεωρητικό υπόδειγμα.
Στη δημοκρατία, κατά τον Μοντεσκιέ, κινητήρια δύναμη είναι η πολιτική αρετή. Στη μοναρχία είναι η τιμή. Στον δεσποτισμό είναι ο φόβος. Όπως ένας κινητήρας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το κατάλληλο καύσιμο, έτσι και ένα πολίτευμα δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς την αρχή που αντιστοιχεί στη φύση του. Ο φόβος επομένως δεν αποτελεί απλώς ένα δυσάρεστο χαρακτηριστικό του δεσποτισμού. Αποτελεί τον ίδιο τον όρο της ύπαρξής του, το μέσο με το οποίο αναπαράγεται η υπακοή και εξουδετερώνεται κάθε αυτόνομη κοινωνική δύναμη.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζεται ως ένας απέραντος χώρος στον οποίο ένας άνθρωπος κυβερνά εκατομμύρια άλλους σύμφωνα με τη θέλησή του. Ανάμεσα στον σουλτάνο και στους υπηκόους του δεν παρεμβάλλονται, κατά τον Μοντεσκιέ, σταθερές και ανεξάρτητες δυνάμεις. Δεν υπάρχουν σώματα με δικά τους θεμελιωμένα δικαιώματα, τα οποία να μπορούν να περιορίσουν την κεντρική εξουσία. Δεν υπάρχει η δυτικοευρωπαϊκή αριστοκρατία, η οποία να αντλεί το κύρος και τα προνόμιά της από μια ιστορική τάξη πραγμάτων που προηγείται της βούλησης του μονάρχη. Υπάρχουν μόνο αξιωματούχοι των οποίων η δύναμη εξαρτάται από την εύνοια της κορυφής.
Ο μεγάλος βεζίρης μπορεί να διαθέτει τεράστια εξουσία, αλλά η εξουσία του είναι δανεική. Προέρχεται από τον σουλτάνο και μπορεί να αφαιρεθεί από αυτόν ανά πάσα στιγμή. Ο σημερινός πανίσχυρος αξιωματούχος μπορεί αύριο να χάσει το αξίωμά του, την περιουσία του, ακόμη και τη ζωή του. Η ανασφάλεια αυτή διαχέεται προς τα κάτω και μετατρέπεται σε γενικευμένη αρχή διακυβέρνησης. Κανένας δεν διαθέτει πραγματικά ασφαλή θέση, διότι κανένας δεν κατέχει εξουσία η οποία να μην εξαρτάται τελικά από την προσωπική βούληση του δεσπότη.
Στο σημείο αυτό διακρίνεται η διαφορά ανάμεσα στον Οθωμανό αξιωματούχο και στον ευγενή της μοναρχίας που υπερασπίζεται ο Μοντεσκιέ. Ο ευγενής δεν κατέχει απλώς ένα αξίωμα που του παραχωρήθηκε προσωρινά. Διαθέτει όνομα, κοινωνική θέση, ιδιοκτησία, προνόμια και δικαιώματα τα οποία δεν εξαρτώνται πλήρως από την εκάστοτε βούληση του βασιλιά. Υπηρετεί τον μονάρχη, αλλά δεν είναι δημιούργημά του. Μπορεί επομένως να αντιταχθεί σε ορισμένες απαιτήσεις του, όχι επειδή είναι δημοκράτης, αλλά επειδή υπερασπίζεται την τιμή, τη θέση και τα συμφέροντα της τάξης του.
Αντίθετα, στον οθωμανικό δεσποτισμό, όπως τον περιγράφει ο Μοντεσκιέ, η εξουσία κατέρχεται από την κορυφή προς τη βάση χωρίς να συναντά πραγματική θεσμική αντίσταση. Ο σουλτάνος φοβίζει τον βεζίρη, ο βεζίρης τον διοικητή, ο διοικητής τον κατώτερο υπάλληλο και η αλυσίδα του φόβου φτάνει μέχρι τον τελευταίο υπήκοο. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, παράδοση πολιτικής ελευθερίας ή αίσθηση ασφαλούς συμμετοχής στο κράτος. Υπάρχει μόνο η ανάγκη υπακοής. Ακόμη και εκείνος που ασκεί εξουσία παραμένει συγχρόνως φοβισμένος υπήκοος μιας ανώτερης εξουσίας.
Ο φόβος επιβάλλει την τάξη, αλλά δεν δημιουργεί πολιτική ζωή. Ο άνθρωπος δεν ενεργεί επειδή επιθυμεί το κοινό καλό ούτε επειδή υπερασπίζεται την τιμή της κοινωνικής του θέσης. Ενεργεί επειδή φοβάται την τιμωρία. Για τον λόγο αυτόν ο δεσποτισμός μπορεί να φαίνεται εξωτερικά ισχυρός, αλλά στο εσωτερικό του παραμένει εύθραυστος. Όταν τα πάντα εξαρτώνται από μία θέληση, η αδυναμία της κορυφής μεταφέρεται αμέσως σε ολόκληρο το οικοδόμημα. Η υποταγή αντικαθιστά τη συναίνεση, αλλά η υποταγή δεν γεννά διάρκεια όταν πάψει να είναι αποτελεσματικός ο φόβος.
Η ιδιοκτησία παρουσιάζεται επίσης ως ανασφαλής. Ο πλούτος δεν προστατεύεται από σταθερούς νόμους, αλλά βρίσκεται εκτεθειμένος στη βούληση του δεσπότη. Η οικονομική δραστηριότητα περιορίζεται, διότι κανένας δεν έχει σοβαρό λόγο να δημιουργήσει και να συσσωρεύσει πλούτο όταν δεν γνωρίζει αν θα τον διατηρήσει. Ο φόβος μπορεί να εξασφαλίσει την καταβολή φόρων και την εκτέλεση διαταγών, δεν μπορεί όμως να καλλιεργήσει εμπιστοσύνη, πρωτοβουλία και διάρκεια. Η πολιτική αυθαιρεσία μετατρέπεται έτσι σε οικονομική αβεβαιότητα.
Η εικόνα είναι ισχυρή. Είναι όμως και υπερβολικά καθαρή. Και ακριβώς εδώ αρχίζει η κριτική του Λουί Αλτουσέρ.
Όταν η Κωνσταντινούπολη οδηγεί στις Βερσαλλίες
Ο Αλτουσέρ δεν αρκείται να εξετάσει αν ο Μοντεσκιέ περιέγραψε σωστά την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: γιατί ο Μοντεσκιέ είχε ανάγκη αυτή την εικόνα; Γιατί επέλεξε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως σχεδόν τέλειο υπόδειγμα του φόβου, της αυθαιρεσίας και της πολιτικής ισοπέδωσης; Η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στην Κωνσταντινούπολη και περισσότερο στη Γαλλία.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία γίνεται ένας μακρινός καθρέφτης μέσα στον οποίο ο Μοντεσκιέ μπορεί να δείξει τα χαρακτηριστικά της γαλλικής απόλυτης μοναρχίας χωρίς να συγκρουστεί ευθέως μαζί της. Μιλά για τον σουλτάνο, αλλά η προειδοποίησή του απευθύνεται στον Γάλλο βασιλιά. Καταδικάζει τον φόβο της Ανατολής, αλλά παρατηρεί με ανησυχία τη συγκέντρωση της εξουσίας στις Βερσαλλίες. Η γεωγραφική απόσταση του επιτρέπει να πλησιάσει ένα πολιτικά επικίνδυνο θέμα χωρίς να το κατονομάσει άμεσα.
Το μήνυμα είναι σαφές: εάν ο μονάρχης καταργήσει τις ενδιάμεσες εξουσίες, περιορίσει τα δικαιώματα της αριστοκρατίας, υποτάξει τα δικαστικά σώματα και μετατρέψει τους αξιωματούχους σε απλά όργανα της προσωπικής του βούλησης, δεν θα ενισχύσει τη μοναρχία. Θα καταστρέψει την ίδια την αρχή της και θα τη μετατρέψει σε δεσποτισμό. Η μοναρχία, σύμφωνα με τον Μοντεσκιέ, δεν ταυτίζεται με την ανεξέλεγκτη εξουσία ενός ανθρώπου. Χρειάζεται νόμους, κοινωνικούς βαθμούς, αριστοκρατικά σώματα και αναγνωρισμένα προνόμια. Χρειάζεται δυνάμεις που βοηθούν τον βασιλιά να κυβερνήσει, αλλά συγχρόνως τον εμποδίζουν να γίνει δεσπότης.
Ο οθωμανικός δεσποτισμός αποτελεί επομένως το αρνητικό της επιθυμητής μοναρχίας. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο σουλτάνος, μόνος απέναντι σε μια κοινωνία πολιτικά ισοπεδωμένων υπηκόων. Από την άλλη βρίσκεται ο βασιλιάς, ο οποίος κυβερνά μέσα από νόμους, αριστοκρατικά σώματα και ενδιάμεσες εξουσίες. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει φόβος. Στη δεύτερη τιμή. Στην πρώτη όλοι είναι ίσοι μέσα στην αδυναμία τους. Στη δεύτερη οι κοινωνικές διακρίσεις και τα ιδιαίτερα δικαιώματα εμποδίζουν την κορυφή να απορροφήσει ολόκληρη την πολιτική εξουσία.
Ο Αλτουσέρ αποκαλύπτει έτσι ότι η διάκριση ανάμεσα στη μοναρχία και στον δεσποτισμό δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Επιτρέπει στον Μοντεσκιέ να εμφανίσει τα αριστοκρατικά προνόμια όχι ως συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, αλλά ως αναγκαίους όρους της πολιτικής ελευθερίας. Η αριστοκρατία δεν παρουσιάζεται ως βάρος του παρελθόντος. Παρουσιάζεται ως ανάχωμα απέναντι στον δεσποτισμό. Η υπεράσπιση του ευγενούς μετατρέπεται, με τον τρόπο αυτόν, σε υπεράσπιση της κοινωνίας απέναντι στην αυθαιρεσία.
Πίσω λοιπόν από τη θεωρητική καταδίκη της οθωμανικής εξουσίας κρύβεται η πολιτική υπεράσπιση ενός κλονισμένου κόσμου: της γαλλικής αριστοκρατικής μοναρχίας. Ο Μοντεσκιέ αντιτίθεται στην απόλυτη εξουσία του βασιλιά, όχι επειδή επιδιώκει την κατάργηση της κοινωνικής ιεραρχίας, αλλά επειδή θέλει να διατηρήσει τις δυνάμεις που βρίσκονται ανάμεσα στον θρόνο και στον λαό. Ο δεσποτισμός είναι επικίνδυνος και για τον ίδιο τον μονάρχη, επειδή, καταστρέφοντας την αριστοκρατία, εξαφανίζει το ανάχωμα που τον προστατεύει από τις λαϊκές μάζες.
Τα όρια της εικόνας του Μοντεσκιέ
Η αλτουσεριανή κριτική δεν σταματά στην αποκάλυψη της πολιτικής σκοπιμότητας. Αγγίζει και την επιστημονική συνέπεια του Μοντεσκιέ. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι κάθε κοινωνία αποτελεί μια ολότητα. Οι νόμοι της συνδέονται με το κλίμα, το έδαφος, τη θρησκεία, την οικονομία, τα ήθη, το μέγεθος της επικράτειας και την ιστορική της διαδρομή. Κανένας θεσμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός απομονωμένος από το σύνολο των σχέσεων μέσα στο οποίο λειτουργεί.
Όταν όμως στρέφεται προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η πολυπλοκότητα αυτή υποχωρεί. Μια Αυτοκρατορία με διάρκεια αιώνων, τεράστια γεωγραφική έκταση, διαφορετικούς λαούς, θρησκευτικές κοινότητες, διοικητικές παραδόσεις και ποικίλες τοπικές εξουσίες περιορίζεται στο απλό σχήμα σουλτάνος–φόβος–υπακοή. Η κατηγορία του δεσποτισμού λειτουργεί σαν δοχείο στο οποίο τοποθετούνται διαφορετικές κοινωνίες της Ανατολής, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν σχεδόν όλες οι ιστορικές τους ιδιαιτερότητες.
Η πραγματική Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν μια αδιαμόρφωτη μάζα υπηκόων απέναντι σε έναν παντοδύναμο άνθρωπο. Διέθετε διοικητική ιεραρχία, ισλαμικό δίκαιο, ουλεμάδες, στρατιωτικά σώματα, θρησκευτικές κοινότητες, τοπικούς άρχοντες, φορολογικούς μηχανισμούς και παγιωμένες πρακτικές διαπραγμάτευσης. Ο σουλτάνος ήταν ισχυρός, αλλά δεν κυβερνούσε σε θεσμικό κενό. Η εξουσία του συναντούσε νομικά, θρησκευτικά, οικονομικά και πρακτικά όρια, ακόμη και όταν αυτά δεν είχαν τη μορφή των δυτικοευρωπαϊκών αριστοκρατικών δικαιωμάτων.
Η απουσία δυτικού τύπου φεουδαρχών δεν σημαίνει απουσία κάθε κοινωνικού και πολιτικού περιορισμού. Εδώ ο Μοντεσκιέ μετατρέπει τη διαφορετική οργάνωση της οθωμανικής κοινωνίας σε απόδειξη πολιτικής ανυπαρξίας. Επειδή δεν εντοπίζει τα σώματα που γνωρίζει από τη γαλλική ιστορία, συμπεραίνει ότι δεν υπάρχουν πραγματικές ενδιάμεσες δυνάμεις. Αξιολογεί έτσι την Ανατολή με μέτρο μια συγκεκριμένη δυτικοευρωπαϊκή ιστορική εμπειρία και παρουσιάζει τη διαφορετικότητα ως έλλειμμα.
Θα λέγαμε λοιπόν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία του Μοντεσκιέ είναι λιγότερο ιστορική πραγματικότητα και περισσότερο θεωρητική κατασκευή. Δεν περιγράφει ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Επιλέγει τα στοιχεία που χρειάζεται για να σχηματίσει τον καθαρό τύπο του δεσποτισμού. Η μέθοδός του, που σε άλλα σημεία αναζητεί την πολυπλοκότητα και την αλληλεξάρτηση των κοινωνικών σχέσεων, υποχωρεί εδώ μπροστά στις ανάγκες της πολιτικής του επιχειρηματολογίας.
Και όμως, η κριτική αυτή δεν ακυρώνει πλήρως τη σκέψη του. Ο Μοντεσκιέ εντοπίζει ένα πραγματικό πολιτικό πρόβλημα: η μεγάλη συγκέντρωση εξουσίας, η ανασφάλεια των αξιωματούχων, η περιορισμένη αυτονομία των θεσμών και η χρήση του φόβου ως μέσου διακυβέρνησης μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τη λειτουργία ενός κράτους. Το σφάλμα του βρίσκεται στην αναγωγή μιας σύνθετης ιστορικής κοινωνίας σε έναν και μοναδικό μηχανισμό και στη μετατροπή μιας υπαρκτής αυταρχικής τάσης σε αναλλοίωτη ουσία ολόκληρου του οθωμανικού κόσμου.
Από τον οθωμανικό δεσποτισμό στο νεοοθωμανικό όραμα
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν μεταφερθεί στη σημερινή Τουρκία και στο λεγόμενο νεοοθωμανικό όραμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο όρος χρειάζεται προσοχή. Δεν σημαίνει ότι η Τουρκία έχει διατυπώσει επίσημο πρόγραμμα ανασύστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ούτε ότι κάθε εξωτερική της ενέργεια προκύπτει από ένα ενιαίο αυτοκρατορικό σχέδιο. Περιγράφει περισσότερο τη συστηματική αξιοποίηση της οθωμανικής κληρονομιάς ως πηγής εθνικής ταυτότητας, πολιτικής νομιμοποίησης και περιφερειακής επιρροής.
Η σύγχρονη τουρκική εξωτερική πολιτική συνδυάζει οικονομικές σχέσεις, πολιτιστική διπλωματία, θρησκευτικά δίκτυα, στρατιωτική παρουσία και αναφορές σε μια κοινή ιστορική κληρονομιά. Η Τουρκία επιδιώκει ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, δηλαδή σε περιοχές που συνδέθηκαν κατά το παρελθόν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, η ίδια η τουρκική διπλωματική γλώσσα παρουσιάζει αυτή την πολιτική ως συμβολή στην ειρήνη, στη σταθερότητα και στην περιφερειακή συνεργασία, όχι ως επιστροφή στην αυτοκρατορική κυριαρχία. Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της ιστορικής αποστολής και στη γλώσσα της σύγχρονης διεθνούς νομιμότητας αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής αυτής.
Ο νεοοθωμανισμός λειτουργεί πρωτίστως ως επιλεκτική μνήμη. Από την Αυτοκρατορία συγκρατούνται το μεγαλείο, οι κατακτήσεις, η ισχύς, η θρησκευτική αποστολή και η δυνατότητα της Κωνσταντινούπολης να επηρεάζει έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο. Υποβαθμίζονται όμως οι ήττες, οι οικονομικές δυσλειτουργίες, οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι ανισότητες και οι αντιφάσεις μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής κοινωνίας. Η Ιστορία δεν μελετάται πλέον ως πεδίο αντιφάσεων. Μετατρέπεται σε αποθήκη συμβόλων από την οποία η εξουσία επιλέγει όσα χρειάζεται κάθε φορά.
Εδώ εμφανίζεται μία αξιοσημείωτη αντιστροφή. Ο Μοντεσκιέ χρησιμοποίησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως αρνητική εικόνα, ως τόπο φόβου και αυθαιρεσίας, ώστε να προειδοποιήσει τη γαλλική μοναρχία. Το σημερινό τουρκικό αφήγημα χρησιμοποιεί την ίδια Αυτοκρατορία ως θετική εικόνα ισχύος, δικαιοσύνης, τάξης και πολιτισμικής αποστολής. Στην πρώτη περίπτωση η Οθωμανική Αυτοκρατορία απλοποιείται για να καταδικαστεί. Στη δεύτερη απλοποιείται για να εξιδανικευθεί. Και στις δύο περιπτώσεις, η ιστορική πολυπλοκότητα υποχωρεί μπροστά στις ανάγκες της σύγχρονης πολιτικής.
Ο Ερντογάν δεν επικαλείται απλώς το παρελθόν. Το χρησιμοποιεί για να ενώσει θρησκευτικά συντηρητικά στρώματα με τον τουρκικό εθνικισμό, προσφέροντας μια κοινή αφήγηση ιστορικού μεγαλείου. Η οθωμανική κληρονομιά επιτρέπει στην πολιτική εξουσία να δηλώνει ταυτόχρονα ισλαμική, εθνική και παγκόσμια. Η Τουρκία δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα ακόμη εθνικό κράτος. Παρουσιάζεται ως κληρονόμος μιας μεγάλης πολιτισμικής δύναμης, η οποία δικαιούται να έχει λόγο πολύ πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα.
Η ρητορική αυτή δεν είναι άνευ πρακτικών συνεπειών. Ενισχύει την αντίληψη ότι η Τουρκία διαθέτει ιδιαίτερη ευθύνη για περιοχές, πληθυσμούς και κρίσεις που συνδέονται με το οθωμανικό παρελθόν. Η διπλωματία, η οικονομική παρουσία και η πολιτιστική επιρροή μπορούν βέβαια να αποτελέσουν θεμιτά μέσα μιας περιφερειακής δύναμης. Όταν όμως συνοδεύονται από εξιδανικευμένες αναφορές στην κατάκτηση, στην ιστορική αποστολή και στην αποκλειστική εκπροσώπηση ενός ολόκληρου πολιτισμού, δημιουργούν εύλογη δυσπιστία στους γειτονικούς λαούς. Η μνήμη της Αυτοκρατορίας δεν είναι κοινή και ευχάριστη για όλους όσοι έζησαν μέσα σε αυτήν.
Ο συγκεντρωτισμός πίσω από την αυτοκρατορική νοσταλγία
Η σημαντικότερη κριτική δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η αυτοκρατορική νοσταλγία συνδέεται με την εσωτερική συγκέντρωση της εξουσίας. Η πρόσφατη πολιτική εξέλιξη της Τουρκίας έχει ενισχύσει την προεδρική εξουσία και έχει περιορίσει τη θεσμική αυτονομία των ενδιάμεσων σωμάτων. Η προσωποποίηση της εξωτερικής πολιτικής γύρω από τον πρόεδρο συμβαδίζει με ένα νεοπατριμονιακό πρότυπο άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, όπως επισημαίνουν και σύγχρονες αναλύσεις της τουρκικής πολιτικής.
Εδώ ο Μοντεσκιέ επιστρέφει απρόσμενα και γίνεται επίκαιρος. Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι αν ένας ηγέτης φορά οθωμανικά σύμβολα, επικαλείται σουλτάνους ή παρουσιάζει τη χώρα του ως κέντρο ενός αναγεννημένου πολιτισμού. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχουν ανεξάρτητοι θεσμοί, ασφαλείς νόμοι και κοινωνικές δυνάμεις ικανές να περιορίσουν την εκτελεστική εξουσία. Υπάρχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Υπάρχει ελεύθερος δημόσιος λόγος; Μπορεί η αντιπολίτευση να διεκδικήσει ισότιμα την εξουσία; Μπορούν οι κρατικοί αξιωματούχοι να εφαρμόσουν τον νόμο χωρίς να εξαρτώνται από την προσωπική εύνοια της πολιτικής κορυφής;
Από αυτή την άποψη, το νεοοθωμανικό αφήγημα εμφανίζει μια βαθιά αντίφαση. Υπόσχεται την ανάκτηση ιστορικού μεγαλείου, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως νομιμοποίηση ενός κράτους περισσότερο συγκεντρωτικού και προσωποπαγούς. Παρουσιάζει την ισχυρή ηγεσία ως αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική αναγέννηση. Όμως όσο περισσότερο η χώρα ταυτίζεται με τον ηγέτη της, τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται η ιδέα ότι το κράτος αποτελεί θεσμική ολότητα που υπερβαίνει το πρόσωπο του κυβερνήτη.
Ο Μοντεσκιέ θα αναγνώριζε εδώ το παλαιό του ερώτημα: τι εμποδίζει έναν μονάρχη ή έναν πανίσχυρο πρόεδρο να μετατραπεί σε δεσπότη; Δεν αρκεί η ύπαρξη εκλογών, κοινοβουλίου και δικαστηρίων, εάν η πραγματική λειτουργία τους εξαρτάται από μία πολιτική βούληση. Η εξωτερική μορφή των θεσμών μπορεί να διατηρείται, ενώ η αρχή που τους δίνει ζωή έχει ήδη αποδυναμωθεί. Όπως θα έλεγε ο ίδιος, η μορφή μπορεί να παραμένει όρθια, ενώ η εσωτερική λειτουργία του πολιτεύματος έχει αρχίσει να μεταβάλλεται.
Ο Αλτουσέρ όμως θα πρόσθετε μια δεύτερη προειδοποίηση. Δεν αρκεί να αντιπαραθέσουμε στον σημερινό συγκεντρωτισμό κάποιον εξιδανικευμένο οθωμανικό θεσμικό πλουραλισμό. Τα ενδιάμεσα σώματα δεν είναι από τη φύση τους δημοκρατικά. Μπορεί να προστατεύουν κοινωνικές ελευθερίες, αλλά μπορεί επίσης να υπερασπίζονται προνόμια, ανισότητες και κλειστές ομάδες εξουσίας. Η πραγματική δημοκρατική απάντηση δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση του ενός ισχυρού προσώπου από μια συμμαχία προνομιούχων σωμάτων. Βρίσκεται στην ισονομία, στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας και στη συμμετοχή των πολιτών.
Η εργαλειοποίηση της Ιστορίας
Το νεοοθωμανικό αφήγημα χρειάζεται την Ιστορία, αλλά όχι πάντοτε την ιστορική επιστήμη. Χρειάζεται ένδοξες εικόνες, συμβολικές κατακτήσεις, θρησκευτικά φορτισμένες επετείους και ηγετικές μορφές που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρόγονοι της σημερινής εξουσίας. Δεν χρειάζεται στον ίδιο βαθμό τις γκρίζες ζώνες, τις αποτυχίες και τις εσωτερικές αντιφάσεις. Η Αυτοκρατορία παρουσιάζεται σαν να διέθετε μία ενιαία θέληση και έναν αμετάβλητο ιστορικό προορισμό.
Ωστόσο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν ένα σταθερό πολιτικό σώμα που διήρκεσε αμετάβλητο επί αιώνες. Μετασχηματίστηκε, συγκρούστηκε με τις ίδιες της τις δομές, διαπραγματεύτηκε με τοπικές εξουσίες, ενσωμάτωσε διαφορετικούς λαούς και προσπάθησε επανειλημμένα να μεταρρυθμίσει τον εαυτό της. Η ανάγνωσή της αποκλειστικά μέσα από το μεγαλείο του σουλτάνου υποβαθμίζει ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πολυπλοκότητά της. Καταλήγει μάλιστα, ειρωνικά, να επιβεβαιώνει την εικόνα του Μοντεσκιέ: ένας ηγέτης στην κορυφή και μια κοινωνία που εμφανίζεται μόνο ως προέκταση της βούλησής του.
Η σύγχρονη πολιτική χρήση της Αυτοκρατορίας οφείλει επίσης να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος έχει δικαίωμα να μιλά στο όνομα του οθωμανικού παρελθόντος; Μόνο το σημερινό τουρκικό κράτος; Οι λαοί των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής δεν αποτελούν επίσης κληρονόμους αυτής της κοινής, συχνά οδυνηρής ιστορίας; Η μετατροπή μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής εμπειρίας σε αποκλειστική ιδιοκτησία ενός σύγχρονου έθνους αποτελεί ιστορική συρρίκνωση, όχι αποκατάσταση της Ιστορίας.
Η Ανατολή που κατασκευάζει η Δύση και η Αυτοκρατορία που ανακατασκευάζει η Άγκυρα
Στην τελική αποτίμηση, ο Μοντεσκιέ δεν μελετά απλώς την Ανατολή. Την κατασκευάζει ως το αντίθετο της πολιτικής Δύσης που επιθυμεί. Η Ανατολή γίνεται ο τόπος του φόβου, της ακινησίας και της αυθαιρεσίας. Η ευρωπαϊκή μετριοπαθής μοναρχία γίνεται ο τόπος των νόμων, της τιμής και των θεσμικών περιορισμών. Η αντίθεση αυτή διευκολύνει την επιχειρηματολογία του, αλλά αποκρύπτει τόσο τη συνθετότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και τις αυταρχικές τάσεις των ευρωπαϊκών κρατών.
Το νεοοθωμανικό αφήγημα του Ερντογάν πραγματοποιεί την αντίστροφη, αλλά εξίσου επιλεκτική κίνηση. Ανακατασκευάζει την Αυτοκρατορία ως τόπο δικαιοσύνης, δύναμης, αρμονίας και πολιτισμικής αποστολής. Απομακρύνει από το προσκήνιο τον φόβο του Μοντεσκιέ, αλλά διατηρεί τη γοητεία της ισχυρής κορυφής. Αμφισβητεί την παλαιά δυτική καρικατούρα του παθητικού ανατολικού κόσμου, αλλά κινδυνεύει να την αντικαταστήσει με μια νέα καρικατούρα αυτοκρατορικής τελειότητας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η συμβολή του Αλτουσέρ. Μας καλεί να μη διαβάσουμε τις πολιτικές θεωρίες μόνο ως περιγραφές της πραγματικότητας, αλλά να αναζητούμε ποια κοινωνική δύναμη ωφελείται από αυτές. Πίσω από κάθε θεωρητική κατηγορία υπάρχει μια πολιτική τοποθέτηση. Πίσω από την καταδίκη του σουλτάνου διακρίνεται η υπεράσπιση του Γάλλου ευγενούς. Πίσω από τη σημερινή εξύμνηση των σουλτάνων μπορεί αντίστοιχα να διακρίνεται η ανάγκη μιας σύγχρονης εξουσίας να εμφανίσει τον εαυτό της ως ιστορικά αναγκαίο φορέα της εθνικής αναγέννησης.
Το τελικό παράδοξο του Μοντεσκιέ επανεμφανίζεται έτσι στη σύγχρονη Τουρκία με διαφορετική μορφή. Ο Μοντεσκιέ κατασκεύασε μια απλοποιημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προστατεύσει την αριστοκρατική μοναρχία. Ο νεοοθωμανισμός κατασκευάζει μια εξιδανικευμένη Αυτοκρατορία για να ενισχύσει τη σύγχρονη προεδρική εξουσία και τη διεθνή ακτινοβολία της Τουρκίας. Και στις δύο περιπτώσεις το παρελθόν δεν παραμένει παρελθόν. Επιστρατεύεται για να δώσει νομιμότητα σε μια πολιτική επιλογή του παρόντος.
Ο σουλτάνος του Μοντεσκιέ στεκόταν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η σκιά του έφτανε μέχρι τις Βερσαλλίες. Ο σουλτάνος της σημερινής πολιτικής μνήμης ανήκει στην Ιστορία, αλλά η σκιά του επιστρέφει στην Άγκυρα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε μόνο δεσποτική ή μόνο ένδοξη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος επιλέγει κάθε φορά τη μία εικόνα, ποια στοιχεία αποσιωπά και ποιο σημερινό καθεστώς επιχειρεί να νομιμοποιήσει μέσω αυτής.
Βιβλιογραφία
1. MONTESQUIEU, Charles-Louis de Secondat, The Spirit of the Laws, επιμ. και μτφρ. Anne M. Cohler, Basia Carolyn Miller και Harold Samuel Stone, Cambridge University Press, Cambridge, 1989.
Η βασική πρωτογενής πηγή για τη διάκριση δημοκρατίας, μοναρχίας και δεσποτισμού, καθώς και για τον φόβο ως αρχή του δεσποτικού πολιτεύματος. Cambridge bibliographic record
2. ALTHUSSER, Louis, Politics and History: Montesquieu, Rousseau, Marx, μτφρ. Ben Brewster, Verso, Λονδίνο–Νέα Υόρκη, 2007.
Η κύρια πηγή για την πολιτική ανάγνωση του Μοντεσκιέ: την υπεράσπιση της αριστοκρατίας, τη μοναρχία ως αντίθετο του δεσποτισμού και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως έμμεσο καθρέφτη της γαλλικής απολυταρχίας. Verso Books
3. ÇIRAKMAN, Aslı, «From Tyranny to Despotism: The Enlightenment’s Unenlightened Image of the Turks», International Journal of Middle East Studies, τόμ. 33, αρ. 1, 2001, σ. 49–68.
Ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο για τη μετάβαση της ευρωπαϊκής σκέψης από την έννοια της οθωμανικής «τυραννίας» στην κατασκευή του «ανατολικού δεσποτισμού» κατά τον Διαφωτισμό. Bilkent University Repository-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.
4. BARKEY, Karen, Empire of Difference: The Ottomans in Comparative Perspective, Cambridge University Press, Cambridge–Νέα Υόρκη, 2008.
Χρήσιμη για την κριτική της απλουστευμένης εικόνας του Μοντεσκιέ. Αναλύει την Αυτοκρατορία ως σύνθετο σύστημα διαπραγμάτευσης, κοινωνικών δικτύων, τοπικών εξουσιών και διαχείρισης της διαφορετικότητας. Bibliographic record
5. DAVUTOĞLU, Ahmet, Stratejik Derinlik: Türkiye’nin Uluslararası Konumu, Küre Yayınları, Κωνσταντινούπολη, 2001.
Πρωτογενής πηγή για τη θεωρία του «στρατηγικού βάθους»: η γεωγραφική θέση και η οθωμανική ιστορική κληρονομιά παρουσιάζονται ως βάσεις της σύγχρονης περιφερειακής ισχύος της Τουρκίας. Google Books
6. YAVUZ, M. Hakan, Nostalgia for the Empire: The Politics of Neo-Ottomanism, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2020.
Η πληρέστερη πηγή για την πολιτική της οθωμανικής νοσταλγίας, την επιλεκτική κατασκευή της ιστορικής μνήμης και τη χρησιμοποίησή της από τον Ερντογάν και το ΑΚΡ. Oxford University Press
7. ÇAĞAPTAY, Soner, Erdoğan’s Empire: Turkey and the Politics of the Middle East, I.B. Tauris, Λονδίνο, 2019.
Εξετάζει την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν, την επιδίωξη περιφερειακής αυτονομίας και την αξιοποίηση των ιστορικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών δεσμών της Τουρκίας με πρώην οθωμανικές περιοχές. Bloomsbury–I.B. Tauris
8. SPANISH INSTITUTE FOR STRATEGIC STUDIES, Neo-Ottomanism in Türkiye’s Foreign Policy, Analysis Paper 58/2025, Υπουργείο Άμυνας της Ισπανίας, Μαδρίτη, 2025.
-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


