
Αύγουστος. Ο βασιλιάς του καλοκαιριού. Ο μήνας που όλα, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, μπαίνουν για λίγο στην άκρη, οι ρυθμοί πέφτουν, οι πόλεις (σχεδόν) αδειάζουν και οι παραλίες γεμίζουν. Προφανώς διαβάζεις αυτό το άρθρο από το κινητό σου σε μια ξαπλώστρα, ή περιμένοντας το φαγητό να έρθει στην ταβέρνα, ή στην αυλή ενός εξοχικού με φίλους και συγγενείς που κάνουν μια συζήτηση που σου φαίνεται ανούσια.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΡΑΦΑΗΛ ΓΚΑΙΔΑΤΖΗΣ
Τι θα έλεγες να πάμε λίγο πιο πίσω χρονικά; Να σου θυμίσω πώς ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές όταν τις ζούσαμε πραγματικά και δεν προσπαθούσαμε κάθε στιγμή να την αποτυπώσουμε μετά μανίας σε φωτογραφίες και reels για να δείξουμε στους άλλους ότι περνάμε καλά και να κερδίσουμε μερικά likes, καρδούλες και followers.
Τι θα έλεγες να θυμηθούμε τα καλοκαίρια εκείνα που το μόνο που έπρεπε να… φορτίσεις ήταν οι «μπαταρίες» σου και όχι κάθε τρεις και λίγο να ψάχνεις πρίζα για να φορτίσεις το κινητό. Τότε που οι αποσκευές εκτός από τα ρούχα και τα μαγιό συνοδεύονταν πάντα από μια τράπουλα, ένα τάβλι, ένα επιτραπέζιο, οπωσδήποτε από έναν πάκο με κόμικς, ένα περιοδικό με σταυρόλεξα και φυσικά τη φωτογραφική μηχανή με τα φιλμ. Τότε που το τρανζιστοράκι έπαιζε μουσική στην παραλία κάτω από την ομπρέλα και τα βράδια σήκωνες την κεραία του και αναθεμάτιζες που δεν μπορούσες να σταματήσεις τη βελόνα στη συχνότητα που έπρεπε για να πιάσεις ΕΡΑ ΣΠΟΡ και να ακούσεις τι γίνεται στους φιλικούς αγώνες ή τα ευρωπαϊκά προκριματικά των ελληνικών ομάδων.
Τότε που η εφημερίδα ήταν ακόμη ο «βασιλιάς» της ενημέρωσης και «ταξίδευε» στην παραλία χέρι με χέρι πριν επιστρέψει ξανά στον αρχικό κάτοχο.
Τότε που ο χάρτης ήταν διπλωμένος στο συρταράκι του αμαξιού ή απλωμένος στα πίσω καθίσματα με τους συνεπιβάτες να δίνουν οδηγίες για το πού πρέπει να στρίψεις. «Μου είπε ο μπαρμπά Στέργιος μόλις δούμε τον μεγάλο πλάτανο να κάνουμε όλο αριστερά…». Τρομερές οδηγίες, άσχετα που όλος ο δρόμος ήταν γεμάτος με πλατάνια. Αλλά και πάλι ρε φίλε, δεν χανόσουν ποτέ.
Σταματούσες, ρωτούσες έναν περαστικό. Ενώ τώρα θα ακούσεις το gps να σου λέει κατευθυνθείτε βορειανατολικά και ψάχνεις να δεις εάν έχεις πυξίδα για να δεις που στο καλό πρέπει να πας. Και μόλις έφτανες στον προορισμό σου να ψάξεις να βρεις κανένα διαθέσιμο καρτοτηλέφωνο. Να πάρεις στο σπίτι να πεις «φτάσαμε όλα καλά» και να το κλείσεις στα γρήγορα για να μην τελειώσουν οι μονάδες της κάρτας. Δε νοσταλγείς τα καλοκαίρια που δεν υπήρχε το WiFi; Που δεν υπήρχε το Instagram; Που δεν υπήρχαν stories, likes, notifications; Και όμως οι διακοπές μας ήταν πιο γεμάτες. Οι ώρες κυλούσαν διαφορετικά. Ένα επιτραπέζιο παιχνίδι μπορεί να κρατούσε όλο το απόγευμα.
Δε θα το διέκοπτε ένα τηλεφώνημα, ένα σκρολάρισμα την ώρα που παίζουν οι υπόλοιποι. Μια παρτίδα τάβλι μπορούσε να εξελιχθεί σε ολόκληρο τουρνουά αν ήσουν σε μια παραλία ή σε ένα κάμπινγκ. Η τράπουλα το βράδυ έβγαινε σε κάθε τραπέζι. Τα γέλια θα σκέπαζαν μέχρι και σήμερα κάθε ήχο ειδοποίησης από τα social media. Τα πρωινά στην παραλία ή τα μεσημέρια στην αυλή διάβαζες βιβλία, γελούσες με τις σκηνές των κόμικς, έλυνες σταυρόλεξα. Αλλά ήσουν εκεί αφοσιωμένος.
Όχι μια σελίδα διάβασμα και μετά κοίταγμα στο κινητό για μισή ώρα και άντε μετά ξανά μια σελίδα διάβασμα και πάλι να σταματήσεις για να κάνεις story ένα απόφθεγμα που διάβασες και θέλεις να το μοιραστείς με τους «φίλους» σου. Οι φωτογραφίες είχαν άλλη αξία. Δεν ήξερες καταρχάς αν αυτό που έβγαζες θα τυπωνόταν κιόλας.
Πόσα φιλμ δεν είχαν καεί, πόσες φωτογραφίες βγήκαν με δάχτυλο μπροστά στην οθόνη. Σε πόσες από αυτές είχες κλειστά μάτια. Αλλά και πάλι δε σε ένοιαζε! Τις βλέπεις ακόμη και γελάς, θυμάσαι τη στιγμή. Τώρα, τραβάς 100 φωτογραφίες από το ίδιο σημείο για να κρατήσεις τελικά τη μία. Και μετά από λίγους μήνες να τη δεις και να μη θυμάσαι καν που ήσουν. Βάζεις φίλτρα, διορθώνεις τις ατέλειες. Όχι για να αρέσει σε σένα, αλλά για να αρέσει στους άλλους που θα τη μοιραστείς.
Δεν υπήρχε η «αγωνία» του αν θα πάρω 20 ή 30 like μέσα σε δύο λεπτά. Υπήρχε η ανυπομονησία του να τραβήξεις τις φωτογραφίες σου και μετά από εβδομάδες που θα επέστρεφες στην πόλη να πήγαινες το φιλμ στο τοπικό φωτογραφείο για να σου τις εμφανίσει. Και μετά να τις πας χαρούμενους σε φίλους και συγγενείς να τις δείχνεις και να τους διηγήσε την ιστορία πίσω από κάθε κλικ. Τα βράδια δεν τα περνούσαμε σκυμμένοι γύρω από μια οθόνη. Καθόμασταν γύρω από ένα τραπέζι. Με αντικουνουπικό και μια ζακέτα στους ώμους για όταν έβγαζε λίγη ψύχρα.
Με συζητήσεις μέχρι το ξημέρωμα κάτω από τα αστέρια με ανθρώπους που μόλις είχες γνωρίσει και δεν ήξερες και αν θα ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου. Οι φιλίες τότε ξεκινούσαν με ένα απλό «Γεια σου είμαι ο τάδε». Όχι από ένα follow στο instagram. Κανείς δεν ένιωθε την ανάγκη να αποδείξει ότι περνάει καλά. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Όταν έρθει το φαγητό στο τραπέζι, πριν τελειώσει το ηλιοβασίλεμα, όλα γίνονται story μέσα σε δευτερόλεπτα. Πολλές φορές μοιάζει πρώτα να νοιαζόμαστε τι θα δουν οι άλλοι, παρά εμείς να ζήσουμε τη στιγμή.
Δε νοσταλγούμε έναν κόσμο χωρίς τεχνολογία. Φυσικά και είναι τεράστιες οι δυνατότητες που μας προσφέρει. Αλλά νοσταλγούμε έναν κόσμο που η προσοχή μας ήταν στραμμένη στους ανθρώπους που καθόταν δίπλα μας και όχι να τους αγνοούμε για να κοιτάζουμε μια οθόνη. Ίσως οι καλοκαιρινές διακοπές τότε να μην ήταν καλύτερες επειδή δεν υπήρχαν τα social media. Ίσως να ήταν καλύτερες επειδή ήμασταν πραγματικά ΕΚΕΙ. Δεν μετρούσαμε τις στιγμές σε προβολές και like. Τις μετρούσαμε σε γέλια, κερδισμένες παρτίδες τάβλι, βουτιές, παγωτά που τρώγαμε, βόλτες χωρίς προορισμό, σε ιστορίες που μας μένουν αξέχαστες μέχρι και σήμερα.
Πόσο ακόμη μας έμεινε από το φετινό καλοκαίρι; Τι θα έλεγες να αφήσεις για λίγο το κινητό στην άκρη. Όχι απαραίτητα για να ξεκινήσεις κάτι το… επαναστατικό, ούτε για να γυρίσεις τον χρόνο πίσω. Απλώς για να ξαναβρείς αυτό που κάποτε κάναμε τόσο φυσικά. Να ζήσεις τις διακοπές, αντί απλώς να τις δημοσιεύεις….


