
Ο 43χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης Arnaud Denis επέλεξε να βάλει τέλος στη ζωή του με ευθανασία στο Βέλγιο. Ο Arnaud είχε σοβαρή αναπηρία μετά από την τοποθέτηση εμφυτεύματος για την αντιμετώπιση μίας κήλης και έπασχε από φρικτούς πόνους. Μερικούς μήνες νωρίτερα, η 25χρονη Νοέλια στην Ισπανία, υποβλήθηκε σε ευθανασία και έβαλε τέλος στη ζωή της, ενώ η οικογένειά της διαφωνούσε για την απόφασή της.
Η νεαρή είχε μείνει τετραπληγική το 2022, όταν πήδηξε από τον πέμπτο όροφο – μία απόπειρα αυτοκτονίας μετά από ομαδικό βιασμό. Από τότε, υπέφερε από δυνατούς πόνους στο σώμα. Οι δύο αυτές υποθέσεις έκαναν αίσθηση, προκάλεσαν αντιδράσεις και έφεραν στην επιφάνεια για ακόμη μια φορά ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα την ανθρωπότητα, αυτό της ευθανασίας. Η τραγική ιστορία του Βενσάν Ιμπέρ είχε συγκλονίσει παγκόσμια με την υπόθεση ευθανασίας στη Γαλλία του 2003. Ο Ιμπέρ είχε τραυματιστεί σοβαρά τον Σεπτέμβριο του 2000 σε τροχαίο ατύχημα.
Έκτοτε πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια της ζωής του σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, τετραπληγικός, χωρίς όραση ούτε ακοή, μπορούσε να επικοινωνήσει μόνο πατώντας ένα πλήκτρο ενός ειδικά σχεδιασμένου υπολογιστή. Ώρες ολόκληρες χρειαζόταν για να πει μια φράση. H μητέρα του, Μαρί, ήταν στο πλευρό του όλο αυτό το διάστημα. Ζούσε το δράμα του καθημερινά. Ώσπου μαζί, μητέρα και γιος, αποφάσισαν να δώσουν τέλος στο μαρτύριο.
H Μαρί Ιμπέρ έδωσε στο γιο της βαρβιτουρικά για να τον βοηθήσει να πεθάνει. Το προσωπικό του νοσοκομείου ανακάλυψε τι συνέβη. H μητέρα συνελήφθη και ο γιος μεταφέρθηκε στην εντατική, όπου έπειτα από τρεις μέρες πέθανε. Η Μαρί τελικά αθωώθηκε κοινωνικά και νομικά, φέρνοντας το θέμα στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής και ανοίγοντας τεράστιο δημόσιο διάλογο στη Γαλλία για το δικαίωμα στην ευθανασία. Το ζήτημα της ευθανασίας έρχεται συχνά στο προσκήνιο και εκτός από την κοινή γνώμη, το δικαίωμα στον αξιοπρεπή θάνατο έχει απασχολήσει έντονα ακόμη και τον παγκόσμιο κινηματογράφο, με ταινίες να το προσεγγίζουν μέσα από βιογραφίες, κοινωνικά δράματα, ακόμα και δυστοπίες, αναδεικνύοντας τις ηθικές και νομικές προεκτάσεις του.
Χαρακτηριστικά και γνωστά παραδείγματα αποτελούν οι ταινίες: The Sea Inside (2004), Million Dollar Baby (2004), The Room Next Door (2024). Σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Υγείας (NHS) του Ηνωμένου Βασιλείου, ως ευθανασία ορίζεται η πράξη του σκόπιμου τερματισμού μίας ζωής για την ανακούφιση από τον πόνο. Η ευθανασία μπορεί να διαχωριστεί σε «ενεργητική» και «παθητική». Στην ενεργητική ευθανασία, ο γιατρός προβαίνει σκόπιμα στην πράξη που επιφέρει τον θάνατο ενός ασθενούς που πάσχει από ανίατη νόσο ή βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ζωής του.
Η παθητική ευθανασία αφορά την παρακράτηση της μηχανικής υποστήριξης ή τη διακοπή της θεραπείας που είναι απαραίτητη για τη ζωή. Για παράδειγμα, δικαστική υπόθεση του 1983 στην Καλιφόρνια καθόρισε ότι οι γιατροί που αρνούνταν την μηχανική υποστήριξη σε έναν ασθενή με τη συγκατάθεση της οικογένειας δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν για φόνο. Στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία, ο γιατρός παρέχει τα μέσα, αλλά την πράξη που επιφέρει τον θάνατο (π.χ φάρμακο) πραγματοποιεί ο ίδιος ο ασθενής.
Η διαδικασία δεν είναι απλή σε καμία περίπτωση, υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις στις χώρες όπου επιτρέπεται η ευθανασία ή η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Ο ασθενής πρέπει να έχει εκφράσει ελεύθερα και με σαφήνεια τη βούλησή του, η κατάσταση της υγείας του να έχει αξιολογηθεί και από δεύτερο γιατρό, ανεξάρτητο από εκείνον που εξετάζει το αίτημα, ενώ κάθε περίπτωση καταγράφεται και εξετάζεται από τα αρμόδια όργανα. Προκειμένου κάποιος να έχει πρόσβαση σε νόμιμη διαδικασία υποβοηθούμενου θανάτου, έχει δημιουργηθεί μέχρι και ο όρος «τουρισμός θανάτου». Για παράδειγμα, εδώ και χρόνια, άνθρωποι από άλλες χώρες να ταξιδεύουν στην Ελβετία για να έχουν πρόσβαση στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία.
Στη συγκεκριμένη χώρα, η ενεργητική ευθανασία παραμένει παράνομη, ωστόσο η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι νόμιμη και αποποινικοποιημένη από το 1942. Ευθανασία και υποβοηθούμενος θάνατος στην Ευρώπη: Σε ποιες χώρες είναι νόμιμα Η πρώτη χώρα στον κόσμο που αποποινικοποίησε την ευθανασία ήταν η Ολλανδία το 2002, με τον νόμο περί τερματισμού της ζωής κατόπιν αιτήματος και υποβοηθούμενης αυτοκτονίας. Στην Ολλανδία, η ευθανασία ορίζεται ως η περίπτωση κατά την οποία «ο γιατρός χορηγεί στον ασθενή θανατηφόρα δόση κατάλληλου φαρμάκου», ενώ η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι όταν ο ασθενής χορηγεί μόνος του το φάρμακο.
Το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Ισπανία, η Αυστρία, η Πορτογαλία και η Γαλλία, είναι μερικές από τις χώρες που επιτρέπουν την υποβοηθούμενη θανάτωση. Το Βέλγιο αποποινικοποίησε την ευθανασία μετά την Ολλανδία το 2002, επίσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο ασθενής πρέπει να είναι σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του, να μην έχει προοπτική βελτίωσης και να αναφέρει αφόρητο πόνο. Το αίτημα πρέπει να είναι εκούσιο, μελετημένο, επαναλαμβανόμενο και να γίνεται χωρίς εξωτερική πίεση. Αυτό επεκτάθηκε και στους ανηλίκους το 2014. Το Λουξεμβούργο αποποινικοποίησε την ευθανασία ή την υποβοηθούμενη αυτοκτονία το 2009, ενώ η Ισπανία ψήφισε νόμο που επιτρέπει και τα δύο το 2021 για όσους υποφέρουν αφόρητα.
Το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας έκρινε το 2020 ότι ένας νόμος που ποινικοποιεί τις υπηρεσίες υποβοηθούμενης αυτοκτονίας είναι αντισυνταγματικός, δηλώνοντας ότι οι νομοθέτες πρέπει να «διασφαλίσουν ότι παραμένει επαρκής χώρος για το άτομο να ασκήσει το δικαίωμά του σε έναν αυτοκαθοριζόμενο θάνατο και να επιδιώξει και να πραγματοποιήσει την απόφαση να τερματίσει τη ζωή του με τους δικούς του όρους». Στην Αυστρία, ο νόμος άλλαξε το 2022 μετά από δικαστική απόφαση ότι η απαγόρευση της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας παραβιάζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Το κοινοβούλιο της Πορτογαλίας ψήφισε νομοσχέδιο που επιτρέπει την ευθανασία το 2023 μετά από μακρά συζήτηση και έπειτα από βέτο του προέδρου της χώρας. Μια ειδική επιτροπή στην Ιρλανδία συνέστησε επίσης στην κυβέρνηση να «εισάγει νομοθεσία που να επιτρέπει την υποβοηθούμενη θανάτωση». Τα μέλη του ιρλανδικού κοινοβουλίου ψήφισαν να λάβουν υπόψη τους την έκθεση τον Οκτώβριο του 2024, αλλά δεν έχουν ακόμη εισάγει νέα νομοθεσία. Η νομιμοποίηση και αποποινικοποίηση της ιατρικώς υποβοηθούμενης ευθανασίας στη Γαλλία ψηφίστηκε οριστικά από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο του 2026 και ο σχετικός νόμος τέθηκε σε ισχύ ένα μήνα αργότερα, μετά την έγκρισή του από το Συνταγματικό Συμβούλιο της χώρας.
Τι ισχύει στην Ελλάδα Στην Ελλάδα ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, η ευθανασία δεν είναι νόμιμη. Ο Ποινικός Κώδικας αντιμετωπίζει την ευθανασία ως μορφή ανθρωποκτονίας και συγκεκριμένα, αν κάποιος προκαλέσει τον θάνατο ενός ασθενούς μετά από επίμονη επιθυμία του από οίκτο, τιμωρείται με φυλάκιση. Η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, δηλαδή όταν κάποιος βοηθά έναν ασθενή να βάλει τέλος στη ζωή του, επίσης απαγορεύεται και τιμωρείται αυστηρά.
Οι γιατροί και οποιοσδήποτε άλλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε τέτοιες ενέργειες. Συνεπώς, ο νόμος δεν αφήνει περιθώριο στον γιατρό, να προχωρήσει, ακόμη και με τη συναίνεση του ασθενούς, σε ενεργητική ευθανασία. Αντιθέτως, η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγμή τη θεραπεία του αναγνωρίζεται πλήρως και είναι αυτή που οριοθετεί τελικά και το καθήκον του γιατρού. Να σημειωθεί πως η παράλειψη του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, εφόσον αυτήν δεν επιφέρει άμεσα τον θάνατο, καθώς ο τελευταίος επέρχεται φυσικά και αναπόδραστα, είναι ποινικά αδιάφορη. Συνολικά, στην Ελλάδα η ευθανασία παραμένει παράνομη, ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας. Η Μαρία Μηλαπίδου, Δρ Νομικής και Μέλος Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ αναλύει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της ευθανασίας, τόσο σε νομικό όσο και σε ηθικό πλαίσιο. «Τα επιχειρήματα υπέρ της ευθανασίας ξεκινούν από την ελευθερία της επιλογής και την αυτονομία του ανθρώπου.
Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει αν θέλει να συνεχίσει να ζει, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για την αυτονομία και την προσωπική του βούληση». Το επόμενο επιχείρημα αφορά την ποιότητα ζωής, καθώς υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται σε κάποιον η συνέχιση της ζωής όταν η ποιότητά της έχει υποβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην ανταποκρίνεται πλέον στις προσωπικές του αξίες και ανάγκες. «Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή της ευθανασίας παρουσιάζεται ως ένας τρόπος υπεράσπισης της ποιότητας ζωής, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τον θάνατο», εξηγεί η ίδια. Η αξιοπρέπεια συνδέεται επίσης άμεσα με την ελευθερία επιλογής και την αυτονομία. «Ένα βασικό επιχείρημα όσων υποστηρίζουν το δικαίωμα στην ευθανασία είναι ότι κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ορίζει ο ίδιος τι σημαίνει για εκείνον αξιοπρεπής θάνατος.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται και μαρτυρικές καταθέσεις συγγενών των ανθρώπων που επέλεξαν την ευθανασία – σύμφωνα με τις οποίες, η ζωή των συγκεκριμένων ανθρώπων είχε μετατραπεί σε μαρτύριο και η επιλογή της ευθανασίας αντιμετωπίστηκε ως λύτρωση». Ένα ακόμη επιχείρημα αφορά τη διασφάλιση των πόρων υγείας και το οικονομικό κόστος της μακροχρόνιας νοσηλείας, όπως εξηγεί η ίδια: «Ένας ασθενής που βρίσκεται σε σοβαρή κατάσταση και νοσηλεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεπάγεται κόστος τόσο για την οικογένειά του όσο και για το σύστημα υγείας. Η ευθανασία παρουσιάζεται, επίσης, από ορισμένους ως πράξη ανθρωπισμού.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η επιλογή της ευθανασίας μπορεί να προστατεύσει και τα αγαπημένα πρόσωπα του ασθενούς από το ψυχολογικό και πρακτικό βάρος μιας μακράς περιόδου φροντίδας. Η παρατεταμένη ασθένεια μπορεί να απαιτεί συνεχή υποστήριξη και φροντίδα, ενώ η καθημερινή παρακολούθηση ενός ανθρώπου που υποφέρει και πλησιάζει στον θάνατο μπορεί να έχει σημαντικό ψυχολογικό κόστος για την οικογένειά του». Από την άλλη πλευρά, τα επιχειρήματα κατά της ευθανασίας ξεκινούν αρχικά από τον ρόλο του γιατρού, ο οποίος έχει την υποχρέωση να προσπαθήσει με κάθε δυνατό τρόπο να θεραπεύσει ή να σώσει τον ασθενή – ακόμα και αν δεν τα καταφέρει. «Η υποχρέωση αυτή συνδέεται και με την ευθύνη που μπορεί να έχει ο γιατρός σε περίπτωση παράλειψης. Επομένως, τίθεται το ερώτημα πώς ο γιατρός μπορεί να μετατραπεί από πρόσωπο που προσπαθεί να σώσει τον ασθενή σε πρόσωπο που προκαλεί τον θάνατό του», τονίζει η κ. Μηλαπίδου. Ένα δεύτερο επιχείρημα αφορά την ηθική και τη θρησκευτική πίστη, καθώς σύμφωνα με ορισμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, η ζωή θεωρείται δώρο του Θεού και, επομένως, δεν αποτελεί κάτι που ο άνθρωπος μπορεί να διαθέσει ελεύθερα σύμφωνα με τη δική του βούληση. «Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την ικανότητα του ασθενούς να λάβει μια τέτοια απόφαση», αναλύει η κ. Μηλαπίδου.
«Υποστηρίζεται ότι μια ανίατη ασθένεια μπορεί να έχει επηρεάσει τη σκέψη και την ικανότητα λήψης αποφάσεων του ασθενούς. Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο διαθέτει την απαραίτητη ικανότητα για να αποφασίσει ότι θέλει να πεθάνει». Φυσικά, υπάρχει και αίσθημα της ενοχής, που αφορά τον ασθενή, καθώς δεν είναι θεμιτό να καλλιεργείται σε αυτούς τους ανθρώπους η αντίληψη ότι αποτελούν βάρος και επομένως ότι πρέπει να επιλέξουν τον θάνατο. Σε σχέση με τους γιατρούς, υπάρχει επίσης το ζήτημα της ηθικής συνείδησης. «Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας προβλέπει τη δυνατότητα του γιατρού να απέχει από μια ιατρική πράξη για λόγους ηθικής συνείδησης.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης και θα πρέπει να παραπέμψει τον ασθενή σε άλλον γιατρό». Τέλος, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα μιας βελτίωσης ή ακόμη και ενός απρόβλεπτου θετικού αποτελέσματος. Από αυτή την άποψη τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να δικαιολογηθεί μια μη αναστρέψιμη απόφαση, όταν υπάρχει ακόμη πιθανότητα αλλαγής της κατάστασης του ασθενούς. pexels Τι συμβαίνει με τις Προγενέστερες Οδηγίες – Διαθήκες Ζωής Οι Προγενέστερες Οδηγίες ή «Διαθήκες Ζωής» είναι γραπτές, νομικές οδηγίες σχετικά με τις προτιμήσεις ενός ανθρώπου για ιατρική περίθαλψη, εάν δεν είναι ο ίδιος σε θέση να λάβει αποφάσεις για τον εαυτό του. Εφαρμόζονται ευρέως και έχουν θεσμοθετημένη, νομικά δεσμευτική ισχύ σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, όχι όμως στην Ελλάδα.
Αποτελούν καθοδηγητικές επιλογές για γιατρούς και φροντιστές εάν ο άνθρωπος βρίσκεται στο τελικό στάδιο μίας ασθένειας, είναι σοβαρά τραυματισμένος ή σε κώμα, στα τελευταία στάδια της άνοιας και κοντά στο τέλος της ζωής του. Αυτές οι οδηγίες δεν αφορούν μόνο ηλικιωμένους ή απροσδόκητες καταστάσεις στο τέλος της ζωής. Βοηθούν στο να λάβει ο κάθε άνθρωπος την ιατρική περίθαλψη που ο ίδιος επιθυμεί, να αποφευχθεί ταυτόχρονα η περιττή ταλαιπωρία και να απαλλαχθούν οι φροντιστές από το βάρος της λήψης αποφάσεων σε στιγμές κρίσης ή θλίψης. Με αυτόν τον τρόπο, μειώνεται η σύγχυση ή η διαφωνία σχετικά με τις επιλογές που θα έκαναν άλλοι άνθρωποι για λογαριασμό του ασθενούς. Οι Διαθήκες Ζωής είναι ακριβώς αυτό στο οποίο παραπέμπει το όνομά τους. Ένα έγγραφο παρόμοιο με διαθήκη, στο οποίο η βούληση του συγγραφέα δηλώνεται εν απουσία του.
Είναι ένα έγκυρο και νομικά δεσμευτικό περιεχόμενο πριν από τον θάνατο του «κληρονομούμενου» σε θέματα που σχετίζονται με ιατρικές του επιλογές. Το άτομο προκαθορίζει μελλοντικές, υποθετικά ανακύπτουσες ιατρικές καταστάσεις, όταν ο ασθενής έχει εισέλθει σε μία de facto «ασυνείδητη πραγματικότητα», ανίκανος να εκφράσει σε πραγματικό χρόνο την επιθυμία του για την κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Οι Διαθήκες Ζωής μπορούν να καλύψουν τις εξής περιπτώσεις: καρδιοαναπνευστική, αναζωογόνηση, μηχανικός αερισμός, σωλήνας σίτισης, αιμοκάθαρση, αντιβιοτικά και αντιϊκά φάρμακα και παρηγορητική αγωγή. Η κ. Μηλαπίδου εξηγεί τη σύνδεση των Προγενέστερων Οδηγιών με την ευθανασία και τονίζει πως όχι μόνο διευκολύνουν τους γιατρούς, αλλά και εξυπηρετούν την αυτονομία του ασθενούς: «Οι προγενέστερες οδηγίες είναι μια κατασκευή, η οποία θα μπορούσε να δώσει λύση σε διάφορες περιπτώσεις και θα μπορούσε να αφορά το σύνολο των ανθρώπων. Δεν έχει να κάνει μόνο με το αν κάποιος είναι άρρωστος ή έχει πρόβλημα υγείας – θα μπορούσε ο καθένας να συντάξει μία και σε περίπτωση που του συμβεί το οτιδήποτε, θα εξυπηρετούσε πάρα πολύ να είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά για δύο λόγους:
Αρχικά γίνεται σεβαστή η αυτοδιάθεση, η επιθυμία και η αυτονομία του ατόμου. Επίσης, θα διευκόλυνε πολύ τους γιατρούς οι οποίοι έρχονται πολλές φορές σε δύσκολη θέση, καθώς όταν δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τον ασθενή, αναγκαστικά απευθύνονται στους συγγενείς, οι οποίοι είτε δεν σκέφτονται τη βούληση του ασθενούς είτε μαλώνουν μεταξύ τους». Στην Ελλάδα, αν κάποιος γράψει μία τέτοια διαθήκη, ακόμα και σε συμβολαιογράφο, δεν έχει καμία νομική ισχύ, όπως ξεκαθαρίζει η ίδια: «Είναι όμως μια συζήτηση που είναι ανοιχτή και υπήρχε μια διάθεση να ρυθμιστεί με πρόσφατα νομοσχέδια. Υπάρχει και η έννοια του πληρεξουσίου υγείας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίζεις κάποιο συγγενικό σου πρόσωπο, να πάρει αυτός τις αποφάσεις σε περίπτωση που σου συμβεί το οτιδήποτε.
Και αυτό προβλέπεται νομοθετικά σε άλλες χώρες, ενώ στην Ελλάδα δεν έχει ισχύ». Ωστόσο στην διαδικασία των προγενέστερων οδηγιών υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, σύμφωνα με την κα. Μηλαπίδου και αυτό είναι η επικαιροποίησή τους. «Η πρόταση που υπάρχει είναι να ανανεώνονται κάθε 10 χρόνια. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ακόμα και στις χώρες που υπάρχει ως πρόβλεψη, είναι πολύ κρίσιμο το ζήτημα το αν θα πρέπει να ανανεώνονται. Κάθε πότε θα πρέπει να ανανεώνονται; Κάθε δύο χρόνια, κάθε τρία, κάθε πέντε; Μήπως μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός, ας πούμε ένα διαζύγιο, έναν άλλο θάνατο ή μια ασθένεια; Είναι δεδομένο ότι πρέπει να έχουν κάποια επικαιρότητα, γιατί μια προγενέστερη οδηγία που θα έχει γράψει κάποιος στα 40, μπορεί να μην ανταποκρίνεται στη βούλησή του στα 80. Συνήθως, όταν πλησιάζουμε στον θάνατο, όλοι θέλουμε να ζήσουμε, κανείς δεν θέλει να πεθάνει».
Από την πλευρά της, η Χριστίνα Κυδώνα, παθόλογος και εντατικολόγος με βαρέως πάσχοντες, αναλύει στην parallaxi την απόφαση των ανθρώπων που επιλέγουν την ευθανασία αλλά και τη στάση της ελληνικής κοινωνίας: «Οι άνθρωποι που επιλέγουν την ευθανασία έχουν το αυτεξούσιό τους για ένα σωρό πράγματα, όμως είναι σαν εμείς να θεωρούμε ότι δεν έχουν το αυτεξούσιο όσον αφορά την έννοια της ζωής. Είναι παραλογισμός αυτό, αν το δει κανείς και φιλοσοφικά αλλά και από ηθική σκοπιά. Γιατί αυτός ο ενήλικας άνθρωπος μπορεί να κάνει μια σειρά από πράγματα και να μην έχει και τον τελευταίο λόγο πάνω στη ζωή του;
Αυτό έτσι κι αλλιώς, μπορεί να πει κανείς, ότι είναι παράλογο, να του το στερεί η κοινωνία. «Για να έχεις άποψη πάνω σε αυτά τα πράγματα, πρέπει και εσύ να έχεις μια στοιχειώδη αίσθηση του τι σημαίνει βαριά νόσος», ξεκαθαρίζει η ίδια: «Υπάρχουν καταστάσεις νοσηρές, παθήσεις που στερούν τον άνθρωπο από κάθε χαρά και από την αξιοπρέπεια της αυτονομίας. Όταν ο άνθρωπος είναι εξαρτώμενος απόλυτα είτε από μηχανήματα είτε από άλλα πρόσωπα, ίσως είναι ακινητοποιημένος ή βιώνει έντονο πόνο, είτε ψυχικό είτε σωματικό, είναι υποκρισία από την κοινωνία και το κράτος να του αρνούνται μία τέτοια επιλογή. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, η οποία δεν φροντίζει στο μέγιστο έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες ενός τέτοιου ανθρώπου, αλλά παρεμβαίνουν μόνο για να απορρίψουν ένα πιθανό τέτοιο αίτημα. Δεν είναι δηλαδή ότι έχουμε και μια προνοιακή δομή ή ένα σύστημα υγείας τέτοιο που όντως να προσφέρει στον πάσχοντα όλα αυτά που χρειάζεται και παραπάνω.
Ταυτόχρονα στερούν πολλά, και ειδικά από τους μη έχοντες, από τους φτωχούς γιατί κάθε νόσος βιώνεται διαφορετικά, ανάλογα με την ταξική θέση του ανθρώπους. Η σημερινή ελληνική κοινωνία ξέρουμε όλοι ότι δεν φροντίζει όσο πρέπει τους πάσχοντες και είναι παράλογο να βγαίνει μπροστά και να τους απαγορεύει μια τέτοια επιλογή ως κάτι που αφορά την ίδια και όχι το άτομο». Η κ. Κυδώνα τονίζει πως «οι άνθρωποι που θέλουν πραγματικά να πεθάνουν, έχουν τρόπο… να αυτοκτονήσουν»: «Οι τρόποι αυτοί είναι φρικτοί, επώδυνοι, θα έχουν ένα κακό τέλος. Δεν είναι ότι δεν έχουμε αυτοκτονίες στην Ελλάδα, δεν είναι ένα ανύπαρκτο φαινόμενο. Είναι σαν να στερείς από τον άνθρωπο ένα ήσυχο και αξιοπρεπές τέλος, στην περίπτωση που έχει φτάσει στο σημείο να μη θέλει άλλο τη ζωή του γιατί αυτό του προξενεί μόνο πόνο. Η ελληνική κοινωνία του στερεί το δικαίωμα σε έναν ήρεμο και ανώδυνο θάνατο».
Αναφερόμενη στον ρόλο της ανακουφιστικής και παρηγορητικής φροντίδας, η κ. Κυδώνα εξηγεί πως, εφόσον υπάρξει ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο και συγκεκριμένες δικλίδες ασφαλείας, η διαδικασία της ευθανασίας, θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο φροντίδας των ασθενών: «Όταν ένας άνθρωπος, με σώας τας φρένας, ο οποίος έχει αξιολογηθεί επανειλημμένα – γιατί εννοείται ότι πρέπει να υπάρξει ένα νομικό πλαίσιο, που αυτά θα γίνονται από δημόσιο φορέα, αφού έχουν υποστηριχθεί και ψυχικά και για την πάθηση πολλαπλώς. Όταν λοιπόν το αίτημα δεν ικανοποιείται με την πρώτη, έχει περάσει από αυτά τα φίλτρα και εννοείται πως δεν παρεμβαίνει ο ιδιωτικός τομέας ώστε να αφαιρέσουμε τον κίνδυνο παραγωγής κέρδους από τον θάνατο – η διαδικασία αυτή θα εκτελεστεί από γιατρούς ή γενικά υγειονομικοί που έχουν αυτή τη φιλοσοφία και πιστεύουν στην ανακούφιση». Η ίδια σημειώνει πως οι επαγγελματίες υγείας που εργάζονται με βαριά πάσχοντες είναι ήδη εξοικειωμένοι με τη διαχείριση του πόνου και τις τελευταίες στιγμές της ζωής:
«Οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τη βαριά νόσο, με έναν άλλο τρόπο, ερχόμαστε κοντά σε αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα όταν δίνουμε οπιοειδή στο τέλος του θανάτου, κάποιες φορές για τους αφόρητους πόνους, είμαστε απόλυτα εξοικειωμένοι, με την τελική στιγμή και αυτό που μας ενδιαφέρει πάντα είναι να είναι όσο δυνατόν ανώδυνο. Τέτοιοι γιατροί, στην περίπτωση που φτιαχτεί αυτό το κατάλληλο νομικό πλαίσιο με όλες τις δικλίδες ασφαλείας, δεν θεωρώ ότι θα είχαν συνειδησιακό πρόβλημα. Ίσα-ίσα θα ένιωθαν ότι μετέχουν σε ένα σύστημα ανακουφιστικής φροντίδας». «Όταν λέμε ότι η ζωή είναι ιερή, αυτό νοείται και θρησκευτικά αλλά και φιλοσοφικά. Το θέμα είναι να την υποστηρίζεις ως ιερή».
Η κ. Κυδώνα καταλήγει πως το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στην τελευταία επιθυμία ενός ασθενούς, αλλά αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και το κράτος στέκονται απέναντι στους βαριά πάσχοντες: «Όταν το κράτος εμφανίζεται μόνο στην τελευταία επιθυμία του ανθρώπου, αυτό είναι άδικο για τον ίδιο τον άνθρωπο. Και ταυτόχρονα είναι σαν να ωθούμε τον κόσμο και σε μια παρανομία γιατί αυτός που είναι αποφασισμένος πρέπει να βρει έναν τρόπο».


