
Σχέσεις μεταξύ των δύο φύλλων στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη. Γράφει ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος.
Μέσα από την κωμωδία του Αριστοφάνη Λυσιστράτη θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, έτσι όπως αναδύονται κατά την εξέλιξη του έργου. Η παράσταση περιγράφει την προσπάθεια μιας δυναμικής Αθηναίας, μέσω ενός έξυπνου τεχνάσματος, να φέρει την Ειρήνη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών. Το έργο μας παρέχει πολύτιμα στοιχεία για τις έφυλες σχέσεις κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ..
Η επίτευξη της Ειρήνης θα είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Από τη Λυσιστράτη θα απαιτηθεί έξυπνη τακτική και επίμονη προσπάθεια. Η πρωταγωνίστρια της παράστασης, καλά διαβασμένη στην ανδρική και γυναικεία ψυχολογία, χρησιμοποίησε διάφορα μέσα για να επιτύχει το σκοπό της. Θα εξετάσουμε αναλυτικά και την αποτελεσματικότητα των μέσων της ηρωίδας του Αριστοφάνη.

Οι αντιλήψεις των ανδρών για τις γυναίκες στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.
Αντικείμενο ανάπτυξης της ενότητας αυτής θα η οπτική γωνία των ανδρών ως προς τις γυναίκες της εποχής του Αριστοφάνη στην αρχαία Αθήνα. Μέσα από το έργο του Λυσιστράτη θα δούμε τις βασικές αντιλήψεις που κυριάρχησαν για το γυναικείο φύλο.
Η Λυσιστράτη διδάχθηκε το 411 π.Χ., κατά τη διάρκεια της εορτής, προς τιμήν του θεού Διονύσου, Λήναια, ενώ δε γνωρίζουμε αν βραβεύτηκε. Είχαν προηγηθεί τα γεγονότα της καταστροφής του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος στη Σικελία το 413 π.Χ.. Συνέπεια της σικελικής καταστροφής ήταν και η υφιστάμενη λειψανδρία, στην πόλη των Αθηνών, καθώς ο ανδρικός πληθυσμός είχε μειωθεί αισθητά. «Οι γυναίκες προκειμένου να τερματίσουν τον πόλεμο κηρύσσουν ερωτική αποχή έως ότου οι άντρες αποφασίσουν να σκεφτούν σοβαρά το ζήτημα της Ειρήνης1». Η Λισυστράτη, θα εκφράσει ξεκάθαρα αυτό που θα νοιώθουν οι γυναίκες για την απουσία των αντρών, και θα πει σχετικά: «Τους πατεράδες των παιδιών σας που λείπουν στο στρατό, τους λαχταράτε; Ξέρω πως όλες έχετε στην ξενιτιά τους άντρες2». Το έργο υπήρξε και το τελευταίο «φιλειρηνικό» εγχείρημα του Αριστοφάνη, και αναμφίβολα η επίτευξη της Ειρήνης αποτέλεσε πυρήνα του έργου.

Η σύνδεση του έργου με το μύθο είναι προφανής. «Η Λυσιστράτη έχει παρόμοια δομή με τους μύθους για την υποδούλωση της πόλης από άτομα που δεν έχουν θέση στην εξουσία, είτε τύραννοι είτε είναι γυναίκες συνεπώς η Λυσιστράτη έχει δομή παρόμοια με εκείνη των Λήμνιων γυναικών3». Το κείμενο του Αριστοφάνη είναι ολόκληρο σωζόμενο. «Στη Λυσιστράτη, λοιπόν, οι γυναίκες επαναστατούν αρνούμενες την ερωτική πράξη στους άντρες μέχρι να πετύχουν Ειρήνη4».
Στη Λυσιστράτη η κατηγορία των γυναικών που απέχουν από τα ερωτικά θα είναι αυτή η οποία θα περιλαμβάνει αποκλειστικά τις παντρεμένες. Αυτές όλες θα έχουν νόμιμο σύζυγο ή και αγαπητικό, άρα η πρωταγωνίστρια θα απαγορεύσει και τη μοιχεία, κάτι που ξεκαθαρίζει στον όρκο που θα τις επιβάλλει: «Μη σώσει σύζυγος, μη σώσει γκόμενος…5». Για λόγους σκοπιμότητας που εξυπηρέτησαν τον Αριστοφάνη στη συγγραφή, αποκλείστηκαν από την απεργία δούλες, παλλακίδες, πόρνες, ομοφυλόφιλοι, ανύπαντρες, κλπ.

Ο Αριστοφάνης παρουσίασε τις γυναίκες με βάση τα στερεότυπα της εποχής του. Καταρχήν τις τοποθέτησε στα μάτια των ανδρών σαν αντικείμενα πόθου. Έτσι λοιπόν ο Αθηναίος θα πει, σπεύδοντας να συνθηκολογήσει: «Από οξεία πάσχουμε γκαυλίαση. Αν παρευθύς Ειρήνη δε συνάψω βρες κανένα πούστη να γαμήσω μάνι μάνι6» «Πρέπει επίσης να πούμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες (αντίθετα με τους Ευρωπαίους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα είχαν την τάση να πιστεύουν ότι οι γυναίκες απολάμβαναν τη σεξουαλική πράξη περισσότερο από τους άντρες και είχαν μειωμένη αντίσταση στο σαρκικό πειρασμό7». Έτσι λοιπόν η Λυσιστράτη όταν τις ανακοίνωσε ότι η Ειρήνη θα επιτευχθεί με την αποχή από το σεξ, οι γυναίκες αγανάκτησαν και απελπίστηκαν, ενώ ήταν επίσης έτοιμες να φύγουν:
«ΛΥ.: Πρέπει να κάνουμε αποχή από το πέος! Γιατί γυρίσατε τις πλάτες; Για πού το βάλατε; Τι μουρμουράτε; Για τα μάτια λένε πα, πα, πα; Γιατί βουρκώσατε μωρέ, γιατί χλομιάσατε; Θα το κάνετε; Ναι ή ου; Τι μελετάτε;
ΜΥ.: Αδυνατώ. Ας με πάρει το ποτάμι του πολέμου.
ΚΛ.: Αδυνατώ και εγώ. Ας μας πάρει το ποτάμι.
ΛΥ.: Εσύ το λες μωρή σαρδέλα; Πριν λίγο έλεγες πως θα σκιστείς στη μέση για μεζές.
ΚΛ.: Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Πες μου να πέσω στη φωτιά. Καλύτερα το πυρ παρά το πέος. Ωσάν το πέος τίποτα στον κόσμο Λυσιστράτη.
ΛΥ.: Εσύ τι λες;
ΑΛΛΗ: Καλύτερα να πέσω στη φωτιά.
ΛΥ.: Ω γυναικείο φίλο ξεκωλιάρικο. Δικαίως μας ξεμπρόστιασαν στις τραγωδίες. Μας αξίζει πλυσταριο και νεροχύτης8».

Εκτός από τους άντρες (όπως θα δούμε), και οι γυναίκες μουδιάζουν μπροστά στην προοπτική αποχής από τη σεξουαλική επαφή. Από τους προαναφερόμενους στίχους (129 κ.ε.) θα συναχθεί και το συμπέρασμα ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τις γυναίκες μαλθακές, σε αντίθεση με τους άντρες που ήταν μαθημένοι, ως πολεμιστές, στις στερήσεις από τις στρατιωτικές εκστρατείες. Κάτι τέτοιο θα δώσει και την εξήγηση για την αρχική απόρριψη του σχεδίου από τις γυναίκες. Η Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ θα υποχωρήσει από φιλοτιμία και θα συμφωνήσουν και οι άλλες:
«ΛΥ: Αγαπητή μου Σπαρτιάτισσα, αν κάνεις συμπαράταξη μαζί μου το πράμα θα σωθεί.
ΛΑ: Δύσκολο πράγμα να κοιμάσαι χωρίς αρχίδια και ψωλή. Μα θέλω την Ειρήνη και το δέχομαι9.»
Επιπλέον θα δοθεί όρκος για την επιβεβαίωση της συμφωνίας: «Απλώστε το χέρι, πιάστε την κούπα Λαμπιτώ. Εγώ θα πω τον όρκο και μια θα ξαναλέει τον όρκο ως αντιπρόσωπος, στο τέλος πίνουμε προς επικύρωσιν10». Στη Λυσιστράτη θα υπάρξουν στοιχεία που θα θέσουν ως στόχο τις γυναίκες, κάτι το οποίο δεν ήταν απλά προσωπική γνώμη του αθηναίου συγγραφέα αλλά γενική αντίληψη του ανδρικού πληθυσμού. Έτσι ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τις γυναίκες επιρρεπείς στο ποτό. Η Μυρίνη θα πει: «Εγώ θα βάλω το βρακί μου ενέχυρο και με ότι πιάσω θα μεθάω νύχτα μέρα11», πιο κάτω κατά τη διαδικασία του όρκου θα πουν:
«ΛΥ: Εγώ, μα το θεό, αν θες, το λέω. Ανάσκελα να βάλουμε μια μαύρη κούπα κι αντίς γι’ αρνί, να σφάξουμε σταμνί γεμάτο με κρασί της Θάσου κι όρκο να πάρουμε πως δε θα το νερώσουμε ποτέ.
ΛΑ.: Θέλω να πω τον όρκο μονορούφι.
ΛΥ.: Φέρε μωρή και κούπα και σταμνί.
ΚΛ.: Σταμνί το λες αυτό, καλέ, ή νταμιτζάνα; Αυτό και να τ’ αγγίξεις μεθοκοπάς.
ΛΥ.: Άσε τη στάμνα κάτω. Γονάτισε τον τράγο για θυσία! Ω δέσποινα της αγοράς κι αγαπημένη, κούπα, ω, δέξου την προσφορά μας κι ελέησον το γένος μας. (χύνει το κρασί στην κούπα).
ΚΛ.: Πως πιτσιλάει, παρθένα μου, το αίμα κατακόκκινο!
ΛΑ.: Τ’ άρωμα του μεθάει γλυκά, θεούλη μου12.»
Και πιο κάτω, κατά την εκφώνηση του όρκου:
ΛΥ.: Αν τον όρκο τηρήσω να πιω κρασάκι.
ΚΛ. Αν τον όρκο τηρήσω να πιω κρασάκι.
ΛΥ.: Αν τον όρκο πατήσω να πιω νεράκι.
ΚΛ.: Αν τον όρκο πατήσω να πιω νεράκι.
Οι άντρες τις κατηγορούν ακόμη και ότι είναι ευάλωτες στη μοιχεία. Ο λόγος του ξεπεσμένου κρατικού λειτουργού Πρόβουλου, θα είναι σαφής: «Όταν συντρέχουμε στα πονηρά και στρώνουμε χαλιά να σεργιανούν γυναίκες, τη κολοκυθιά θέλεις να φυτρώσουν ύστερα; Πάμε στο μάστορα και τον παρακαλάμε: Κυρ Χρυσοχόε φτιάξε μου το περιδέραιο. Χτες βράδυ εκεί που χόρευε η γυναίκα μου της έπεσεν ο γάντζος απ’ την τρύπα. Όταν περάσεις το βραδάκι τράβα σπίτι μου, και μες στην τρύπα βάλε της με τέχνη το γαντζάκι. Άλλος πηγαίνει σε τσαγκάρη νεαρό και πουτσαρά και τέτοια λέει: Καλέ τσαγκάρη το δακτυλάκι του ποδιού της γυναικούλας μου το τρυφερούλι το σφίγγει το λουρί του πέδιλου. Πέρνα το μεσημέρι, βάλτο στο καλαπόδι, να φαρδύνει13».
Συμπερασματικά τα στερεότυπα της εποχής του Αριστοφάνη ήθελαν τις γυναίκες απούσες από τη δημόσια ζωή, αντικείμενα του πόθου και ευάλωτες στην ερωτική επιθυμία.. Τα ίδια περίπου πρότυπα είδαμε και στην ταινία Γυναικοκρατία.
Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής εποχής, ο ρόλος της οικογένειας στην εξέλιξη του έργου.
Στην παρούσα ενότητα θα επιχειρήσουμε να εκθέσουμε τη θέση των γυναικών μέσα στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας. Επιπλέον θα δούμε τον τρόπο με τον οποίο τις παρουσιάζει ο Αριστοφάνης για τις ανάγκες της παράστασης και το ρόλο της οικογένειας στην εξέλιξη του έργου. Παράλληλα θα κάνουμε ορισμένες αναφορές στην ταινία του Θαλασσινού για τα εν προκειμένω θέματα.
Η θέση της γυναίκας στην αρχαία Αθήνα θα είναι περιορισμένη ως ανύπαρκτη στην ανδρική ζωή, κάτι ανάλογο θα ισχύσει και στο χωριό της Γυναικοκρατίας. «Απ’ τις γνωστές μας κωμωδίες είναι η πρώτη που μπάζει τις γυναίκες κυριαρχικές παρουσίες στο λόγειο. Και η πρώτη που τιτλοφορείται από το κεντρικό πρόσωπο14». Η ανυπαρξία τους σε πολιτικό επίπεδο δε θα σημαίνει και απουσία από την καθημερινότητα της Αθήνας. «Οι ηρωίδες του Αριστοφάνη είναι ίσως λίγο υπερβολικές και σίγουρα όλες οι γυναίκες της Αθήνας δεν είχαν την παρρησία της Λυσιστράτης, δεν μπορούμε όμως να αμφιβάλλουμε με τη συμμετοχή των γυναικών στη ζωή της πόλης, αν όχι στο πολιτικό πεδίο, που τους ήταν απαγορευμένο, τουλάχιστον στα θέματα καθημερινής ζωής. Οι θρησκευτικές τελετές ήταν άλλωστε ευκαιρία να βγούνε από το σπίτι και να πάρουν μέρος σε τελετές που η ελευθεριότητα τους μας εκπλήξει15».
Ο Αριστοφάνης της παρουσιάζει ανδροπρεπείς με επιθετικές έναντι των ανδρών συμπεριφορές. Ισχυρό φύλλο θα είναι πια οι γυναίκες που θα συμπεριφέρονται αντρικά. Η Λυσιστράτη θα απαντήσει στον προβληματισμό της Κλεονίκη για το εάν θα αντιπαραταχθούν οι άντρες έξω από την Ακρόπολη λέγοντας: «Πολύ που με νοιάζει. Φοβέρα και φωτιά δε χαμπαρίζουμε, οι πύλες δε θ’ ανοίξουν, αν όσα λέμε δεν τα δεχτούν και άνευ όρων μάλιστα16.». Οι άντρες θα πλησιάσουν τις γυναίκες με αρρενωπότητα, υποσυνείδητα θέλουν να επιστρέψουν στην οικογενειακή ζωή. Έτσι ο Κινησίας θα αποπειραθεί να φέρει τη Μυρίνη πίσω στο σπίτι επιδεικνύοντας αρχικά αρρενωπότητα:
«ΛΥ.: Τις ει; Ποιος πέρασε τη ζώνη ασφαλείας;
ΚΙ.: Εγώ.
ΛΥ.: Άντρας;
ΚΙ.: Δε φαίνομαι;
ΛΥ.: Μεταβολή!
ΚΙ.: Ποια είσαι εσύ που θα μου πεις μεταβολή17;».
Λίγο παρακάτω ο νόστος για την οικογενειακή ζωή θα είναι έκδηλος στο διάλογο, καθώς ο Κινησίας θα χρησιμοποιήσει ως όπλο το παιδί, προκειμένου να διεγείρει το μητρικό ένστικτο της Μυρίνης:
«ΚΙ: Όχι μωρέ. Άκουσε του παιδιού σου τη φωνή.
ΠΑΙΣ ΚΙΝΗΣΙΟΥ: Μάνα, μητέρα, μαμά!
ΚΙ.: Τι έπαθες; Δεν το λυπάσαι τέτοιο παιδί; Τ’ άφησες έξι μέρες άλουστο κι αθήλαστο.18».
«Στην κωμωδία τούτη τα δύο χωρισμένα φύλα γυρεύουν αδιάκοπα το ένα το άλλο, πότε σπρωγμένα από το μίσος και πότε από τον πόθο και στο τέλος ξανασμίγουν για να αποτελέσουν ένα ερμαφρόδιτο χορευτικό σύμπλεγμα19». Κάτι το οποίο θα θυμίσει έντονα, μέσω των δύο χορών του έργου, τα αντρόγυνα που παρουσιάστηκαν στο Συμπόσιο του Πλάτωνα από τον Αριστοφάνη. Ο ρόλος της οικογένειας θα είναι αυξημένος. « Η Λυσιστράτη επιπρόσθετα θα έχει θέμα τη συζυγική αγάπη και τη σεξουαλική πίστη. Η διακήρυξη του έρωτα που αισθάνεται ο Κινησίας για τη Μυρίνη –και μετά την εξαπάτηση του- διακήρυξη που έρχεται μάλιστα να αποκρούσει όσα της καταλογίζει πρωτύτερα20». Θα κραυγάσει λοιπόν απελπισμένος: « Με πέθανε, με λίγωσε, με καύλωσε και το ΄στριψε. Αλί μου χάθηκα! Τι να γαμήσω τώρα; Με γέλασε το πιο καλό κορίτσι.».
Παρά τις συνεχόμενες εντάσεις από το στίχο 320 κ.ε. μεταξύ ανδρών και γυναικών και με την παρουσία του Πρόβουλου, οι άντρες σε καμία περίπτωση δε θα επιχειρήσουν να πάρουν τις γυναίκες με τη βία. Κάτι τέτοιο θα θεωρήσουν ότι δε θα είχε νόημα και θα επιδιώξουν ψυχική επαφή μ’ αυτές:
«ΚΛ.: Κι αν μας πλακώσουν στα χαστούκια;
ΛΥ.: Ε τότε παραδώσου δίχως κέφι. Αν δεν το ΄φχαριστιέται κι η γυναίκα μαραζώνουν. Με χίλιους τρόπους πρήξτε τους τ’ αρχίδια. Βγάλτε τους τον αδόξαστο και θα παραδοθούνε. Ψυχρό το θηλυκό, αερογάμης ο άντρας21.».
Όσον αφορά τις έφυλες σχέσεις μέσα από τους διαλόγους του χορού, που θα διασπαστεί σε δύο ημιχόρια σύμφωνα με το νεοτερισμό αυτό του συγγραφέα, θα διακρίνει κανείς τρεις φάσεις: τον άγριο καβγά, την εμφάνιση ερωτικών υπονοούμενων και τέλος την ερωτοτροπία. Οι γυναίκες θα αποτελούν πανούκλες σύμφωνα με το ανδρικό ημιχόριο αλλά χωρίς αυτές δε θα μπορούν να κάνουν. Οι γέροι θα αγανακτήσουν για την αυθάδεια των γυναικών να καταλάβουν την ακρόπολη και θα επιχειρήσουν να τις κάψουν με τη φωτιά. «Αν δεν παραδοθούν τραβώντας τις αμπάρες οι γυναίκες, τις πνίγουμε με τον καπνό φουντώνοντας φωτιές στην πόρτα22». Ενώ οι γυναίκες με το ίδιο ανδροπρεπές πνεύμα που περιγράφηκε ανωτέρω θα απαντήσουν με νερό: «Κι όταν τη στάμνα βάλαμε στον όμως τρέξαμε φέρνοντας νερό στη φλεγόμενη σαν τη βάτο πατριώτισσα23».
Ο Αθηναίος συγγραφέας όμως δεν αφήνει ασχολίαστα τα προτερήματα των γυναικών. «Μπορεί να σατιρίζει τις γυναίκες κι εδώ και αλλού, για τη ματαιοδοξία τους, την υποκρισία τους ή την ερωτική τους ακράτεια, μα στο βάθος εκτιμάει τη θέληση τους και θαυμάζει το μυαλό τους24. Ο Αριστοφάνης θα βάλει το χορό των γυναικών να πει: «Επιθυμώ τα πάντα να κερδίσω ελπίζοντας στην αρετή των γυναικών. Σ’ αυτές η φύση, σ’ αυτές η χάρη, σ’ αυτές το θάρρος, σ’ αυτές το πνεύμα, σ’ αυτές η φρόνηση κι ο πατριωτισμός25.».
Συνοψίζοντας θα σημειώναμε πως η θέση της γυναίκας στη δημοκρατία των Αθηνών της κλασικής περιόδου ήταν περιορισμένη. Ο αθηναίος ποιητής της παρουσίασε ανδροπρεπείς για τις ανάγκες τη Λυσιστράτης, ενώ ο πόθος για επιστροφή στην οικογενειακή ζωή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της παράστασης.
Μέθοδοι της Λυσιστράτης προς επίτευξη της ειρήνης και συσχετισμός με τις μεθόδους του προέδρου την ταινία του Ε. Θαλασσινού Γυναικοκρατία.
Στη συνέχεια θα αναπτυχθούν τα μέσα πουν θα χρησιμοποιήσει η Λυσιστράτη ώστε να επιτύχει τον τελικό της στόχο, που δεν ήταν άλλος από το τέλος του Πελοπονησιακού πολέμου.
Η Λυσιστράτη θα είναι μια γεννημένη αρχηγίνα, που θα ξυπνήσει την κοιμισμένη συνείδηση των γυναικών (όπως ο Πεισθαίτερος την είχε ξυπνήσει στα πουλιά), και που θα οργανώσει όπως και αυτός μια ιδανική ¨Γυναικοκοκκυγία¨. Είναι Ειρηνοποιός και στόχο θα έχει την ειρήνη επί γης και όχι την Ουράνια. Αποφασιστικός θα είναι και ο πρόεδρος για την επιστροφή στην προηγούμενη της γυναικοκρατίας κατάσταση στο χωριό.
Το πρώτο όπλο που θα χρησιμοποιήσει η Λυσιστράτη, θα είναι η πειθώ (η Πειθω στη μυθολογία ήταν συνυφασμένη με τη δύναμη του λόγου), προκειμένου να έρθει η Ειρήνη μέσω της αποχής από τα ερωτικά. «Ω δέσποινα της αγοράς, κι αγαπημένη κούπα,26 ω». «Η Λυσιστράτη επικαλείται τη δέσποινα Πειθώ, προκειμένου να πείσει τις γυναίκες να συνεργαστούν για την υλοποίηση του σχεδίου της, ο σωτήρας κατορθώνει με την πειθώ να επιβάλλει τις απόψεις του, και αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό, όταν το πρόσωπο του σωτήρα είναι γυναίκα, αφού οι αρχαίοι Έλληνες επέβαλλαν στις γυναίκες την «αρετή της σιωπής27»». Η Πειθώ δε θα είναι άσχετη με τα ερωτικά, καθώς συσχετίζονταν με την Αφροδίτη.
Η Λυσιστράτη θα χρησιμοποιήσει και ακόμη ένα πνευματικό μέσο, τη λογική. Θα πει λοιπόν: «Γιατί μοχλούς; Νιονιό χρειάζεται και όχι μοχλούς28», παρακάτω θα πει επίσης: « Είμαι γυναίκα κι έχω ξυράφι μυαλό. Με φρόνηση με προίκισεν η φύση αλλά κι απ’ τον πατέρα μου κι απ’ τους γεροντότερους έμαθα πλήθος τα πράγματα κι αμόρφωτη δεν είμαι29». Η Λυσιστράτη επίσης δε θα επιθυμήσει τους κηφήνες και θα πει σχετικά: «Πάνω στο πλυσταριό της πόλης με κόπανο τους πονηρούς να κοπανάτε κι από τ’ αγκάθια και τριβόλια τη χώρα ν’ απαλλάξετε . Τα μουλωχτά και τα σκληρά λινάρια που παίρνουν τ’ αξιώματα να λαναρίσετε τα ξέφτια τους μαδώντας. Αφού τα ξάνετε καλά, σ’ ένα πανέρι βάλτε τα κι αξιοκρατικά ανακατώστε τα με τους αλλοδαπούς. Ξένος ή φίλος και όποιος χρωστάει στο δημόσιο ανακατέψτε τους κι αυτούς. Σοι πολίτες μετανάστευσαν σε ξένη χώρα είναι κλωστές από της πόλης το κουβάρι. Πάρτε, ματίστε τις κλωστές, μαζέψτε το κουβάρι, μεγαλώστε το, βάλτε μπροστά τον αργαλειό να υφάνετε ζεστό παλτό στο δήμο30.».
Η πρωταγωνίστρια όμως θα επιχειρήσει και τη χρήση του δόλου, της αποπλάνησης και της απάτης. Η Λυσιστράτη θα είναι η επινοήτρια του δόλου. «Σιγά σιγά συγκεντρώνονται οι συνωμότισσες, όταν όμως η Λυσιστράτη φανερώνει το κύριο στρατηγικό της μέσο, την ερωτική απεργία, ώσπου να αποσπάσουν την ειρήνη, τότε φαίνεται αμέσως πόσο δύσκολο θα είναι να πραγματοποιήσουν μια τέτοια θυσία31». Έτσι λοιπόν μετά τις αντιδράσεις των γυναικών θα τις εξηγήσει το σχέδιο:
«ΚΛ.: Αν όπως λες αποφασίσω γι’ αποχή, σκατά στο στόμα μου, υπάρχει ελπίδα τόση δα, να γίνει Ειρήνη;
ΛΥ.: Μεγάλη, μα την παρθένα. Αν καθόμαστε σπίτι, καλοβαμμένες μες στο διαφανές το ζιπουνάκι μας, από κάτω γυμνές, με ξυρισμένο το νινί και περπατάμε κουνιστές, οι άντρες θα καυλώσουν. Θα λαχταρούν να μας πλακώσουν σαν μουρλοί. Εμείς τραβιόμαστε νωχελικά και δεν το δίνουμε. Ξέρω καλά, θα τρέξουν για σπονδές στο άψε σβήσε32.».
Με πονηριά η Λυσιστράτη θα θέσει στις γυναίκες, ακόμη και το παράδειγμα της Ελένης και του Μενέλαου, προκειμένου να τις πείσει για την επιτυχία του εγχειρήματος: «Της Ελένης τα στήθη μόλις είδε γυμνά ο Μενέλαος, το ‘βαλε κάτω το σπαθί.33». Στο σημείο αυτό θα βρει στην προσπάθεια της αρωγό τη Λαμπιτώ. Η Σπαρτιάτισσα θα πει προς τη Λυσιστράτη: «Όσο μιλάς καλά, τόσο καλά τα φτιάχνεις.¨».34Πιο κάτω η Λαμπιτώ θα παροτρύνει τη Λυσιστράτη: «Ξεκίνα εσύ τον όρκο κι ορκιζόμαστε35.» και «θέλω να πω τον όρκο μονορούφι36». Η συμμαχία με τη Λαμπιτώ θα είναι νευραλγική.
Με μεθοδικότητα και πονηριά επίσης η Λυσιστράτη θα ενεργήσει και στη σκηνή με τον Κινησία. Η πρωταγωνίστρια θα προτρέψει τη Μυρσίνη να δημιουργήσει στο σύζυγο της προσδοκίες: «Δική σου δουλειά να τον ψήσεις, να τον γυρίσεις στη σούβλα, να τον ζουρλάνεις με φιλιά. Να του τα δώσεις όλα, εκτός απ’ το σταμνί του όρκου37.». Η Μυρίνη θα ακολουθήσει το σχέδιο της Λυσιστράτης με ακρίβεια:
«ΜΥ.: Τότε να φέρω το κρεβατάκι.
ΚΙ.: Τι να το κάνουμε; Καλά ναι και κατάχαμα.
ΜΥ.: Μα το θεό. Δε θέλω να ξαπλώσεις στα χώματα, κι ας είσαι και κακό παιδί.
ΚΙ.: Φως φανάρι καλέ. Τρελαίνεται για μένα.
ΜΥ.: Ξάπλωσε την κορμάρα σου. Εγώ γδύνομαι. Χρειάζεται μια ψάθα.
ΚΙ.: Μα τι τη θες την ψάθα;
ΜΥ: Μα τη θεά απάνω στα σανίδια; Ντροπή!
ΚΙ.: Θέλω να σε γαμήσω.
ΜΥ.: Να.38».
Πιο κάτω και ενώ η Μυρίνη θα ακολουθήσει το σχέδιο κατά γράμμα, θα φύγει και θα αφήσει τον Κινησία απελπισμένο να κραυγάζει: «Υπάρχει κανένας πούστης; Νοικιάστε μου καμιά βυζάστρα ρε παιδιά39.». Η πονηριά θα χρησιμοποιηθεί ως τελευταίο όπλο και για τη συμφιλίωση.
Επιπρόσθετα η Λυσιστράτη θα ελέγξει και το θησαυροφυλάκιο της πόλης, καθώς έχει μεριμνήσει και έχει στείλει σε προγενέστερο χρόνο της ηλικιωμένες γυναίκες της Αθήνας να καταλάβουν την Ακρόπολη. Θα πει λοιπόν στη Λαμπιτώ: «Το ναό της θεάς στην Ακρόπολη οι γριές τον έχουν καταλάβει40».
Η Λυσιστράτη όμως θα λειτουργήσει περισσότερο με εξαναγκασμό παρά με πειθώ. Έτσι θα κρατήσει ομήρους από την αρχή γυναίκες από διάφορες πόλεις-κράτη. «Άσε τη Βοιωτή και την Κορίνθια να τις κρατώ ομήρους41» Θα πει απευθυνόμενη στη Λαμπιτώ. Γενικά η Λυσιστράτη θα είναι αυστηρή με τις γυναίκες. Από την αρχή θα τις επιπλήττει είτε γιατί άργησαν να προσέλθουν: «Δεν έπρεπε λοιπόν να τσακιστούν να έρθουν;».
Εν κατακλείδι οι γυναίκες καθοδηγούμενες από τη Λυσιστράτη θα κάνουν χρήση κυρίως πνευματικών μέσων ώστε να πετύχουν το στόχο τους.
Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων της Λυσιστράτης για τον τερματισμό του πολέμου και του προέδρου του χωριού για την επιστροφή των γυναικών στην προηγούμενη του εθίμου κατάσταση.
Η Λυσιστράτη είναι η αρχηγός που θα προβάλλει το δικό της παράδειγμα και θα παρασύρει τη μάζα.
Έτσι λοιπόν μετά την εκφώνηση του όρκου θα πει: «Πρώτη θα κοινωνήσω εγώ42». «Η Αθηναία αρχηγίνα είναι δεινή, άγρια φανατική στη σταυροφορία της για την ειρήνη. Έχει ετοιμάσει το σχέδιο της τις νύχτες αγρυπνώντας. Κι όταν καταφέρει τις Αθηναίες και τις Πελοπονήσιες να ορκιστούν πάνω σε μια γαβάθα κρασί πως θα κρατήσουν την ερωτική απεργία, ώσπου ν’ αναγκάσουν τους άντρες τους να κλείσουν ειρήνη, ο όρκος είναι παρόλη την κωμική ελευθεροστομία, ένα θανατερό φιρμάνι 43». «Μη σώσει άντρας, μη σώσει γκόμενος…44», κατόπιν «ποτέ δε θα δοθώ στον άντρα μου με κέφι», ακολούθως «χωρίς κουνήματα τ’ αρχίδια θα του πρήζω45», και παρακάτω «αν τον όρκο πατήσω να πιω νεράκι46».Η Λυσιστράτη όπως επισημάνθηκε, θα επιχειρήσει να τις ξυπνήσει από το λήθαργο του γυναικωνίτη: «Μας αξίζει πλυσταριό και νεροχύτης47»
Ο αθηναίος ποιητής θα παρουσιάσει τη Λυσιστράτη να είναι τρομερή με τους άντρες, θα διακηρύξει λοιπόν με αποφασιστικότητα: «Πολύ που με νοιάζει. Φοβέρα και φωτιά δε χαμπαρίζουμε, οι πύλες δε θ’ ανοίξουν, αν όσα λέμε δε δεχτούν και άνευ όρων μάλιστα48». Ιδιαίτερα αυστηρή η Αθηναία, θα είναι με τον Πρόβουλο, αυτό το αντιπροσωπευτικό δείγμα πεισματάρικου και ανόητου αθηναίου άνδρα. Του λέει με οργή: «Τι άλλο πάλι ποθείς; προχώρησε στη βάρκα. Ο χάρος σε καλεί. Μην εμποδίζεις την αναχώρηση.49» Ο Πρόβουλος ήταν μέλος επιτροπής από εξέχοντες ηλικιωμένους πολίτες, τα γεγονότα της σικελικής εκστρατείας υπήρξαν η αφορμή για τη σύγκρουση. Η Λυσιστράτη τον αντιμετωπίζει σθεναρά, αποτυγχάνει να τις συλλάβει με τους Σκύθες τοξότες που τον συνόδευαν. «Ξέρετε τάχα, στο θεό σας, πως έχουμε κι εμείς τέσσερις λόχους μάχιμων γυναικών εξοπλισμένων50». Στην πραγματικότητα όμως «ο Αθηναίος θεατής του 5ου αιώνα γνώριζε καλά πως στο τέλος όλα θα επανέρχονταν στην τάξη ο κόσμος «αντεστραμένος τα πάνω κάτω» θα επέστρεφε πάλι στη θέση του και οι γυναίκες θα ξαναεύρισκαν το δρόμο για το σπίτι51»
Στον αγώνα λόγων ο γυναικείος χορός θα συμπαρίσταται στη Λυσιστράτη, «Τις στάμνες παρατήστε και ας δώσουμε στη φιλενάδα μια βοήθεια52» και ο ανδρικός στον Πρόβουλο «Πρόβουλε μα παίρνουν από λόγια τα άγρια θηρία53;». Ο Πρόβουλος θα φύγει ντροπιασμένος αφού η Λυσιστράτη του τα ψάλλει: «Θα υποβάλλεις μήνυση; Δε σε κηδέψαμε καλά; Πρωί πρωί θα ‘ρθούμε στα εννιάμερα να ψάλουμε τρισάγιο στην ψυχή σου54».
Η Λυσιστράτη τελικά θα επιτύχει τη νίκη, οι άνδρες θα καταληφθούν από ομαδική απελπισία και θα λυγίσουν. Ο αθηναίος απεσταλμένος θα πει αναζητώντας τη Λυσιστράτη: «Από οξεία πάσχουμε καυλιαση. Αν παρευθύς ειρήνη δε συνάψω, βρες κανένα πούστη να γαμήσω μάνι μάνι55». «Τη μεγάλη συμφωνία την προαναγγέλλει η συμφωνία ανάμεσα στους δύο αντίπαλους χορούς, που ενώνονται σε έναν. Οι Σπαρτιάτες απεσταλμένοι καταλήγουν σε διαπραγματεύσεις, και η Λυσιστράτη συνοδευόμενη, από την προσωποποιημένη συμφιλίωση (Διαλλαγή τη λέει), έρχεται σε συνάντηση με τα δύο μέρη56». Η Διαλλαγή θα είναι μια πολυπόθητη γυμνή γυναίκα.
Όταν θα έρθουν οι πληρεξούσιοι από τη Σπάρτη, ο πρόεδρος των αθηναίων αντιπροσώπων, ο Πρύτανης, καλεί τη Λυσιστράτη ως μοναδική που θα έχει την ικανότητα να συμβιβάσει. «Τη Λυσιστράτη κάποιος ας φωνάξει. Μονάχα αυτή μπορεί να μας μονιάσει57». Η Λυσιστράτη θα σταθεί στη μέση και θα καλέσει τη Διαλλαγή, θα της πει να έρθει κοντά στους αντιπροσώπους που θα τοποθετηθούν δεξιά και αριστερά. Όλοι θα κοιτούν με πόθο τη Διαλλαγή. Η Λυσιστράτη θα θυμίσει το σεισμό του 464, που έδωσε την ευκαιρία στους είλωτες να ξεσηκωθούν, και τους συνέδραμε ο Κίμωνας: «Με τέσσερις χιλιάδες έφτασε στρατόν ο Κίμωνας κι η Σπάρτη σώθηκε58». Επίσης θα θυμίσει μια ευεργεσία των Σπαρτιατών προς τους Αθηναίους (510 π.Χ.), «Ξεχάσατε πως τότε που φορούσατε προβιές ήρθαν οι Λάκωνες και σκότωσαν τους Θεσσαλούς τους φίλους του Ιππία και τους συμμάχους και μόνοι τους πολέμησαν τη μέρα κείνη και σας λευτέρωσαν59».
Η χρήση του ωραίου σώματος της Διαλλαγής, σαν χάρτης για να προβάλλουν τις αξιώσεις τους Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, θα είναι αποτελεσματική. Η Λυσιστράτη θα συμβουλεύσει τους εμπλεκόμενους για αμοιβαίες υποχωρήσεις. Τελικά θα επιτευχθει η αποκατάσταση της ομαλότητας και με αμοιβαίες υποχωρήσεις θα έρθει η Ειρήνη, καθώς οι Αθηναίοι θα παραιτηθούν από την Πύλο, «Του Κατακόλου πάππου προς πάππου βάζαμε κωλοδάκτυλο σ’ αυτήν την περιφέρεια60», και οι Σπαρτιάτες από ορισμένες άλλες περιοχές, «Ζητούμε λοιπόν την ορεινή Κλειτορία, τον πισινό, τον κόλπο το Μαλιακό, και τα μεγάλα σκέλια των Μεγάρων61». Στο σημείο αυτό όμως αξίζει να σημειωθεί ότι: «« Δικαιολογημένα έχει παρατηρηθεί ότι η εξωπραγματική λυσιστράτεια μεθόδευση για την επίτευξη της Ειρήνης αντανακλά το γεγονός ότι η ίδια η Ειρήνη ήταν εξωπραγματική το 411, δεδομένου ότι τότε πια οι μεν Σπαρτιάτες, που υπερτερούσαν από τους Αθηναίους στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά, δεν είχαν λόγους να αναλάβουν πρωτοβουλία σύναψης Ειρήνης, αλλά προσδοκούσαν να νικήσουν τους Αθηναίους κατά κράτος, οι δε Αθηναίοι γνώριζαν ότι, αν έκαναν προτάσεις Ειρήνης, οι Σπαρτιάτες θα απαιτούσαν από αυτούς να παραδοθούν χωρίς όρους62.» Το έργο θα λήξει με γλέντι, που θα είναι ευεργετικό για την αποσυμπίεση της ατμόσφαιρας.
Η Αθηναία πρωταγωνίστρια θα ακολουθήσει με προσήλωση το στόχο της και θα επιτύχει την Ειρήνη μεταξύ των δύο συνασπισμών.
Συμπεράσματα
Το έργο αποτέλεσε την τελευταία φιλειρηνική προσπάθεια του μεγάλου αθηναίου συγγραφέα για την εξυπηρέτηση της συγγραφής του θα συμπεριλάβει μόνο τις παντρεμένες Αθηναίες. Ο Αριστοφάνης, εύστοχα θα αποτυπώσει τα στερεότυπα της εποχής του, όσον αφορά το γυναικείο φύλλο που το ήθελαν εντελώς αποκομμένο από τη δημόσια ζωή, κλεισμένο στο γυναικωνίτη και αντικείμενο του πόθου. Υποσυνείδητα όμως οι διάφορες απόπειρες των ανδρών να τις προσεγγίσουν κρύβει αγάπη γι’ αυτές και νόστο για τον οικογενειακό βίο.
Η Λυσιστράτη, όπως είδαμε, διαθέτει ηγετικά χαρίσματα, ενώ αναμφισβήτητα προτάσσει το ατομικό παράδειγμα. Υπήρξε, θα λέγαμε, υποδειγματική στη διεύθυνση της επιχείρησης. Η πρωταγωνίστρια δε θα διστάσει να λειτουργήσει με δόλο, απάτη, αποπλάνηση αλλά και ενίοτε με βία. Όλα αυτά θα αποτελούσαν κενό γράμμα αν δεν έφεραν το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της συμφιλίωσης. Οι άντρες απελπίστηκαν από τη σεξουαλική στέρηση και ενέδωσαν στην Ειρήνη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
1) Αριστοφάνης, Λυσιστράτη, μεταφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993.
2) Αδριάνου Ε. και Ξιφάρα Π., Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως το Μένανδρο, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001
3) Γεωργουσόπουλος Κ., Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, 1 Αρχαίο Δράμα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1982.
4) Δ. Λοΐζος, Η Αρχαία Ελλάδα και οι Ανατολικοί λαοί, από τους Σουμέριους στο Μ. Αλέξανδρο 3000-323 π.Χ., Ηλεκτρονική Έκδοση, Αθήνα 2012.
5) Μ.Β. Σακελαρίου, Η Αθηναϊκή δημοκρατία, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 1999.
6) Παπάς Θ., Αριστοφάνης, ο ποιητής και το έργο του, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2016
7) Σολομός Α., Ο ζωντανός Αριστοφάνης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990.
8) Bowie A.M., Myth Ritual and Comedy, Cambridge 1993.
9) Claude Mosse, Αθήνα, ιστορία μιας δημοκρατίας, μεταφρ. Δ. Αγγελίδου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002.
10) Claude Mosse, Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα», μετ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 129.
11) Dover K.J., Η κωμωδία του Αριστοφάνη, μεταφρ. Φ. Κακρίδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1984.
12) Lesky A., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μεταφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2006.
Παύλος Παπαδόπουλος, Ανώτερος Αξιωματικός ΕΛ.ΑΣ., Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών.


