
Τα θεατρικά στοιχεία στο Στη σκιά της πεταλούδας του Ισίδωρου Ζουργού – μια προσωπική ανάγνωση…
Υπάρχουν μυθιστορήματα που τα διαβάζεις και υπάρχουν άλλα που τα κατοικείς για μήνες. Το «Στη σκιά της πεταλούδας» ανήκει για μένα ξεκάθαρα στη δεύτερη περίπτωση. Είναι το μυθιστόρημα που ολοκληρώνω αυτόν τον καιρό και όσο πλησιάζω στις τελευταίες του σελίδες, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι κάτω από τον ιστορικό του όγκο κρύβεται ένας βαθιά θεατρικός πυρήνας.
Δεν το λέω μόνο επειδή διαθέτει διάλογο ή επειδή θα μπορούσε να ανέβει στη σκηνή. Το λέω γιατί το έργο σκέφτεται σκηνικά. Συμπυκνώνει ανθρώπους, πιέσεις, μνήμες και χρόνους μέσα σε έναν κλειστό χώρο και αφήνει την ένταση να δουλέψει αργά, σχεδόν υπόγεια. Ένα ασανσέρ, δύο άνθρωποι, καμία διαφυγή. Στην ουσία, μια σκηνή.
Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που με τράβηξε περισσότερο. Όχι ο εγκλωβισμός ως τεχνικό εύρημα, αλλά ως μηχανισμός πίεσης. Πώς ένας περιορισμένος χώρος αρχίζει να σφίγγει τους ανθρώπους μέχρι να τους αναγκάσει να μιλήσουν πραγματικά. Να βγάλουν από μέσα τους πράγματα που υπό άλλες συνθήκες θα έμεναν θαμμένα. Εκεί αισθάνθηκα πολλές φορές ότι συναντώ κάτι πολύ κοντά στον τρόπο που προσπαθώ κι εγώ να δουλέψω δραματουργικά στα «Νέα της Αλεξάνδρας».
Και στο δικό μου έργο οι χαρακτήρες δεν αποκαλύπτονται επειδή απλώς «συζητούν». Αποκαλύπτονται όταν πιεστούν. Όταν ο χώρος, οι σχέσεις, οι σιωπές και οι μνήμες γίνουν ασφυκτικές. Η αλήθεια εμφανίζεται τη στιγμή που οι άμυνες αρχίζουν να σπάνε. Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας τον Ζουργό: ότι η πραγματική δράση δεν βρίσκεται στις εξωτερικές κινήσεις, αλλά στην εσωτερική διάβρωση των προσώπων.
Ο Ζουργός στηρίζεται έντονα στον διάλογο. Οι ήρωές του ξεδιπλώνονται μέσα από όσα λένε, αλλά κυρίως μέσα από όσα καθυστερούν να πουν. Αυτό είναι βαθιά θεατρικό. Ωστόσο, διαβάζοντάς το μέσα από τη δική μου οπτική, στάθηκα ιδιαίτερα στις στιγμές όπου ο λόγος θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο αιχμηρός. Γιατί για μένα ο διάλογος δεν είναι απλώς ανταλλαγή πληροφοριών. Είναι ένταση. Είναι η στιγμή που μια φράση πέφτει μέσα στη σκηνή σαν λεπίδα και αλλάζει τις ισορροπίες.
Στα «Νέα της Αλεξάνδρας» αυτό είναι κάτι που προσπάθησα συνειδητά να δουλέψω. Μικρές φράσεις, ξαφνικά κοψίματα, ήρεμες επιφάνειες που από κάτω βράζουν. Όχι συνεχείς κορυφώσεις, αλλά μικρές ρωγμές που ανοίγουν σιγά σιγά μέχρι να οδηγήσουν στη ρήξη. Έτσι διάβασα και το «Στη σκιά της πεταλούδας». Όχι μόνο ως αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά ως αργή συσσώρευση πίεσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τον χρόνο. Το παρόν του μυθιστορήματος παραμένει σχεδόν ακίνητο, όμως το παρελθόν επιστρέφει διαρκώς σε κύματα. Αυτό το στοιχείο με άγγιξε ιδιαίτερα, γιατί συνδέεται με μια λογική που προσπαθώ κι εγώ να ακολουθήσω: την κυματοειδή και σπειροειδή ανάπτυξη της έντασης. Δεν με ενδιαφέρει μια ευθεία δραματουργική γραμμή. Με ενδιαφέρει η επιστροφή. Η επαναφορά του ίδιου τραύματος από διαφορετική γωνία, κάθε φορά πιο κοντά στον πυρήνα του.
Η Θεσσαλονίκη στο έργο λειτουργεί σαν αόρατος χαρακτήρας. Δεν εμφανίζεται άμεσα, αλλά διαπερνά τα πάντα. Κουβαλά ιστορία, μνήμη, μεταμορφώσεις και απώλειες. Αυτό είναι κάτι που επίσης με αγγίζει προσωπικά. Γιατί πιστεύω ότι στο καλό θέατρο ο χώρος δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Αναπνέει μαζί με τους χαρακτήρες. Τους βαραίνει, τους πιέζει, περνά μέσα στον λόγο τους ακόμη κι όταν δεν κατονομάζεται.
Όσο ολοκληρώνω το μυθιστόρημα, τόσο περισσότερο νιώθω ότι η πραγματική του δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στην ιστορική του διάσταση, αλλά στον τρόπο που μετατρέπει τη μνήμη σε σκηνική ένταση. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη συγγένεια που αισθάνομαι με αυτό. Στο ότι πίσω από την αφήγηση υπάρχει μια συνεχής δραματουργική πίεση, ένας υπόγειος παλμός που περιμένει τη στιγμή της έκρηξης.
Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και η βασική διαφορά ανάμεσα στη δική μου ματιά και στη ματιά του Ζουργού. Εκείνος αφήνει την ένταση να απλώνεται αργά, σχεδόν ομιχλώδης. Εγώ θα την ήθελα πιο σφιχτή, πιο κοφτή, πιο κοντά στη στιγμή της ρήξης. Όχι καλύτερη ή χειρότερη. Απλώς διαφορετικής θερμοκρασίας. Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο με κράτησε τόσο πολύ αυτόν τον καιρό: γιατί κάτω από τη δική του δραματουργία αναγνώρισα, σε αρκετά σημεία, και τις δικές μου αγωνίες γύρω από το θέατρο και τον τρόπο που γεννιέται η ένταση πάνω στη σκηνή.
-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


