Βουδαπέστη 1945: η πόλη που πάγωσε όρθια – Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Βουδαπέστη 1945: η πόλη που πάγωσε όρθια.

Το πρόσφατο ταξίδι μου στη Βουδαπέστη δεν ήταν από αυτά που τελειώνουν με φωτογραφίες και αναμνήσεις επιφανειακές. Περπάτησα δρόμους ήρεμους, κάθισα σε καφέ δίπλα στον Δούναβη, ανέβηκα στον λόφο του Γκέλλερτ για τη θέα — και όμως, σχεδόν σε κάθε στάση, κάποιος μου μιλούσε για τον χειμώνα του 1944–45. Για την πολιορκία. Για το κρύο. Για τους ανθρώπους που έμειναν στα υπόγεια. Για εκείνους που δεν βγήκαν ποτέ. Η πόλη δεν το φωνάζει· το κουβαλά. Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιμονή της μνήμης, γεννήθηκε η ανάγκη να γράψω. Όχι για τη μάχη όπως καταγράφεται στους χάρτες, αλλά όπως ίσως έμεινε στα σώματα.

Υπάρχουν μάχες που κρίνονται σε πεδιάδες, με στρατούς που κινούνται σαν σκιές πάνω σε χάρτες. Και υπάρχουν μάχες που κρίνονται μέσα σε σκάλες, σε υπόγεια, σε μισογκρεμισμένα δωμάτια, εκεί όπου ο άνθρωπος δεν ακούει πρώτα τη στρατηγική αλλά την ανάσα του. Η Μάχη της Βουδαπέστης, από τα τέλη Δεκεμβρίου 1944 ως τις 13 Φεβρουαρίου 1945, ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Δεν ήταν μόνο μια στρατιωτική αναμέτρηση. Ήταν η βραδεία συντριβή μιας πρωτεύουσας, ενός στρατού, μιας συμμαχίας, ενός πληθυσμού που βρέθηκε σφηνωμένος ανάμεσα στη ναζιστική εμμονή και στη σοβιετική προέλαση. Η πόλη περικυκλώθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1944 από δυνάμεις του 2ου και 3ου Ουκρανικού Μετώπου, με επικεφαλής τους Ροντιόν Μαλινόφσκι και Φιόντορ Τολμπούχιν, ενώ στην άμυνα βρέθηκαν γερμανικές και ουγγρικές μονάδες υπό τον Καρλ Πφέφερ-Βίλντενμπρουχ.

Η σύγκρουση αυτή δεν έγινε σε μια τυχαία πόλη. Η Βουδαπέστη ήταν για τον Χίτλερ κάτι παραπάνω από πρωτεύουσα συμμάχου. Ήταν κόμβος, πέρασμα, σύμβολο και καθυστέρηση μαζί. Η Ουγγαρία είχε ακόμη πετρέλαιο, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, βάθος προς τη Βιέννη. Γι’ αυτό ο Χίτλερ την ανακήρυξε ουσιαστικά σε φρούριο και απαγόρευσε την υποχώρηση. Από την άλλη, ο Στάλιν ήθελε την πτώση της πόλης όχι μόνο για στρατιωτικό κέρδος, αλλά και για να ανοίξει ο δρόμος προς τη Βιέννη και βαθύτερα προς την Κεντρική Ευρώπη. Η μάχη έγινε έτσι ένα πείσμα δύο κόσμων που κατέρρεαν και γεννιούνταν ταυτόχρονα.

Αυτό που κάνει όμως τη Βουδαπέστη να μένει στη μνήμη δεν είναι μόνο οι αποφάσεις των στρατηγείων. Είναι το υλικό της μάχης. Το κρύο. Η πέτρα. Ο Δούναβης. Οι γέφυρες. Η κλιμακωτή πτώση της πόλης. Πρώτα η Πέστη, επίπεδη, εκτεθειμένη, πιο ευάλωτη στην προέλαση. Έπειτα η Βούδα, λοφώδης, σπασμένη σε υψώματα, πιο κατάλληλη για άμυνα, πιο αργή στον θάνατο. Η Πέστη χάθηκε πρώτη· η Βούδα κράτησε περισσότερο, ακριβώς επειδή μπορούσε να στηριχθεί στους λόφους της, στα οχυρωμένα σημεία της, στις απότομες πλαγιές της. Όταν οι γέφυρες του Δούναβη καταστράφηκαν, η πόλη δεν χωρίστηκε απλώς στα δύο. Έμεινε σαν σώμα κομμένο στη μέση, με τη μία όχθη να πεθαίνει μπροστά στα μάτια της άλλης.

Και μέσα σε όλα αυτά, το πρώτο πράγμα που δεν άφηνε κανέναν ήσυχο δεν ήταν ο εχθρός. Ήταν το κρύο. Όχι το ρομαντικό κρύο του χειμώνα, αλλά το πολεμικό κρύο, αυτό που μπαίνει από τα σπασμένα τζάμια, από τους καμένους τοίχους, από τα ανοικτά υπόγεια, από τις τρύπες των οβίδων. Στη Βουδαπέστη του χειμώνα 1944–45 έλειπαν σταδιακά το αέριο, το νερό, το ρεύμα. Το αέριο έσβησε στα τέλη Δεκεμβρίου, το νερό κατέρρευσε στις αρχές Ιανουαρίου, το ηλεκτρικό χάθηκε κι αυτό, και η πόλη άρχισε να ζει όχι όπως ζουν οι πόλεις αλλά όπως επιβιώνουν τα ορυχεία και τα πλοία που βουλιάζουν: με ελάχιστο φως, με αυτοσχέδιες εστίες, με ουρές για νερό, με χιόνι λιωμένο σε κατσαρόλες, με ανθρώπους που άκουγαν τον άλλον να μασά στο σκοτάδι και ένιωθαν φθόνο.

Στα υπόγεια, όπου στριμώχτηκαν για εβδομάδες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, το κρύο δεν ήταν μόνο θερμοκρασία. Ήταν κατάσταση του νου. Οι τοίχοι ίδρωναν από τις ανάσες, οι οροφές έσταζαν, οι τουαλέτες σταματούσαν να λειτουργούν, το νερό έπρεπε να μεταφερθεί από μακριά υπό πυρά, και η πείνα έσφιγγε μαζί με τη δυσεντερία, τις ψείρες, τη βρώμα και την εξάντληση. Άλογα σφαγιάζονταν για να μην πεθάνει ο κόσμος από ασιτία. Το ψωμί έγινε μέτρο ύπαρξης. Η ζέστη, προνόμιο σχεδόν μυθικό. Εκεί, μέσα στα καταφύγια, ο άνθρωπος δεν σκεφτόταν την πατρίδα ούτε την ιδεολογία. Σκεφτόταν αν θα αντέξει άλλη μία νύχτα χωρίς νερό, χωρίς φως, με το παιδί δίπλα του να βήχει.

Γι’ αυτό και η Μάχη της Βουδαπέστης συχνά συγκρίνεται με άλλες μεγάλες πολιορκίες του πολέμου. Όχι επειδή είχε ακριβώς την ίδια κλίμακα, αλλά επειδή είχε την ίδια πυκνότητα τρόμου. Κάθε τετράγωνο γινόταν μέτωπο. Κάθε πολυκατοικία μικρό φρούριο. Κάθε σκάλα πιθανός τόπος ενέδρας. Ο δρόμος δεν ήταν ποτέ απλός δρόμος: ήταν βολή, γωνία πυρός, παγωμένο άνοιγμα όπου μπορούσες να χαθείς σε τρία δευτερόλεπτα. Ο ελεύθερος σκοπευτής, η χειροβομβίδα στο υπόγειο, το φλογοβόλο, το αντιαρματικό πίσω από μια γωνία, όλα αυτά δεν έδιναν στη μάχη μορφή μετώπου αλλά μορφή εισβολής στο ίδιο το εσωτερικό της ζωής.

Οι πρωταγωνιστές της μάχης, αν το πούμε στρατιωτικά, είχαν ονόματα και βαθμούς. Μαλινόφσκι, Τολμπούχιν, Πφέφερ-Βίλντενμπρουχ. Από τη μία ο Κόκκινος Στρατός, μαζί με ρουμανικές δυνάμεις· από την άλλη γερμανικές μονάδες της Βέρμαχτ και των Waffen-SS, μαζί με ουγγρικά τμήματα και σχηματισμούς ενός κράτους που είχε ήδη περάσει στη φάση της αποσύνθεσης. Αν το πούμε όμως ανθρώπινα, οι πρωταγωνιστές ήταν άλλοι: ο στρατιώτης που δεν ένιωθε πια τα δάχτυλά του, η γυναίκα που κατέβαινε σε υπόγειο με δύο κουβέρτες και τρία παιδιά, ο τραυματίας που έμενε πίσω επειδή δεν μπορούσε να σηκωθεί, ο Εβραίος της πόλης που ζούσε ανάμεσα στην τρομοκρατία των Σταυροβελών και στο πλησίασμα μιας “απελευθέρωσης” που θα ερχόταν κι αυτή με βία. Το Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ σημειώνει ότι η Βουδαπέστη είχε μετατραπεί ήδη από το 1944 σε χώρο ακραίου διωγμού των Εβραίων, με εκτελέσεις στις όχθες του Δούναβη και πορείες θανάτου, ενώ ως την απελευθέρωση πάνω από 100.000 Εβραίοι παρέμεναν ζωντανοί μέσα στην πόλη.

Σε τέτοιες μάχες, οι αριθμοί είναι πάντα κάπως ατελείς και κάπως βάρβαροι. Ξέρουμε όμως το μέγεθος της συμφοράς. Περίπου 79.000 Γερμανοί και Ούγγροι μαχητές βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στην πόλη όταν έκλεισε ο κλοιός. Οι σοβιετικές απώλειες αποτιμώνται γενικά κάπου ανάμεσα στις 100.000 και 160.000. Οι άμαχοι νεκροί μέσα στην πολιορκία υπολογίζονται γύρω στις 38.000, ενώ η ευρύτερη ανθρώπινη καταστροφή ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Η Βουδαπέστη βγήκε από τη μάχη ρημαγμένη, με τεράστιο ποσοστό κτιρίων κατεστραμμένων ή βαριά πληγωμένων και με όλες τις γέφυρες του Δούναβη χαμένες. Οι ακριβείς απολογισμοί διαφέρουν από πηγή σε πηγή, αλλά καμία σοβαρή πηγή δεν διαφωνεί στο βασικό: ήταν μία από τις αγριότερες και πιο δαπανηρές αστικές συγκρούσεις στην Ευρώπη του πολέμου.

Και πάνω από αυτή την πόλη, σαν πέτρινο μάτι που παρακολουθεί τα πάντα, υψωνόταν ο λόφος του Γκέλλερτ. Αυτός είναι ο τόπος που σωστά σε τραβά. Όχι μόνο επειδή είναι τοπόσημο, αλλά επειδή στη συγκεκριμένη μάχη λειτούργησε σχεδόν σαν δραματικός μηχανισμός. Ο λόφος, απότομος ασβεστολιθικός όγκος πάνω από τον Δούναβη, προσφέρει πανοραμική θέα σε ολόκληρη την πόλη. Στην κορυφή του δεσπόζει η Citadella, το παλιό αυστριακό οχυρό του 19ου αιώνα. Όποιος κρατούσε αυτό το ύψωμα, δεν κρατούσε απλώς ένα κτίσμα· κρατούσε το βλέμμα πάνω στη Βουδαπέστη. Κρατούσε τις γέφυρες, τη γραμμή του ποταμού, τις κινήσεις στη Βούδα και στην Πέστη, το ίδιο το αίσθημα της εποπτείας.

Γι’ αυτό ο λόφος του Γκέλλερτ δεν ήταν διακοσμητικό φόντο της μάχης. Ήταν ένας από τους τελευταίους σκληρούς κόμβους της. Όταν η Πέστη χάθηκε και η άμυνα συμπτύχθηκε στη Βούδα, τα υψώματα απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Στον Γκέλλερτ, στην Ακρόπολη, στις γύρω πλαγιές, στη γραμμή προς το Κάστρο, η μάχη πήρε χαρακτήρα σχεδόν αρχαϊκό: οι επιτιθέμενοι έπρεπε να ανεβούν προς τα επάνω, κάτω από πυρά, σε έδαφος που ευνοούσε τον αμυνόμενο. Δεν ήταν πια μόνο πόλεμος δρόμου· ήταν και πόλεμος ύψους. Πέτρα, σκαλοπάτι, λασπωμένο μονοπάτι, παγωμένη κλίση, χώμα ανακατεμένο με αίμα και ασβέστη. Στην τελική φάση της πολιορκίας, ο Γκέλλερτ έμεινε ένας από τους έσχατους πνεύμονες της άμυνας ακριβώς επειδή έβλεπε τα πάντα και δεσπόζε πάνω στην πόλη.

Εκεί, στον λόφο, το κρύο θα πρέπει να ήταν ακόμη πιο κοφτερό. Ο αέρας από τον Δούναβη ανεβαίνει και δέρνει το ύψωμα αλλιώς. Όχι σαν σε υπόγειο όπου το κρύο σε σαπίζει αργά, αλλά σαν ανοιχτή λεπίδα που περνά από το πρόσωπο και τα μάτια. Η πέτρα της Citadella, οι γυμνές πλαγιές, τα δέντρα χωρίς φύλλα, οι θέσεις μάχης που δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτα από ζεστασιά, όλα αυτά κάνουν τον Γκέλλερτ να μοιάζει όχι με καταφύγιο αλλά με σημείο αποκάλυψης. Εκεί δεν υπάρχει τίποτε να κρυφτεί. Μόνο ο άνεμος, η θέα και ο θάνατος που φαίνεται από μακριά καθώς πλησιάζει. Αυτό είναι, νομίζω, το δραματουργικό του μεγαλείο: ο λόφος είναι συγχρόνως παρατηρητήριο και παγίδα. Βλέπεις όλη την πόλη να τελειώνει, αλλά δεν μπορείς να τη σώσεις.

Κάπως έτσι φτάνουμε και στην έξοδο της 11ης Φεβρουαρίου 1945, μία από τις πιο τραγικές στιγμές της μάχης. Αφού οι επιχειρήσεις ανακούφισης Konrad είχαν αποτύχει και η άμυνα είχε ουσιαστικά καταδικαστεί, δόθηκε η απελπισμένη απόπειρα διάσπασης του κλοιού. Χιλιάδες βγήκαν νύχτα από τα ερείπια της Βούδας προς τα βορειοδυτικά. Στο χαρτί ήταν ελιγμός. Στην πράξη έγινε σφαγή. Το έδαφος, το σκοτάδι, η κόπωση, τα σοβιετικά πυρά, η απουσία συνοχής, όλα συνεργάστηκαν για να διαλύσουν εκείνη τη μάζα ανθρώπων που δεν ήταν πια σχεδόν στρατός αλλά υπολείμματα στρατού. Λίγοι μόνο έφτασαν στις γερμανικές γραμμές. Οι υπόλοιποι έπεσαν, παγιδεύτηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή χάθηκαν μέσα στο χιόνι και στα υψώματα της Βούδας.

Και όταν τελικά η πόλη έπεσε, στις 13 Φεβρουαρίου, δεν έπεσε με την καθαρότητα μιας σημαίας που υψώνεται. Έπεσε σαν οργανισμός εξαντλημένος. Οι μάχες σταμάτησαν, αλλά η ανθρώπινη συμφορά δεν σταμάτησε αυτομάτως. Η κατοχή της πόλης από τους Σοβιετικούς συνοδεύτηκε από λεηλασίες, εξαναγκασμούς, αρπαγές για εργασία, και σεξουαλική βία σε μεγάλη κλίμακα, γεγονότα που έχουν τεκμηριωθεί από την ιστοριογραφία του ίδιου του Κρίστιαν Ουνγκβάρι και άλλων ερευνητών. Την ίδια ώρα, για τους εναπομείναντες Εβραίους της πόλης, η είσοδος του Κόκκινου Στρατού σήμαινε το τέλος της άμεσης ναζιστικής και Σταυροβελικής εξόντωσης. Η λέξη “απελευθέρωση”, λοιπόν, στη Βουδαπέστη έχει πάντα διπλό βάρος: σωτηρία για πολλούς, νέο τραύμα για πολλούς άλλους.

Αν ήθελε κανείς να συμπυκνώσει τη σημασία της μάχης σε μία φράση, θα έλεγε ότι η Βουδαπέστη ήταν η στιγμή όπου το τέλος του Άξονα στην Κεντρική Ευρώπη πήρε τη μορφή μιας πόλης που ακρωτηριάστηκε μπροστά στα μάτια του κόσμου. Η πτώση της άνοιξε τον δρόμο προς τη Βιέννη και κόστισε στους Γερμανούς δυνάμεις που δεν αναπληρώνονταν πια. Η Britannica σημειώνει ευθέως ότι η άμυνα της Βουδαπέστης συνέβαλε στο να χαθεί για τη Γερμανία η Σιλεσία, ενώ η ευρύτερη σοβιετική προέλαση προς την Κεντρική Ευρώπη επιταχύνθηκε αποφασιστικά.

Όμως το βαθύτερο ίχνος της μάχης δεν βρίσκεται μόνο στη στρατηγική. Βρίσκεται στην αίσθηση. Στη Βουδαπέστη του 1945 ο πόλεμος δεν ήταν μια αλληλουχία επιχειρήσεων. Ήταν ένα κρύο που μπήκε στα οστά μιας πόλης. Ήταν ένας λόφος, ο Γκέλλερτ, που έβλεπε από ψηλά τη συντέλεια και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να την κρατήσει μέσα στο πέτρινο βλέμμα του. Ήταν μια πρωτεύουσα που έμεινε όρθια όσο άντεξαν τα υπόγεια, τα άλογα, τα πηγάδια, τα λίγα κάρβουνα, τα τελευταία φυσίγγια, τα σώματα που ακόμη δεν είχαν παραδοθεί ούτε στη φωτιά ούτε στον πάγο.

Και γι’ αυτό η Μάχη της Βουδαπέστης δεν διαβάζεται μόνο ως ιστορία. Διαβάζεται σαν παρατεταμένος παγετός της ανθρώπινης ψυχής.

Ο λόφος του Γκέλλερτ

Αν η Πέστη ήταν το σώμα που δεχόταν τα χτυπήματα, η Βούδα ήταν το κρανίο που αντιστεκόταν ακόμη. Και μέσα σ’ αυτό το κρανίο, ο λόφος του Γκέλλερτ ήταν ένα μάτι ανοιχτό. Ένα μάτι πέτρινο, παγωμένο, ακίνητο, που έβλεπε την πόλη να υποχωρεί κομμάτι κομμάτι προς τον θάνατό της.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε αυτό το ύψωμα εκείνον τον χειμώνα. Η πλαγιά κατεβαίνει προς τον Δούναβη σαν βαρύ πλευρό της πόλης. Από πάνω η Ακρόπολη, σκοτεινή, αγέρωχη, σχεδόν αδιάφορη. Από κάτω ο ποταμός, κρύος σαν μέταλλο. Και ανάμεσα, μονοπάτια, πέτρες, γυμνά δέντρα, θέσεις μάχης, πρόχειρα χαρακώματα, κομμένα καλώδια, πατημένο χιόνι, ίχνη από μπότες που σε λίγες ώρες θα είχαν γεμίσει αίμα ή θα είχαν σβηστεί από μια νέα νυχτερινή παγωνιά.

Ο Γκέλλερτ δεν ήταν μόνο στρατηγικό σημείο. Ήταν τόπος ψυχολογικός. Από εκεί η Βουδαπέστη δεν φαινόταν σαν πατρίδα ή σαν πρωτεύουσα. Φαινόταν σαν πράγμα που σβήνει. Τα κτίρια δεν είχαν πια πρόσωπο. Ήταν σπασμένα δόντια. Οι δρόμοι δεν ήταν δρόμοι. Ήταν χαρακές σε παγωμένο δέρμα. Οι γέφυρες, όσες ακόμη στέκονταν για λίγο πριν χαθούν όλες, έμοιαζαν με αρτηρίες που κάποιος τις κρατούσε με το χέρι για να μη φύγει όλο το αίμα. Και ο Δούναβης, βαρύς, σκοτεινός, δεν χώριζε μόνο τη Βούδα από την Πέστη. Χώριζε το πριν από το μετά.

Εκεί πάνω το κρύο είχε άλλη ποιότητα. Στην πεδιάδα το κρύο απλώνεται. Στον λόφο χτυπά. Κατεβαίνει με τον αέρα και σε βρίσκει στο μέτωπο, στο στόμα, στον λαιμό. Δεν σου επιτρέπει να αναπνεύσεις χωρίς να το νιώσεις. Η ανάσα βγαίνει κοφτή και αμέσως γίνεται λευκή, ύστερα χάνεται. Τα ρουθούνια καίνε. Τα μάγουλα παγώνουν πρώτα και ύστερα παύουν να σου ανήκουν. Τα δάχτυλα μέσα στα γάντια μοιάζουν ξένα, σαν να τα φοράς δανεικά. Και το όπλο, το μέταλλο, η πέτρα, το κιγκλίδωμα, όλα είναι εχθρικά στην αφή. Σου θυμίζουν ότι η θερμότητα είναι πια πολυτέλεια. Ότι το σώμα σου ξοδεύει τον εαυτό του μόνο και μόνο για να μη γίνει κομμάτι του τοπίου.

Τη νύχτα ο λόφος θα πρέπει να ήταν κάτι χειρότερο από πεδίο μάχης. Ήταν μια ακουστική παγίδα. Οι ήχοι έρχονταν αλλοιωμένοι. Ένα πολυβόλο από μακριά ακουγόταν πιο κοντά. Μια κραυγή από χαμηλά ανέβαινε στην πλαγιά και έμενε εκεί, σαν να σφήνωνε στα βράχια. Το πυροβολικό ακούγονταν άλλοτε σαν μακρινή καταιγίδα κι άλλοτε σαν να άνοιγε ο ίδιος ο λόφος στα δύο. Και μέσα σε αυτά, ο άνεμος. Πάντα ο άνεμος. Να περνά ανάμεσα από τα δέντρα και τις χαρακιές της πέτρας, να μπαίνει στα μανίκια, να βρίσκει το άνοιγμα στον γιακά, να σε κάνει να σκύβεις χωρίς να το θέλεις, λες και όχι για να γλιτώσεις από βολή αλλά για να χωθείς μέσα στο ίδιο σου το σώμα.

Κανείς δεν έμενε αλώβητος σ’ ένα τέτοιο ύψωμα. Ο στρατιώτης ένιωθε εκτεθειμένος. Ο τραυματίας ένιωθε εγκαταλειμμένος πριν ακόμη τον αφήσουν. Ο άμαχος που είχε καταφύγει πιο χαμηλά, σε κάποια αποθήκη ή σε κάποιο υπόγειο στους πρόποδες του λόφου, άκουγε τον πόλεμο σαν να κατρακυλά προς το μέρος του. Δεν χρειαζόταν να ξέρει από χάρτες. Το καταλάβαινε από τον ήχο. Όσο πλησίαζε το τέλος, τόσο οι εκρήξεις γίνονταν λιγότερο “μακρινές”. Τόσο η μάχη έχανε το μέγεθος της στρατηγικής και έπαιρνε το μέγεθος ενός τοίχου, μιας σκάλας, μιας πόρτας που ίσως άνοιγε σε λίγα λεπτά.

Ο λόφος του Γκέλλερτ είχε και κάτι ακόμη: ήταν τόπος όπου το βλέμμα τιμωρείται. Σε άλλα σημεία της πόλης μπορούσες να κρυφτείς ανάμεσα σε κτίρια, σε αυλές, σε διαδρόμους. Εδώ, αν ύψωνες το κεφάλι, έβλεπες πολλά. Κι όσο περισσότερα έβλεπες, τόσο πιο καθαρά καταλάβαινες την ήττα. Έβλεπες την Πέστη απέναντι, πιο ανοιχτή, πιο πληγωμένη, ήδη χαμένη. Έβλεπες καπνούς να ανεβαίνουν. Έβλεπες σπασμένες γραμμές φωτός, φωτιές που άναβαν σε κτίρια χωρίς στέγη. Έβλεπες την πόλη να μικραίνει μέσα στον χειμώνα και να χάνει εκείνη τη βεβαιότητα που έχουν οι πόλεις, ότι αύριο θα είναι ακόμη πόλεις.

Σ’ έναν τέτοιο τόπο δεν είναι δύσκολο να στηθεί θέατρο. Ίσως γι’ αυτό έμεινε στη μνήμη σου εκείνο το ραδιοφωνικό έργο. Γιατί ο Γκέλλερτ είναι από μόνος του σκηνή. Έχει ύψος, έχει θέα, έχει εγκλωβισμό, έχει το στοιχείο της αναμονής. Ένας στρατιώτης και μια κοπέλα σ’ ένα καταφύγιο κάτω από τον λόφο δεν είναι απλώς δύο πρόσωπα μέσα στον πόλεμο. Είναι δύο υπάρξεις κάτω από μια πέτρινη μοίρα. Πάνω τους ο λόφος, απάνω απ’ τον λόφο η Ακρόπολη, κι απ’ έξω ο χειμώνας να τους πολιορκεί εξίσου με τον εχθρό.

Φαντάσου το καταφύγιο. Όχι μεγάλο. Χαμηλό ταβάνι. Υγρασία στους τοίχους. Κάπου μια λάμπα που τρεμοπαίζει ή, αν δεν υπάρχει ρεύμα, ένα κερί που μικραίνει. Έξω οι εκρήξεις φτάνουν πνιγμένες, σαν να έρχονται μέσα από στρώματα γης. Εκείνη τυλιγμένη με μια κουβέρτα που δεν ζεσταίνει πια. Εκείνος με στολή λερωμένη, τα χέρια σπασμένα από το κρύο, το πρόσωπο γκρίζο από αϋπνία και καπνό. Και ανάμεσά τους όχι έρωτας με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά εκείνη η παράξενη οικειότητα που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι νιώθουν πως ίσως δεν τους ανήκει το πρωί.

Ο λόφος κάνει αυτή τη σκηνή ακόμη πιο βαριά. Γιατί δεν τους κρύβει μόνο. Τους σκεπάζει. Τους κρατά σαν να τους έχει ήδη εντάξει στη γεωλογία του πολέμου. Σαν να είναι κι αυτοί προσωρινές κοιλότητες στην πέτρα, μικρές ζεστές ανάσες μέσα σ’ ένα βουνό από παγωνιά. Κι όταν εκείνος θα ακούσει απέξω ρωσικές φωνές ή θα νομίσει πως ακούει, όταν εκείνη θα σφίξει την κουβέρτα γύρω της και θα σωπάσει, το πραγματικό τρίτο πρόσωπο της σκηνής δεν θα είναι ο εχθρός. Θα είναι ο ίδιος ο λόφος. Ο λόφος που περιμένει. Ο λόφος που είδε κι άλλους να ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν, να κρύβονται, να πεθαίνουν. Ο λόφος που δεν ανήκει σε καμία πλευρά, αλλά θυμάται όλες.

Στην τελική φάση της πολιορκίας, εκεί όπου η Βούδα έσφιγγε γύρω από το Κάστρο και τα τελευταία οχυρά της, ο Γκέλλερτ δεν θα πρέπει να ήταν πια τόπος άμυνας με την κανονική έννοια. Ήταν τόπος αναβολής. Δεν νικάς πια από εκεί. Καθυστερείς. Βλέπεις. Ματώνεις λίγο πιο ψηλά. Πεθαίνεις με θέα. Κι αυτή η θέα είναι ίσως το πιο πικρό στοιχείο. Γιατί ο άνθρωπος πάνω στον λόφο δεν μπορούσε να πει πως δεν καταλάβαινε. Έβλεπε ότι η πόλη τελειώνει. Έβλεπε ότι οι γραμμές κλείνουν. Έβλεπε ότι το “ως το τέλος” δεν ήταν σύνθημα αλλά φυσικός χώρος που στένευε.

Όταν ήρθε η νύχτα της εξόδου, το έδαφος της Βούδας, οι λόφοι, οι χαράδρες, οι αμπελώνες, οι πλαγιές, όλα μετατράπηκαν σε πεδίο διάλυσης. Και ο Γκέλλερτ, ακόμη κι αν δεν ήταν το μοναδικό κέντρο της κίνησης, στάθηκε σαν σιωπηλός μάρτυρας αυτής της ύστατης απόπειρας. Φάλαγγες εξαντλημένων αντρών, αξιωματικοί χωρίς αληθινή διοίκηση, τραυματίες που δεν έπρεπε καν να βρίσκονται εκεί, σκιές που γλιστρούσαν στο χιόνι προσπαθώντας να περάσουν μέσα από μια πόλη που είχε πάψει να δίνει διέξοδο. Η πλαγιά, το βράχος, το μονοπάτι, όλα που την ημέρα φαίνονται απλώς τοπογραφία, τη νύχτα έγιναν συμμετέχοντες στη σφαγή. Το πόδι γλιστρούσε. Η ανάσα βάραινε. Το σώμα δεν υπάκουε. Και το κρύο, αυτό το ακούραστο στοιχείο, συνέχιζε το δικό του έργο αδιάφορα από σφαίρες, εμβλήματα και διαταγές.

Ο λόφος του Γκέλλερτ είναι, τελικά, ένας τόπος όπου ο πόλεμος χάνει το ρητορικό του περίβλημα. Δεν μένουν εκεί μεγάλα λόγια για πατρίδα, αυτοκρατορία, τελική νίκη. Μένουν απλά πράγματα. Το δέρμα που καίει από τον αέρα. Η μπότα που γλιστρά. Το μέταλλο του όπλου που κολλά στην παλάμη. Το κερί που μικραίνει. Το βλέμμα προς τον ποταμό. Η σιωπή δύο ανθρώπων που ακούνε απέξω τον κόσμο να αλλάζει χέρια.

Και ίσως γι’ αυτό ο Γκέλλερτ είναι τόσο ισχυρός λογοτεχνικά. Επειδή ενώνει δύο πράγματα που σπάνια ενώνονται τόσο καθαρά: το πανοραμικό και το απολύτως προσωπικό. Από τη μία βλέπεις ολόκληρη την πόλη. Από την άλλη ακούς τον τριγμό μιας ανάσας μέσα σε ένα υπόγειο. Από τη μία η Ιστορία κινείται σε μέτωπα. Από την άλλη δύο άνθρωποι κάθονται ακίνητοι και παγώνουν.

Αυτός είναι ο λόφος.

Όχι απλώς ένα σημείο στη Βουδαπέστη.

Αλλά το ύψωμα απ’ όπου η ήττα έβλεπε τον εαυτό της.

(Το μονόπρακτο πρόκειται να γραφτεί συντομα…)

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Μοίρασε το άρθρο!