
Η εκτίμηση είναι, στον πυρήνα της, κοινή στα διπλωματικά επιτελεία κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης: Το σχέδιο Ερντογάν να στείλει στρατεύματα στην Λιβύη αποτελεί στρατηγική επιλογή και μέρος του μακροπρόθεσμου γεωπολιτικού σχεδιασμού της Άγκυρας.
Ο Ερντογάν, όπως επισημαίνουν έμπειρες διπλωματικές πηγές, θέλει να είναι παρών στην Λιβύη με διπλό στόχο. Ο πρώτος είναι να αποτρέψει αρνητικές για εκείνον εξελίξεις – δηλαδή, μια πιθανή νίκη των δυνάμεων του Χάφταρ έναντι της κυβέρνησης Σάραζ με την οποία έχει υπογράψει και το περίφημο μνημόνιο για τις θαλάσσιες ζώνες. Ο δεύτερος είναι η λήψη θέσης για την επόμενη μέρα – δηλαδή, η δημιουργία μιας βάσης τουρκικής στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος ώστε η Άγκυρα να αποτελέσει παράγοντα της όποιας διεθνούς παρέμβασης και διευθέτησης στον λιβυκό εμφύλιο.
Και στις δύο περιπτώσεις, κομβικό ρόλο στον τελικό στόχο παίζει το «γκριζάρισμα» συγκεκριμένων ζωνών της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας – μια επιδίωξη που υπηρετείται παράλληλα και από το ρεκόρ υπερπτήσεων των τελευταίων 24ώρων στο Αιγαίο.
Κατά τις ίδιες πηγές, η κορύφωση αυτού του σχεδιασμού θα έρθει – σε «σύντομο χρόνο» – με την αποστολή τουρκικού ερευνητικού πλοίου νότια της Κρήτης και εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. «Στην διπλωματία και την γεωπολιτική υπάρχουν περισσότεροι αστάθμητοι παράγοντες παρά βεβαιότητες. Εάν διαβάσουμε όμως προσεκτικά τα όσα μας δείχνει και μας λέει ο Ερντογάν το τελευταίο διάστημα, το συμπέρασμα είναι πως θα θελήσει να στείλει το πλοίο του, ή τα πλοία του, πριν υπάρξει ανατροπή των πολιτικών δεδομένων στην Λιβύη και πριν την διαδικασία του Βερολίνου (την διάσκεψη για το λιβυκό ζήτημα) που αναμένεται τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου», λέει χαρακτηριστικά στο tvxs.gr έμπειρος διπλωμάτης.
Ενώπιον αυτών των εκτιμήσεων το ερώτημα είναι τι κάνει η Ελλάδα. Και, πιο συγκεκριμένα, τι μπορεί να κάνει για να αποτρέψει την υλοποίηση του πλήρους σχεδιασμού του Ερντογάν πριν φθάσει στην «ώρα μηδέν» και μπροστά σε μεγάλα, και σκληρά, εθνικά διλήμματα.
Η υπογραφή, στις 2 Ιανουαρίου, της συμφωνίας με την Κύπρο και το Ισραήλ για τον αγωγό Eastmed θεωρείται σωστό και ισχυρό γεωπολιτικό αντίβαρο από όλες τις πλευρές. Το ίδιο ισχύει και για την συνάντηση που θα έχει ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ντόναλντ Τραμπ στις 7 του μήνα στην Ουάσιγκτον, με καθαρό ζητούμενο όμως εδώ μια ορθή και πλήρη ανίχνευση της στάσης που σκοπεύει να τηρήσει ο Αμερικανός πρόεδρος απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν σε κάθε ενδεχόμενο και σενάριο.
Από εκεί και πέρα, παραμένουν ανοιχτά σοβαρά ερωτήματα για τις κινήσεις που δεν κάνει η ελληνική πλευρά σε παράλληλο διπλωματικό επίπεδο – είτε πρόκειται για την άρνησή της να πιέσει την Γερμανία για την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Τουρκίας, είτε για την αδράνεια της σε ό,τι αφορά την μη εμπλοκή της χώρας μας στην διαδικασία του Βερολίνου για την Λιβύη, είτε ακόμη και για την επανάπαυση που δείχνουν αρκετά κυβερνητικά στελέχη στο αφήγημα περί «διπλωματικής απομόνωσης» της Τουρκίας.
Πρόκειται για ερωτήματα που απασχολούν το ηγετικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την δεδηλωμένη – και πάντοτε εν ισχύ – θέση του Αλέξη Τσίπρα ότι δεν προτίθεται να κάνει μικροκομματική αντιπολίτευση στα εθνικά θέματα. Παρομοίως, την Κουμουνδούρου απασχολεί και το εάν οι αρμόδιοι κυβερνητικοί μηχανισμοί έχουν την επάρκεια για ορθή και ευρεία ανάγνωση της γεωπολιτικής και διπλωματικής πραγματικότητας. Διότι, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, η «ρητορική αποδοκιμασία της τουρκικής προκλητικότητας δεν σημαίνει απαραιτήτως και διπλωματική απομόνωση – και πολύ περισσότερο πίεση – του Ερντογάν στην κρίσιμη ώρα». «Αυτό», προστίθεται, «μπορεί να επιτευχθεί μόνον με άμεσες κινήσεις της Ελλάδας που θα «δέσουν» πολύ συγκεκριμένες και συμπαγείς συμμαχίες».
ΜΑΡΙΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ


