ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ – Παρουσίαση:Πάρης Βορεόπουλος

 

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ 1851 – 1911
Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε στη Σκιάθο όπου έζησε τα μαθητικά του χρόνια μέσα σε μία οικογενειακή θρησκευτική ατμόσφαιρα καθότι ο πατέρας του ήταν κληρικός. Είχε τέσσερις αδελφές.  Εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτικότητα, τα εξωκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανική ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε έως το τέλος της ζωής του. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο νησί του, το 1860  και γράφτηκε στο Σχολαρχείο την ίδια χρονιά. Όταν τελείωσε τη Β΄ τάξη, το Σχολαρχείο της Σκιάθου καταργήθηκε και ο Αλέξανδρος έπρεπε να σπουδάσει στο αντίστοιχο της Σκοπέλου. Καθώς όμως τα οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν τη διαμονή του στη Σκόπελο, έμεινε για δύο χρόνια στη Σκιάθο, χωρίς να πηγαίνει σχολείο. Εκεί μελετούσε μόνος του, βοηθούσε τον πατέρα του στη λειτουργία, ζωγράφιζε και προσπάθησε να γράψει ποιήματα και κωμωδίες, ενώ η ανατροφή ως παπαδοπαίδι και η αγάπη του για το βιβλίο τον κράτησαν μακριά από τις ζωηρές παιδικές παρέες. Οι παιδικές μνήμες του Παπαδιαμάντη, οι οποίες αργότερα πέρασαν στα διηγήματά του, θα προέλθουν από αυτήν κυρίως την περίοδο της ζωής του. Το 1865, γράφτηκε στην Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου στη Σκόπελο και το 1867 γράφτηκε στην Α΄ Γυμνασίου, στη Χαλκίδα. Την επόμενη σχολική χρονιά είχε προβλήματα με τον καθηγητή των Θρησκευτικών. Στα μέσα της χρονιάς λογομάχησε με τον καθηγητή και, μη αποδεχόμενος την τιμωρία του, διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στη Σκιάθο. Ωστόσο τον Σεπτέμβριο του 1869 πέρασε τις εξετάσεις και γράφτηκε στη Γ΄ τάξη του Γυμνασίου στον Πειραιά, αλλά τον Ιανουάριο του 1870 διέκοψε τις σπουδές του και γύρισε στη Σκιάθο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1873, όπου γράφτηκε στην τέταρτη τάξη του Βαρβάκειου Γυμνασίου. Στην Αθήνα έμεινε περίπου δέκα χρόνια, επισκεπτόμενος κάποιες φορές το νησί του. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο το 1874. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως οικονομικά αίτια τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του. Έτσι ο Παπαδιαμάντης δεν μπόρεσε να πάρει το δίπλωμά του. Νέος, το 1872, ταξίδεψε στο Άγιο Όρος, όπου έμεινε εκεί για λίγους μήνες κι έφυγε για να μην επιστρέψει πια. Δεν είναι όμως γνωστό γιατί έφυγε ο Παπαδιαμάντης από τον Άθω γιατί μέχρι το θάνατό του κράτησε σιωπή γι αυτό το θέμα. Τελευταία, παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα, εργάσθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά για να βγάζει το ψωμί του, για να μπορέσει να ζήσει με μέσα λιτά αλλά και να προσφέρει στο έθνος αυτά που ο ίδιος νόμιζε μικρά και ασήμαντα αλλά στην πραγματικότητα ήταν μοναδικά. Στον τύπο εργάσθηκε κυρίως σαν μεταφραστής. Εκείνη την περίοδο το επάγγελμα του μεταφραστή απέδιδε γιατί λίγοι ήταν οι κάτοχοι ξένων γλωσσών. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του. Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισαίου ως δεξιός ψάλτης. Στα τελευταία χρόνια, η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του.
Σύμφωνα με την κριτική του καθηγητή Απόστολου Σαχίνη, στο βιβλίο του «Νεοελληνικό Μυθιστόρημα για το έργο του Παπαδιαμάντη», αναφέρει: «Είναι πεζογράφος απλός κι ευλαβικός, Χριστιανός και μυστικοπαθής, νοσταλγός της νησιώτικης πατρίδας του, της Σκιάθου, θαυμάσιος ζωγράφος της ελληνικής φύσης, εξαίρετος πλάστης πολλών προσώπων αντλημένων από την απλή και ταπεινή ζωή του ελληνικού χωριού, προικισμένος με ιδιότυπη ποιητική και λυρική διάθεση, που στέκεται στο κέντρο της νεοελληνικής πεζογραφίας». Έγραψε κυρίως διηγήματα. Τα ιστορικά του μυθιστορήματα, που δεν τον χαρακτηρίζουν σαν συγγραφέα αποτελούν τις πρώτες προσπάθειές του. Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε γρήγορα στο ηθογραφικό διήγημα και έδωσε τον καλύτερο εαυτό του. Ο ίδιος προσδιορίζει πολύ καλά την ουσία της πεζογραφίας του σε δύο αποσπάσματα του «Λαμπριάτικου Ψάλτη».
Πραγματικά η χριστιανική πίστη, η φυσιολατρική διάθεση και η γνήσια ελληνική ατμόσφαιρα των διηγημάτων του αποτελούν τα βασικά γνωρίσματα της συγγραφικής προσωπικότητάς του. Αυτές οι γραφικές εικόνες της Σκιάθου, οι γεμάτες δροσιά και χάρη, αυτοί οι χαρακτηριστικοί τύποι της απλής ζωής του νησιού, που ζωντανεύονται συχνά με μία μόνο φράση, αυτή η ποίηση που αναβρύζει από όλα μέσα στην αφήγηση και μεταμορφώνει και τα πιο κοινά πράγματα, μένουν αξέχαστα στον αναγνώστη καθώς συνθέτουν το μοναδικό θέλγητρο του Παπαδιαμάντη, τη γοητεία της πεζογραφικής του τέχνης. Το πλαίσιο των διηγημάτων του είναι χωρίς αμφιβολία ηθογραφικό, αφού η δράση τους τοποθετείται σε ένα νησιώτικο χωριό, ωστόσο η ουσία της πεζογραφίας του έχει λυρική τη σύστασή της. Είναι τόση η νοσταλγία του και τόση η αγάπη του, όταν γράφει γι αυτά τα θέματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, ώστε η ψυχή του πλημμυρίζει από συγκίνηση, που εκφράζεται λυρικά και αποτυπώνεται σε συναισθηματική δόνηση πάνω στο χαρτί. Έτσι θα μπορούσε κανείς βάσιμα να υποστηρίζει πως είναι ο πρόδρομος της λυρικής ηθογραφίας. Η απλή ζωή της Σκιάθου περιγράφεται μέσα στις σελίδες του, όχι μόνο για να επιδειχθεί η εξωτερική όψη, αλλά για να μορφοποιηθεί μία διάθεση ψυχής.
Κορυφαίος Έλληνας λογοτέχνης, με απαράμιλλη γλώσσα, επονομαζόμενος ο “Άγιος των ελληνικών γραμμάτων”. Έγραψε ηθογραφικά διηγήματα και μυθιστορήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία και έχουν αναγνωριστεί διεθνώς.
Στα έργα του Παπαδιαμάντη αναφέρουμε τέσσερα ιστορικά μυθιστορήματα που όλα δημοσιεύτηκαν σαν επιφυλλίδες σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής του.
-«Η Μετανάστις» 1879-80 στο «Νεολόγο» της πόλης
-«Οι έμποροι των εθνών» 1882-83 στο «Μη χάνεσαι»
-«Η Γυφτοπούλα» 1884 στην «Ακρόπολη»
-«Χρήστος Μηλιόνης» 1885 στην «Εστία»

και πέντε ηθογραφικά διηγήματα:

-«Η φόνισσα» 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια»
-«Τα ρόδινα ακρογιάλια» 1908
-«Η Νοσταλγός» 1894
-«Ολόγυρα στη λίμνη» 1892
-«Φαρμακολύτρια» 1900
-«Όνειρο στο κύμα» 1900

Έγραψε 180 διηγήματα και 40 μελέτες και άρθρα.
Έκανε μεταφράσεις σε διάφορα έργα, γαλλικά και αγγλικά.

Αποφθέγματα Παπαδιαμάντη:
«Σαν νά ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου…»
«Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς».
«Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος».

Το σπουδαίο είναι ότι ενώ σήμερα όλοι διαβάζουν και επαινούν το έργο του Παπαδιαμάντη στην εποχή του υπήρξε άγνωστος συγγραφέας κι αυτό φαίνεται από ένα κείμενο του 20ου αιώνα που αναφέρεται στο συγγραφέα της «Φόνισσας», από τον Κώστα Σταμάτη:  «η Φόνισσα άρχισε να συγκινεί τους εκδότες μετά τον θάνατο του λογοτέχνη».

Ο Νιρβάνας μας λέει πως ξεκίνησε να πάει να φωτογραφίσει τον Παπαδιαμάντη στο μικρό καφενεδάκι όπου αυτός σύχναζε.
Κάποιος του είπε:
-Δε θα σταθεί ποτέ ο Παπαδιαμάντης να τον φωτογραφίσεις.
Παρόλα αυτά ο Νιρβάνας πήγε, τον βρήκε και συζήτησαν.
Ο Παπαδιαμάντης του έλεγε για τη ζωή του, τα βάσανά του, την αρρώστιά του.
Ξαφνικά γύρισε και είδε τη μηχανή.
-Τι είναι αυτό; Ρώτησε με ανησυχία. Ιατρικά εργαλεία;
(καθότι ο Νιρβάνας ήταν γιατρός)
-Όχι, όχι, είπε ο Νιρβάνας.
-Μήπως είναι Kodak όπως λένε;
Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Νιρβάνας να τον παρακαλέσει να του πάρει μία φωτογραφία. Ο Παπαδιαμάντης του είπε με παιδικό χαμόγελο πως η φιλία νίκησε το ζορμπαλίκι. Έτσι υπάρχει η μοναδική φωτογραφία του Παπαδιαμάντη χάρη στον Νιρβάνα.
Χαρακτηριστικό είναι πως την ώρα που ο Νιρβάνας φωτογράφιζε τον Παπαδιαμάντη μέσα στο καφενεδάκι ανάμεσα στους απλοϊκούς φίλους του, ο Παπαδιαμάντης είπε στον Νιρβάνα, στα γαλλικά, με χαμηλή φωνή:
-Nous excitons la curiosité du public… δηλαδή, διεγείρουμε την περιέργεια του κοινού…
Στη συνέχεια ο Νιρβάνας έχοντας μαζί του τη φωτογραφική μηχανή πήγε στο Διεθνές Βιβλιοπωλείο όπου είδε τον κόσμο σκυμμένο πάνω στα βιβλία, αλλά μέσα σε τόσα βιβλία δεν υπήρχε ούτε ένα του Παπαδιαμάντη. Τότε κοίταξε τη φωτογραφική μηχανή του και είπε σιγανά:
-Soyez tranquille, mon pauvre ami. Vous n’excitez point la curiosité du public… δηλαδή, να μείνετε ήσυχος δύστυχέ μου φίλε. Δε διεγείρετε καθόλου την περιέργεια του κοινού…Ο Παπαδιαμάντης φωτογραφημένος από τον Παύλο Νιρβάνα στη Δεξαμενή της Αθήνας το 1906.

Σήμερα όμως, όλοι σκεφτόμαστε πως ο Παπαδιαμάντης διεγείρει την περιέργεια του κοινού γιατί είναι ένας μεγάλος συγγραφέας.
Βραβεύτηκε από την επίσημη πολιτεία με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρας λίγο πριν από τον θάνατό του.  Στη γενέτειρά του Σκιάθο δημιουργήθηκε μουσείου Παπαδιαμάντη.

Παρουσίαση:
Πάρης Βορεόπουλος

Παπαδιαμάντης Τα ρόδινα ακρογιάλια
(απόσπασμα)
«Ἀκόμη δὲν ἤνοιξαν αἱ πύλαι τῆς Ἀνατολῆς νὰ εἰσέλθῃ παμβασιλεὺς ὁ ἥλιος, κι ὁ γερο-Γατζίνος ἐσηκώθη, ἤνοιξε τὸ καφενεδάκι, καὶ ὑπηρετεῖ τοὺς πρωινοὺς πελάτας. Πῶς νὰ χορτάσῃ τις τὸν ὕπνον ἐκεῖ, εἰς τὰ ὡραῖα λυκαυγῆ, εἰς τὰς γλυκείας ἠοὺς τοῦ φθινοπώρου;… Ἐξύπνησα τρῖς ὥρας πρὶν φέξῃ, ἐξῆλθα, καὶ κάμψας ἕνα δρομίσκον, ἔφθασα εἰς τὸν αἰγιαλόν.
Ὁ αὐγερινός τώρα εἶχεν ἀνατείλει. Ἀνήρχετο ὑψηλὰ-ὑψηλὰ, ἀκολουθύμενος ἀπὸ ἓν ἀστεράκι, τὸ ὁποῖον ἔτρεχεν ὡς μαγευμένον κοντά του. Ἐπάνω στὴ ράχη, ἀντικρύ, ἄνωθεν τοῦ σκοτεινοῦ ἄλσους, ἐχόρευον δύο ἄλλα ἄστρα. Φλοῖσβος καὶ ἦχος ἔπληττε τὴν ἀκτήν. Πρὸς τὰ βορειοανατολικὰ ἐστρώνετο ρηχὸν τὸ κῦμα, καὶ οἱ βράχοι, ἀριστερά, μὲ τὰς λευκὰς οἰκίας, ὡς φωλεὰς βράχων χυτάς, κτισμένας ἐπάνω των, ἐδέχοντο εἰς τοὺς πόδας τὸ προσκύνημα τῶν θωπευτικῶν κυμάτων.
Ὁ γερο-Γατζίνος μοῦ ἔκαμε καφὲν χωρὶς νὰ τοῦ παραγγείλω. Δὲν ἦτο ἡ ὥρα τώρα δι’ ὁμιλίαν. Εἰς τὰς ὥρας τοῦ ροδίνου λυκαυγοῦς κανὲν τοιοῦτον δὲν ἔχει τὸν τόπον του. Δὲν εἶχε σκάσει ἀκόμα τ’ ἀφιόνι. Ἦτο ἡ ὥρα διὰ μαχμουρλίκι τουρκικόν. Ἄλλως θὰ μοῦ διηγεῖτο πολλὰς ἱστορίας, πῶς ὁ γερο-Ἀκούκατος, τὸν παλαιὸν καιρόν, εἶχε λάβει τὸ ἐπώνυμον τοῦτο, καθότι, ὅταν ἔκαμνε τὸν διαλαλητήν, εἰς τὰς δημοπρασίας, ἐπανελάμβανε συχνὰ ἐρωτηματικῶς πρὸς τὸ κοινόν: “τ’ ἀκούκατε, βρὲ παιδιά;”, ἐπειδὴ κατήγετο ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ὅπου ἐπροφέρετο οὕτω ἀντί: ἀκούσατε. Αὐτὸς λοιπόν ὁ Ἀκούκατος, ὅταν εἶχε τὸ καφενεδάκι εἰς τὸν ἄλλον γιαλὸν, πρὸ χρόνων, ἔρημος καὶ μοναχός στὰ ξένα, εἶχεν ὡς κατοικίαν αὐτὸ τὸ μαγαζάκι του, κι ἐκοιμᾶτο ἐπὶ τῆς σανίδος τοῦ καναπέ, δύο σπιθαμῶν τὸ πλάτος, μὲ δύο προσκέφαλα εἰς τὰ δύο ἄκρας ὥστε, ὅταν ἤθελε νὰ γυρίσῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν ἀνεκάθιζε, κι ἐπλάγιαζε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου εἶχε πρὶν τοὺς πόδας. Ἀλλ’ ἦτο τόσον πρόθυμος νὰ περιποιῆται τοὺς πελάτας, ὥστε ποτὲ δὲν ἐχόρταινε τὸν ὕπνον, καὶ ἅμα τοῦ ἔκρουέ τις τὴν θύραν, ξένος, πτωχὸς ἢ ἄστεγος, πάραυτα ἐσηκώνετο καὶ τοῦ ἤνοιγεν καὶ τοῦ ἔκαμνε καφὲν ἢ φασκομηλιάν, καὶ ἂν εἶχε καὶ ἂν δὲν εἶχε πεντάλεπτον.

Τὰ ἐλαιοτριβεῖα εἶχον ἀνοίξει ἤδη, τρῖς ὥρας πρὶν φέξῃ. Ἓν τούτων μ’ ἐξυπνοῦσε κάθε πρωί, δίπλα εἰς τὴν πατρικήν μας οἰκίαν. Ἄλλα δύο ἦσαν ἀντικρύ, πέραν τοῦ μικροῦ ποταμίσκου τῆς μούργας. Ἓν ἄλλο ἔκειτο ἐκεῖθεν τοῦ δρόμου, καὶ ἄλλα ὀκτὼ ἢ δέκα εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἄκρας τοῦ χωρίου, ὁλόγυρα εἰς τοὺς κήπους.
Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκυκλοφόρουν, πρωινοί. Κρότοι εὐάρεστοι ἔπληττον τὰς ἀκοάς. Ἠκούοντο πανταχόθεν ὁμιλίαι, γέλωτες καὶ ἄσματα. Μᾶλλον κελεύσματα ἀρχαιοπρεπῆ, συνοδεύοντα τὴν βαρεῖαν ἀγγαρείαν τοῦ ἀδρακτιοῦ μὲ τὴν μακρὰν ὀγκώδη μανέλλαν τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐλαιοτρίπτου. Τηγανίτες ἐμοσχοβολοῦσαν παντοῦ. Οἱ ἐλαιοτριβεῖς ἐκαλοπερνοῦσαν καθημερινῶς ἀπὸ τὰ φιλεύματα καὶ τὰ κεράσματα τῶν οἰκοκυράδων».
Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως το έργο αυτό έχει στόχο του κυρίως τον Άνθρωπο και όχι την «ωραία» φύση.

ΠΑΡΗΣ ΒΟΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Κολλέγιο De La Salle. Είναι πτυχιούχος Γαλλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του σπουδές, παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στη δραματική σχολή Κυριαζή Χαρατσάρη.
Υπηρέτησε ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και ως διευθυντής επί σειρά ετών στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση συμβάλλοντας στον παιδαγωγικό ανασχηματισμό των σχολικών χώρων και στην αναβάθμιση των συνθηκών εκπαίδευσης. Στις πρωτοβουλίες του για τη δημιουργία ενός πρότυπου σχολείου εντάσσονται: μοναδικές παρουσιάσεις ανθρώπων της επιστήμης, του πνεύματος, του πολιτισμού, της πολιτικής και του αθλητισμού, η δημιουργία γκαλερί- πινακοθήκης με έργα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, η τοποθέτηση ηχητικών εγκαταστάσεων για την παροχή αξιόλογων μουσικών ακροάσεων στα διαλείμματα, θεατρικά εργαστήρια με ετήσια παρουσίαση παραστάσεων, εργαστήρια δημοσιογραφίας με έκδοση μαθητικών εντύπων, καθώς και περιβαλλοντικά, χορωδίας, ζωγραφικής, λογοτεχνίας και αθλητισμού. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Δευτεροβάθμια Δημόσια Εκπαίδευση υπήρξε για δεκαπέντε έτη βαθμολογητής, αναβαθμολογητής και προϊστάμενος βαθμολόγησης, στο βαθμολογικό κέντρο ειδικών μαθημάτων του Υπουργείου Παιδείας, για τους υποψήφιους φοιτητές της Γαλλικής Φιλολογίας στα Α.Ε.Ι., καθώς επίσης και για πέντε έτη πρόεδρος σε εξεταστικά κέντρα του Υπουργείου Παιδείας για τις εξετάσεις στο Κρατικό Πτυχίο Γλωσσομάθειας.
Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, την κριτική, τη μετάφραση, κ.ά. Στα έργα του περιλαμβάνονται: το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Το Αιώνιο Παιχνίδι» που παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Συκεών και στο Καραπάντσειο Πολιτιστικό Κέντρο Αμπελοκήπων από το Θεατρικό Εργαστήρι Θέσπις σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη, η «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης Δέκα Γάλλων Ποιητών» με μεταφράσεις ποιημάτων και παρουσίαση ποιητών και λογοτεχνικών Σχολών, η μετάφραση των κριτικών μελετών αισθητικής του Γκυ ντε Μωπασσάν «Τι είναι μυθιστόρημα καθώς και Περί τέχνης: Ζωγραφική – Γλυπτική», οι ποιητικές συλλογές «Ποιητικές Διαδρομές» και «Οδοιπορικό Ζωής», η κριτική μελέτη «Η ζωή και το έργο του Αλμπέρ Καμύ», η επιστημονική μελέτη «Η Παιδεία στην Καππαδοκία από την αρχαιότητα ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924», η συλλογή διηγημάτων «Ταξιδεύοντας στο Χρόνο», το δοκίμιο «Δύο Λογοτεχνικά Μανιφέστα – Μπρετόν και Σαρτρ», το δοκίμιο «Η Μικρά Ασία μέσα από την ελληνική λογοτεχνία», η μελοποιημένη ποιητική συλλογή «Τραγούδια του Δημήτρη Θέμελη για φωνή και πιάνο σε ποίηση Πάρη Βορεόπουλου», με τη Χριστίνα Σιδηροπούλου, μουσικολόγο, πιανίστα, το δοκίμιο «Το Θέατρο του Παραλόγου – Ευρωπαίοι και Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς», το δοκίμιο «Η Γαλλική Ποίηση σε Πρόζα» – Παρουσίαση – Μετάφραση – Σχόλια, Γάλλων ποιητών, την ιστορική μελέτη «Βυζάντιο – Βυζαντινές Εκκλησίες και Μνημεία της Θεσσαλονίκης», τη μονογραφία, «Η Μαλακοπή της Καππαδοκίας», σελ. 315-330, «1922-2022 – 100 Χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή», ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. Δήμος Ν. Ιωνίας, Αθήνα, το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Παραλογισμοί…», που παρουσιάστηκε στο Θεατρικό Εργαστήρι Θέσπις του Δήμου Νεάπολης-Συκεών σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιουρτσίδη.
Δημοσίευσε άρθρα εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού περιεχομένου, μεθοδολογίας, πολιτισμού, τέχνης και λογοτεχνίας σε εφημερίδες και περιοδικά και συμμετείχε σε συνέδρια, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές.
Ποιητικά του κείμενα μελοποίησε ο μουσουργός, καθηγητής Δημήτρης Θέμελης.
Συμπεριλαμβάνεται στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση, στην Εγκυκλοπαίδεια Γραμμάτων και Τεχνών της Αμφικτυονίας Ελληνισμού και στο Λεύκωμα της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
Το 2010 έλαβε Εύφημη Μνεία από τη Δημοτική Επιτροπή Παιδείας του Δήμου Συκεών: α) για τη δημοσίευση του βιβλίου «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης Δέκα Γάλλων Ποιητών», β) για την έκδοση της μαθητικής εφημερίδας «Μαθητικά Κάστρα» του 4ου Γυμνασίου Συκεών με υπεύθυνο τον Διευθυντή Πάρη Βορεόπουλο, γ) για την παράσταση του θεατρικού έργου «Πλούτος» του Αριστοφάνη από τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Συκεών με υπεύθυνο τον Διευθυντή Πάρη Βορεόπουλο, στο πλαίσιο της Θεατρικής Παιδείας 2008-2009 του Δήμου Συκεών.
Βραβεύτηκε στον Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Αμφικτυονίας Ελληνισμού για το ποίημα «Ο Καλλιτέχνης», το 2014, και για το ποίημα «Τόπος του ήλιου και του έρωτα», το 2016.
Έλαβε τιμητικές διακρίσεις για τη συμβολή του στην ελληνική λογοτεχνία από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, το 2014 και το 2019, ενώ για την προσφορά του στον πολιτισμό, στην τέχνη και στην παιδεία, από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το 2016, από το Σύλλογο Ζωγράφων Θεσσαλονίκης και Β.Ε. και από τον Δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης το 2017.
Το 2023 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως καθώς επίσης έλαβε πιστοποιητικό τιμητικής διάκρισης για τη συμβολή του στη συλλογή ιστορικών κειμηλίων και την πολύπλευρη συμπαράσταση προς τα εκδοτικά δρώμενα τού Εκπαιδευτικού και Πολιτιστικού Ιδρύματος του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Βαρνάβα.
Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ε., του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. “Φιλόλογος”, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, καθώς επίσης και Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Εταιρείας Συγγραφέων Β.Ε.
Με ενδιαφέρον για τη γνωριμία του πολιτισμού άλλων λαών, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.

 

Μοίρασε το άρθρο!