Οι ιστορίες από την Περαία, το Μπαξέ Τσιφλίκι, την Αγία Τριάδα

Υπήρξε μια εποχή όπου οι Θεσσαλονικείς δεν έβαζαν πλώρη για τη Χαλκιδική μόλις έπιαναν οι ζέστες. Η καλοκαιρινή τους απόδραση ήταν πολύ πιο κοντά. Απέναντι σχεδόν από την πόλη. Στις ακτές του Θερμαϊκού, το Μπαξέ Τσιφλίκι, η Περαία, η Αγία Τριάδα, αποτελούσαν για δεκαετίες το απόλυτο καλοκαιρινό καταφύγιο. Παραλίες γεμάτες κόσμο, καραβάκια που έφευγαν καθημερινά από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, νύχτες με μουσική και χορό συνέθεταν ένα σκηνικό που σήμερα μοιάζει νοσταλγικό.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΡΑΦΑΗΛ ΓΚΑΙΔΑΤΖΗΣ

Όταν η ακτή ήταν τσιφλίκι Πριν μετατραπούν σε τουριστικούς προορισμούς, οι περιοχές αυτές είχαν έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Εκτάσεις που αποτελούσαν μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες κατά την οθωμανική περίοδο. Η ίδια η ονομασία προέρχεται από τις τουρκικές λέξεις «μπαξές» και «τσιφλίκι», δηλαδή «κήπος» και «αγροτικό κτήμα». Οι πρόσφυγες που άλλαξαν την εικόνα της περιοχής 

Η μεγάλη τομή ήρθε μετά το 1922. Χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη εγκαταστάθηκαν στις ακτές ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Στην Περαία αρχικά εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου 204 οικογένειες. Το επόμενο χωριό δίπλα στην Περαία ήταν το τούρκικο Μπαξέ Τσιφλίκι. Οι περίπου 159 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν προέρχονταν από την πόλη Επιβάτες, βόρεια της Προποντίδας, και έδωσαν στο συνοικισμό τους το όνομα Νέοι Επιβάτες. Στο χωριό Λευκή Βρύση, τη σημερινή Αγία Τριάδα, εγκαταστάθηκαν 85 οικογένειες από τα χωριά Ξαστερό και Οικονομείο. 

Οι περιοχές άρχισαν σταδιακά να αποκτούν ζωή καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και όχι μόνο κατά τις περιόδους των αγροτικών εργασιών. Λόγω της άμεσης πρόσβασης στη θάλασσα ανεπτυγμένη φυσικά ήταν και η αλιεία. Το ταξίδι άρχιζε από το λιμάνι «Πάμε τσάρκα πέρα στο μπαξέ τσιφλίκι. Κούκλα μου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη…». Και ποιος δεν έχει τραγουδήσει τον ύμνο του Βασίλη Τσιτσάνη. Για πολλές δεκαετίες, ο πιο χαρακτηριστικός τρόπος μετάβασης στην Περαία και στην Αγία Τριάδα δεν ήταν το αυτοκίνητο, αλλά το καραβάκι. Πρωτοπόρος στη μεταφορά επιβατών ήταν ο Κωνσταντίνος Παπάκης από το Μπαξέ Τσιφλίκ που έβαλε μηχανή στη βάρκα του και έκανε τρία δρομολόγια τη βδομάδα μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Η βάρκα του χωρούσε 10 ανθρώπους και το ναύλο ήταν 2 δραχμές. Η βάρκα του Παπάκη είχε άδοξο τέλος αφού βούλιαξε μια μέρα που ο Βαρδάρης σήκωσε φοβερό κύμα. Λίγο αργότερα, ο Παπάκης συνεργάστηκε με τους αδελφούς Αράπη και δρομολόγησαν το Χελιδών, χωρητικότητας 40 θέσεων. Η ιστορία με τα βαποράκια σε σταθερή βάση ξεκινά στα 1926 με το μοτοράκι Άρης. Ακολούθησαν ο Αετός και ο Ποσειδών. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 οι πρόσφυγες είχαν προνοήσει να κατασκευάσουν πολύ γρήγορα ένα ξύλινο λιμένα και τα πρώτα καραβάκια ξαναβγήκαν στον Θερμαϊκό. Άλλωστε, τα καραβάκια για τους ίδιους ήταν το μοναδικό μέσο μεταφοράς. Το 1934 δρομολογήθηκε ο Πολικός του Καπετάν Νικόλα Μπάρμπα που έπιασε για πρώτη φορά τη σκάλα της Αγίας Τριάδας.

Η δεκαετία του ‘30 ήταν η πρώτη χρυσή εποχή για την θαλάσσια συγκοινωνία και στο στόλο προστέθηκαν η Λευκή, η Ελλάς, η Προποντίς, η Θάλεια, η Τρίγλια και το Δελφίνι. Οι εφημερίδες της εποχής καταγράφουν τα όσα συμβαίνουν κάθε Κυριακή σε Περαία και Μπαξέ Τσιφλίκι. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η αναφορά σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Μακεδονία» και σε άρθρο του Τάκη Σερβετά ο οποίος αναφέρεται στους Νέους Επιβάτες ως «Γλυφάδα της Θεσσαλονίκης». «Όμορφα κορίτσια του λαού με μαγιό, γριούλες με τις χαρακτηριστικές τους νίδες ξεκάλτσωτες, σοβαροί κύριοι και νέοι με ανοιχτά πουκάμισα περιμένουν το ξεκίνημα του “Αλέκου” και του “Ποσειδώνα” που θα τους μεταφέρει στο Μπαξέ Τσιφλίκι, την Ντοβίλ της Θεσσαλονίκης για το πρωινό τους λουτρό. Ωσάν σαρδέλες παστωμένες οι πρωινοί επιβάτες ξεκινούν για το ταξίδι του κόλπου. Μιας ώρας διαδρομή γεμάτη γέλια, χαρά, τραγούδια

Κορμιά σπαρταρούν στο γαλανό κύμα, απλώνονται χουζούρικα στις χρυσές αμμουδιές ή παιχνιδίζουν σε χίλιους δυο μαιάνδρους κυνηγητών και περιπτύξεων μέσα στον πανζουρλισμό στη Βαβυλωνία στο φύρδην μίγδην της πλαζ…» σημειώνει στο πρωτοσέλιδο της η εφημερίδα Μακεδονία το 1934. Οι παραλίες είναι γεμάτες από λουόμενους και λουόμενες που δημιουργούν ένα ολόκληρο μωσαϊκό με την εμφάνισή τους. Μαγιό τελευταία λέξη της μόδας, αλλά και άλλοι που πάνε για μπάνιο με παλιές πιτζάμες. Κοσμικές κυρίες της πόλης που έπαιρναν το μπάνιο τους φορώντας καουτσούκ γάντια και ψάθινο καπέλο. Αλλά και περίτεχνα μαγιό κεντημένα με… κίτρινα ψάρια. Μέχρι και τη δεκαετία του ‘60 η Χαλκιδική συνεχίζει να παραμένει άγνωστη και ανέγγιχτη.

Οι Θεσσαλονικείς γνώριζαν με το όνομά τους τα καραβάκια που εκτελούσαν τα δρομολόγια. Μακεδονία, Ελλήσποντος, Νεράιδα, Φανούλα, Καμέλια, Σοφία, Άγιος Νικόλας, Μεταμόρφωση, Άγιος Βασίλειος, Ναυτίλος, Λευκή, Ιουλία, Ελπίδα, Ευδοκία, Αλέκος, Θεσσαλονίκη. Τα καραβάκια έφευγαν κάθε 20 λεπτά από την προκυμαία του Λευκού Πύργου και μετά από μισή ώρα «έπιαναν» Περαία, Μπαξέ Τσιφλίκι και Αγία Τριάδα. Η αύξηση των επιβατικών αυτοκινήτων αλλά κυρίως η γραμμή του ΟΑΣΘ που εγκαινιάστηκε μετά το 1965 προς Αγία Τριάδα, Μηχανιώνα οδήγησε στη σταδιακή πτώση των επιβατών. Τα βαποράκια αραίωσαν μέχρι το 1971, οπότε και αποσύρθηκε και το τελευταίο πλοίο, κατασκευής του 1967. Ήταν το Θεσσαλονίκη ΙΙ. Τα beach party που άφησαν εποχή Τα beach party που διοργάνωνε η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα νεανικά γεγονότα της πόλης. Πρωτοπόρος στην οργάνωσή τους ήταν ο δημοσιογράφος Γιώργος Φωτιάδης, ενώ επικεφαλής της δημοσιογραφικής ομάδας που τα κάλυπτε ήταν ο Γιάννης Νέγρης. Ωστόσο, ο όρος «beach party» έγινε γνωστός στη Θεσσαλονίκη μέσω του Λευτέρη Κογκαλίδη από την εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», συμβάλλοντας στη διάδοση αυτού του νέου τρόπου διασκέδασης.

Τα πάρτι πραγματοποιούνταν κάθε Σαββατοκύριακο από τον Μάιο έως τα τέλη Αυγούστου. Προσωπικό Αρχείο Γιάννη Νέγρη Χιλιάδες νέοι έφταναν στις παραλίες με καραβάκια και απολάμβαναν ένα τετράωρο πρόγραμμα γεμάτο μουσική, χορό, παιχνίδια και διαγωνισμούς. Η ατμόσφαιρα συμπληρωνόταν από πολύχρωμες ομπρέλες, αναψυκτικά και έντονο καλοκαιρινό κλίμα. Στις εκδηλώσεις εμφανίζονταν ζωντανά δημοφιλή συγκροτήματα της εποχής, όπως οι Ολύμπιανς, οι Ρενάλντι, τα Τρελά Παιδιά, οι Σνόουμπολς, οι Βόρειοι και οι Up Tight, ενώ συμμετείχαν και καλλιτέχνες από την Αθήνα, όπως οι Idols και ο Τέρης Χρυσός. Παράλληλα διοργανώνονταν διαγωνισμοί χορού και ομορφιάς, με πιο γνωστό τον «χορό του λεμονιού», όπου τα ζευγάρια χόρευαν προσπαθώντας να κρατήσουν ένα λεμόνι ανάμεσα στα μέτωπά τους. Προσωπικό Αρχείο Γιάννη Νέγρη Τα beach party συγκέντρωναν έως και 5.000 άτομα, αριθμό ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή.

Η ανάδειξη της «Μις Πάρτυ» και η δημοσίευσή της στο πρωτοσέλιδο της Δευτέρας αύξαναν σημαντικά τις πωλήσεις της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη». Σαν βραβείο κέρδιζαν διάφορα δώρα όπως, δίσκους, γραβάτες και γυναικεία ή ανδρικά αξεσουάρ. Από τα πιο δημοφιλή καταστήματα της εποχής που προσέφεραν δώρα ήταν του Κατρακαλίδη, και αρκετά καταστήματα δίσκων. Επιπλέον, οι εκδηλώσεις λειτουργούσαν ως χώρος ανάδειξης νέων μουσικών συγκροτημάτων. Τακτικοί θαμώνες ήταν δημοσιογράφοι, αθλητικογράφοι, ποδοσφαιριστές και ιδιοκτήτες γνωστών κέντρων της Θεσσαλονίκης, όπως η Άσπα Πάτσιου, ο Τάκης Καλίδης και ο Χρήστος Κουτσελίνης. Προσωπικό Αρχείο Γιάννη Νέγρη

Το θρυλικό κάμπινγκ της Αγίας Τριάδας Το κάμπινγκ άρχισε να φτιάχνεται τη δεκαετία του 1960 δίπλα στο ανατολικό όριο του οικισμού της Αγίας Τριάδας εκεί που υπήρχαν από τα πιο εύφορα αμπέλια. Οι απαλλοτριώσεις που ακολούθησαν μέσα στη δεκαετία οδήγησαν το κάμπινγκ στην έκταση των 124 στρεμμάτων. Το κάμπινγκ ήταν πολύ γνωστό για τις ανέσεις που παρείχε. Εκτός από τους Θεσσαλονικείς, ερχόντουσαν και πολλοί τουρίστες από διάφορα μέρη. Ο Γιάννης Παλαμιώτης είχε μοιραστεί τις καλοκαιρινές του αναμνήσεις στην parallaxi: «Μόλις άρχισε τότε να λειτουργεί η κοσμική μοντέρνα πλαζ που διέθετε ομπρέλες, ξαπλώστρες, αποδυτήρια, ψύκτες νερού, διακοσμητικά παρκάκια, τσουλήθρες, μπαρ για καφέ και σάντουιτς. Προοριζόταν για τους κάπως εύπορους που μπορούσαν να πληρώνουν το εισιτήριο. Εξάλλου η θάλασσα ήταν παντού ίδια.

Παίρναμε υπό μάλης την ομπρέλα, την μπήγαμε στην άμμο, απλώναμε πετσέτες και στα διαλείμματα του μπάνιου τρώγαμε (υπό σκιά) ό,τι κουβαλούσαμε σε τυλιγμένα ταψιά ή τσίγκινα πιάτα – δεν υπήρχαν τότε τάπερ. Αγοράζαμε μόνο βρασμένα καβούρια ή καμιά λιχουδιά που πουλούσαν οι πλανόδιοι με τα σηκωμένα μπατζάκια και τον ταβλά στο χέρι. Βγάζαμε απ’ τα ρηχά όστρακα («μάτια» τα λέγαμε) που τρώγονταν ζωντανά με λίγο λεμόνι. Υπήρχε και μια ταβερνούλα εκεί κοντά με τζιτζιφιές – για οικονομία, σπάνια τρώγαμε σ’ αυτήν. Γύρω ερημιά, χωματόδρομοι και χωράφια με καλαμιές, ούτε σπίτια, ούτε μόνιμοι παραθεριστές.

Όλη μέρα δίπλα στο κύμα και μέσα στη θάλασσα, χωρίς αντηλιακά, μέχρι που αργά το απόγευμα, ξέροντας τα δρομολόγια, περιμέναμε στη σκάλα το βαποράκι για την επιστροφή». Εκεί γυρίστηκε το 1964 και η ταινία της Φίνος Φιλμ “Κάτι να καίει”, με πρωταγωνιστές τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Ρένα Βλαχοπούλου, Μάρθα Καραγιάννη, Χλόη Λιάσκου, Έλενα Ναθαναήλ και Κώστα Βουτσά. 

Η ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη, είχε σημειώσει τεράστια επιτυχία, καθώς είχε κόψει συνολικά 660.791 εισιτήρια και από τις 92 ταινίες της χρονιάς, είχε καταλάβει την 1η θέση. Με τη Χαλκιδική σταδιακά να έρχεται στο τουριστικό προσκήνιο και την όψη του Θερμαϊκού να αλλάζει, οι άλλοτε κραταιές ακτές αρχίζουν να αδειάζουν, ενώ και το κάμπινγκ αφήνεται στη μοίρα του. Παρά τις προσπάθειες της τοπικής κοινωνίας η έκταση πέρασε στα χέρια του ΤΑΙΠΕΔ που γνωστοποίησε τον Ιούλιο του 2024 ότι «ενέκρινε τον τελικό Πίνακα Κατάταξης των Επιλέξιμων Επενδυτών για την αξιοποίηση του ακινήτου Ακτή και Camping Αγίας Τριάδας, στον Δήμο Θερμαϊκού της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, στον οποίο την πρώτη θέση κατέλαβε η εταιρεία MATENISA TRADING CO. LTD έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 19,5 εκατ. ευρώ».

Την τουριστική παρακμή ακολούθησε μια εκρηκτική οικιστική ανάπτυξη τη δεκαετία του 90’. Ο πληθυσμός των τριών κοινοτήτων στο σύνολο του αυξήθηκε κατά 360%. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1991 ο πληθυσμός της περιοχής ανέρχονταν σε 5.500, ενώ στην απογραφή του 2001 μετρήθηκαν 20.250 κάτοικοι. Το καλοκαίρι τα εξοχικά γεμίζουν και μαζί με τους ημερήσιους επισκέπτες ο πληθυσμός ανεβαίνει περίπου στο 50%. Η ιστορία από την Περαία, το Μπαξέ Τσιφλίκι, την Αγία Τριάδα είναι ουσιαστικά η ιστορία του τρόπου με τον οποίο οι Θεσσαλονικείς ζούσαν τα καλοκαίρια τους επί πολλές δεκαετίες. Τα γεμάτα καραβάκια, οι κατάμεστες παραλίες, οι μεγάλες μουσικές βραδιές αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης. Και μπορεί σήμερα η Χαλκιδική να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των παραθεριστών, όμως για πολλές γενιές Θεσσαλονικέων το καλοκαίρι είχε μία μόνο έναν προορισμό. Τις ακτές του Θερμαϊκού

Μοίρασε το άρθρο!