
Η Σύγχρονη ιστορική προσέγγιση – Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος
Η μεταμοντέρνα προσέγγιση στην ιστορία είναι συχνά συνδεδεμένη με τη μεταμοντερνιστική ιστοριογραφία ή τη γλωσσική στροφή. Πρόκειται για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και διχαστικά θέματα στον σύγχρονο ιστορικό διάλογο. Ακολουθεί μια ανάλυσή μου πάνω στο θέμα της σύγχρονης ιστορικής προσέγγισης, εμπνευσμένη από τις ιστορικές μελέτες μου κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής μου εμπειρίας. Θα προσπαθήσω να είμαι ολιστικός και σαφής.
Ποιες είναι οι βασικές αρχές της Μεταμοντέρνας προσέγγισης της ιστορίας; Στην καρδιά της προσέγγισης βρίσκεται η προώθηση του “μετα-ιστορισμού”. Ο μετα-ιστορισμός εξετάζει τις βαθύτερες δομές, τα αφηγηματικά μοτίβα και τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις που βρίσκονται πίσω από τη γραπτή ιστορία. Δεν μελετά απευθείας τα γεγονότα, αλλά το πώς αφηγούμαστε και κατανοούμε το παρελθόν. Ο πιο γνωστός θεωρητικός είναι ο Χέιντεν Γουάιτ, ο οποίος έδειξε ότι οι ιστορικοί πλέον χρησιμοποιούν τις ίδιες αφηγηματικές τεχνικές (τρόπους πλοκής, επιχειρήματα, ιδεολογικές προϋποθέσεις) με τους συγγραφείς μυθιστορημάτων.
Ο ιστορικός ερευνητής δίνει προτεραιότητα στα αρχεία, τα τεκμήρια και την ανασυγκρότηση των γεγονότων βάσει αποδεικτικών στοιχείων. Απορρίπτει τον σχετικισμό: Αντιτίθεται στην ιδέα ότι η ιστορία είναι μόνο μια «αφήγηση» ή «γραπτό κείμενο» χωρίς δυνατότητα πρόσβασης σε κάποια αντικειμενική πραγματικότητα του παρελθόντος. Υπερασπίζεται τον ρόλο του ιστορικού ως ερμηνευτή: Πιστεύει ότι ο ιστορικός δεν «εφευρίσκει» αφηγήσεις, αλλά ανακαλύπτει και ερμηνεύει πραγματικά γεγονότα, με γνώμονα την επιστημονική μέθοδο (κριτική των πηγών, διασταύρωση στοιχείων κ.λπ.). Φοβάται την ακρότητα και εκφράζει ανησυχία ότι ο μετα-ιστορισμός, αν ληφθεί στα άκρα, μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικό νιχιλισμό, όπου όλες οι ερμηνείες είναι εξίσου έγκυρες και η ιστορία χάνει κάθε επιστημονικό και κοινωνικό της νόημα.
Η σύγχρονη ιστορική προσέγγιση αντί να βλέπει την ιστορία ως μια μονολιθική, αντικειμενική αφήγηση προόδου π.χ. Διαφωτισμός – Ελευθερία – Δημοκρατία, την αντιμετωπίζει ως κατασκευή μέσω γλώσσας και γραφής: Η ιστορία δεν είναι απλά «τι συνέβη», αλλά τι γράφτηκε ότι συνέβη και πώς γράφτηκε. Η γλώσσα φυσικά και δεν είναι ένα διαφανές παράθυρο στο παρελθόν, αλλά ένα ενεργό εργαλείο που δημιουργεί νοήματα, ιεραρχίες και εξουσία. Οι ιστορικοί, όπως ο Hayden White, υποστήριξαν ότι οι ιστορικές αφηγήσεις ακολουθούν πια σχήματα λογοτεχνικών πλοκών όπως τραγωδία, κωμωδία, ρομαντικό, σατιρικό, διαμορφώνοντας έτσι την κατανόησή μας. Επιπλέον, υφίσταται Αποκέντρωση και Πολυφωνία. Δίδεται φωνή σε όσους παραμερίστηκαν από τις κλασικές αφηγήσεις, όπως επί παραδείγματι υποκείμενα της αποικιοκρατίας, γυναίκες, μειονοτικές ομάδες κλπ. Επισημαίνεται ασφαλώς ότι η ιστορία γράφτηκε συνήθως από τους νικητές ή τις κυρίαρχες ομάδες.
Αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας και της “αλήθειας”: Ο μεταμοντερνισμός αμφισβητεί ριζικά την ιδέα ότι ο ιστορικός μπορεί, μέσω της επιστημονικής μεθόδου, να φτάσει σε μια μοναδική, αντικειμενική αλήθεια. Υποστηρίζει ότι κάθε αφήγηση είναι μερική, προσωπική και επηρεασμένη από τις ιδεολογικές, πολιτισμικές και γλωσσικές προϋποθέσεις του ιστορικού. Τέλος επιχειρείται με έμφαση η «αποδόμηση». Ο σύγχρονος ιστορικός χρησιμοποιεί εργαλεία από τη φιλοσοφία για να αποδομήσει κείμενα, να αποκαλύψει τις εγγενείς αντιφάσεις τους και τις κατασκευασμένες δυαδικότητες όπως π.χ. πολιτισμένος-βάρβαρος, προοδευτικός-αναχρονιστικός.
Κριτική και Επιπτώσεις
Η σύγχρονη προσέγγιση προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις και παραμένει αμφιλεγόμενη.
Ας δούμε πρώτα τη θετική της διάσταση. Διενεργείται συνεπή επανεξέταση των πηγών. Ο Μεταμοντερνισμός μας έμαθε να διαβάζουμε κριτικά τα κείμενα, να ρωτάμε αδιάκοπα «γιατί γράφτηκε αυτό, με αυτόν τον τρόπο, σε αυτό το πλαίσιο;». Εμπλουτίστηκε επίσης το αντικείμενο, καθώς Άνοιξε το πεδίο της ιστορίας σε νέα θέματα ιστορία του σώματος, των συναισθημάτων, της μνήμης, της ταυτότητας. Η ηθική ευαισθητοποίηση1 τόνισε την ευθύνη του ιστορικού απέναντι στο παρελθόν και στους «άφωνους», αναγκάζοντάς μας να αναλογιζόμαστε την ηθική της ιστορικής γραφής. Προέκυψε Απεμπλοκή από ιδεολογικούς ζυγούς. Βοήθησε να αποδομηθούν εθνικιστικές, φυλετικές ή αυταρχικές αφηγήσεις.
Κριτικές και κίνδυνοι.
· Δύο είναι οι ελλοχεύουσες παγίδες: ο Σχετικισμός και ο Νιχιλισμός. Η πιο σοβαρή κατηγορία εναντίων της μετά-μοντέρνας ιστορικής προσέγγισης είναι ότι οδηγεί σε ιστορικό σχετικισμό. Αν το σύνολο των αφηγήσεων είναι τοπικές και μεροληπτικές, τότε δεν μπορούμε να κρίνουμε αν κάποια είναι «καλύτερη» ή «πιο αληθινή» από μία άλλη. Αυτό μπορεί να ανοίξει δρόμο σε αρνητισμό του Ολοκαυτώματος ή σε παραπολιτικές θεωρίες συνωμοσίας.
·Η υπέρμετρη θεώρηση του κειμένου αποτελεί εξίσου παγίδα. Κινδυνεύει να μετατρέψει την ιστορία σε γλωσσολογία, αγνοώντας τη υλική πραγματικότητα του παρελθόντος όπως π.χ. πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δομές. Η πείνα, ο θάνατος ή μια μάχη δεν ήταν μόνο “αφηγήσεις” για αυτούς που τα βίωσαν. Παραλυτική επίδραση στη έρευνα: Αν δεν μπορούμε ποτέ να προσεγγίσουμε κάποια «αλήθεια», τότε ποιος είναι ο σκοπός της ιστορικής έρευνας; Κινδυνεύει δηλαδή να υπονομεύσει την ίδια την ιδέα της ιστορίας ως γνωστικού πεδίου.
Κίνδυνος, τέλος, απώλειας του μεγάλου πλαισίου. Η απόρριψη κάθε «μεγάλης αφήγησης» μπορεί να μας αφήσει με έναν ασύνδετο αριθμό συναφών μικρο-ιστοριών, χωρίς τη δυνατότητα συνθετικής κατανόησης ευρύτερων κοινωνικών φαινομένων.
Η σημερινή κατάσταση
Ας επικεντρωθούμε λίγο στη σημερινή πρακτική ιστορικής έρευνας. Η μεταμοντέρνα προσέγγιση, παρά το ότι αμφισβητήθηκε, δεν εξαλείφθηκε ούτε «νικήθηκε». Αντίθετα, οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν αφομοιώσει τα πιο παραγωγικά στοιχεία της, δημιουργώντας μια πιο σοφιστική και αυτοσυνείδητη πρακτική. Σήμερα, η κύρια τάση είναι μια μετριοπαθής, κριτική σύνθεση:
Αποδεχόμαστε ότι η ιστορία είναι κατασκευή και όχι ανακάλυψη, αλλά κατασκευή που βασίζεται σε τεκμήρια και στοιχεία που υπόκεινται σε αυστηρή κριτική. Αναγνωρίζουμε την υποκειμενικότητα και την πολυφωνία, χωρίς να παραιτούμαστε από την αναζήτηση καλά τεκμηριωμένων, λογικών και ηθικά υπεύθυνων ερμηνειών. Χρησιμοποιούμε την αποδόμηση ως εργαλείο για την ανάλυση πηγών, όχι ως τελικό σκοπό.
Εν συντομία η μεταμοντέρνα προσέγγιση ήταν ένα απαραίτητο “σοκ” που επεσήμανε τα όρια και τις ευθύνες της ιστορικής γνώσης. Δεν μας έμαθε φυσικά τι είναι η ιστορία, αλλά μας θύμισε δυνατά τι δεν είναι: μια αντικειμενική, ουδέτερη και πλήρως διαφανής αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ο διάλογος που άνοιξε παραμένει ζωτικός για κάθε σοβαρό ιστορικό. Έχουμε ταυτόχρονα όμως και … «στροφή προς τα πίσω»
Η «στροφή προς τα πίσω» ή η «νεο-μοντερνιστική» τάση, την οποία μερικοί την αποκαλούν και “μετά-μεταμοντερνισμό” ή “νέα μοντερνικότητα”, είναι μια αντίδραση στα ακραία συμπεράσματα του μεταμοντερνισμού. Δεν είναι απλή επιστροφή, αλλά μια προσπάθεια σύνθεσης. Γιατί γίνεται αυτή η “στροφή”;
Υπάρχει έντονη αντίδραση στον Σχετικισμό, καθότι η μεγαλύτερη δυσαρέσκεια πηγάζει από τον ριζικό Σχετικισμό. Η ιδέα ότι «όλες οι αφηγήσεις είναι ισότιμες» αφήνει την ιστορία ανίσχυρη απέναντι σε ψευδοϊστορίες, παραποιήσεις και προπαγάνδα όπως π.χ. αρνητές του Ολοκαυτώματος, υποστηρικτές της «εναλλακτικής ιστορίας». Υπάρχει μια αναγνώριση ότι χρειαζόμαστε κριτήρια αξιολόγησης για να ξεχωρίσουμε μια καλά τεκμηριωμένη ερμηνεία από μια κακώς τεκμηριωμένη.
Άλλος λόγος η αναγκαιότητα των «Μεγάλων Αφηγήσεων». Έχει γίνει αντιληπτό ότι οι κοινωνίες χρειάζονται, έστω και προσωρινά ή τουλάχιστον κριτικά, ενοποιητικές αφηγήσεις για να αντιμετωπίσουν σύγχρονα προβλήματα που επί της ουσίας είναι «μεγάλα». Θέματα όπως το κλίμα, η πανδημία, οι ανισότητες, η τεχνολογική επανάσταση, όλα αυτά απαιτούν μια ιστορική κατανόηση που ξεπερνά το απομονωμένο γεγονός και αναζητά ευρύτερα πλαίσια αιτιότητας.
Επιστροφή στην Πραγματικότητα (The “Return of the Real”). Υπάρχει μια δίψα για μια νέα μορφή εμπειρισμού. Ο μεταμοντερνισμός κατηγορήθηκε ότι “έχασε το δάσος για τα δέντρα”, μιλώντας μόνο για την αναπαράσταση, δηλαδή το κείμενο, και ξεχνώντας το υλικό, το σωματικό και το πραγματικό βίωμα. Η σύγχρονη ιστοριογραφία ενδιαφέρεται ξανά για το πώς τα υλικά αντικείμενα, οι βιολογικές διαδικασίες (βλ. Ιστορία του Περιβάλλοντος), τα νευρολογικά μονοπάτια (βλ. Νευροϊστορία) και οι δομικές ανισότητες διαμορφώνουν την ανθρώπινη εμπειρία.
Κάπου εδώ κουμπώνει και η κριτική στην υπερβολική «Πολιτικοποίηση». Ενώ η πολιτικοποίηση της ιστορίας λ.χ. για φύλο, φυλή, τάξη ήταν ένα κεντρικό μεταμοντερνιστικό κέρδος, τώρα υπάρχει κριτική ότι μερικές φορές οδηγεί σε έναν αυτόματο ηθικό κανιβαλισμό του παρελθόντος, χωρίς την απαραίτητη επιστημονικότητα και ιστορική συγκρότηση. Ζητείται μια πιο αναλυτική και λιγότερο καταδικαστική προσέγγιση.
Πώς εκδηλώνεται τώρα αυτή η τάση; Ο Νέος Μοντερνισμός (Μετά-Μετάμοντερνισμός) στη Θεωρία. Σκέψεις όπως του Bruno Latour (που είπε με σιγουριά “Δεν ήμασταν ποτέ μοντέρνοι” και τώρα μιλά για “συνάθροιση” αλλά και του Speculative Realism στη φιλοσοφία, που προσπαθούν να ξεπεράσουν τη διχοτόμηση μεταξύ φύσης και πολιτισμού, θέτοντας ξανά το ζήτημα του αντικειμενικού κόσμου. Επιπλέον η ακμάζουσα Ψηφιακή Ιστοριογραφία (Digital History): Η χρήση τεράστιων δεδομένων (big data), η ποσοτικοποίηση και η χαρτογράφηση (GIS) φέρνουν πίσω μια αίσθηση ορθότητας και επαληθευσιμότητας που θυμίζει μοντερνιστικές αξίες, αλλά με νέα εργαλεία. Δίνει στοιχεία για ευρύτερα μοτίβα που υπερβαίνουν το ατομικό κείμενο. Ακόμη Ιστορία του Περιβάλλοντος και της Επιστήμης. Αυτά τα πεδία αναγκάζουν την ιστορία να αναγνωρίσει υλικά και βιολογικά όρια. Η κλιματική αλλαγή, για παράδειγμα, είναι μια «μεγάλη αφήγηση» που δεν μπορούμε να απορρίψουμε ως κατασκευή. Επιστρέφουμε λοιπόν σε μια μορφή υλικού ρεαλισμού. Η Παγκόσμια Μετα-Εθνική Ιστορία είναι άλλο παράδειγμα διότι αντί να κατακερματίζουμε σε μικρο-ιστορίες, υπάρχει μια προσπάθεια να συνθέσουμε νέες, μη εθνικιστικές «μεγάλες αφηγήσεις» που εξηγούν διασυνδέσεις, ανταλλαγές και συστημικές αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο.
Συμπέρασμα, βιώνουμε, μελετώντας τους σύγχρονους ιστορικούς ερευνητές μια Διαλεκτική Εξέλιξη. Δεν πρόκειται για απλή «επιστροφή» στο παρελθόν, και ειδικότερα στο Μοντερνισμό προ του 1980 αλλά είναι σαφέστατα μια διάλεξη. Από τον Μεταμοντερνισμό κρατάμε δηλαδή την αυτοκριτική, την προσοχή στη γλώσσα και στην εξουσία στις πηγές, την ευαισθησία προς τους «άφωνους», την αποδόμηση των απολυταρχικών αφηγήσεων. Από τον παλιό Μοντερνισμό επαναφέρουμε όμως την αναζήτηση για περίπου αληθείς ερμηνείες βασισμένες σε τεκμήρια, την αντίληψη ότι υπάρχει μια κοινή, υλική πραγματικότητα που μας διαμορφώνει, και την ανάγκη για συνθετικές αφηγήσεις που μπορούν να απαντήσουν σε μεγάλα ερωτήματα.
Ουσιαστικά, εν κατακλείδι, ο σύγχρονος ιστορικός και γενικότερα ο διανοούμενος) προσπαθεί να κινηθεί με επιφύλαξη ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες: Από τη μία τον δογματικό μοντερνισμό που πίστευε αφελώς στην αντικειμενική αλήθεια και από την άλλη τον παραλυτικό μεταμοντερνισμό που, με το πρόσχημα του σχετικισμού, απείχε από κάθε ηθική και γνωσιολογική ευθύνη. Έτσι η τρέχουσα τάση είναι, λοιπόν, μια μετριοπαθής, κριτική, αλλά υποστηρικτική στην εμπειρία, προσέγγιση και επομένως μια «μοντερνικότητα μετά τον μεταμοντερνισμό», μακριά από καθυστερημένες αντιλήψεις, πιο έξυπνη και ταπεινή, αλλά και πιο αποφασισμένη να ασχοληθεί με τον πραγματικό κόσμο και τα προβλήματά του.
-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


