Η αναμέτρηση του Αλέξανδρου με τους Καθαίους: Γράφει ο Διοικητής του ΑΤ Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος

Η αναμέτρηση του Αλέξανδρου με τους Καθαίους στη βορειοδυτική Ινδία.Γράφει ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος.
Οι Καθαίοι υπήρξαν ένας αβασίλευτος λαός που κατοικούσε στη βορειοδυτική Ινδία μεταξύ των σημερινών πόλεων Ραβί και Μπεάς, κοντά στον Υδραιώτη ποταμό. Τα γεγονότα της περιοχής του Υδραιώτη έλαβαν χώρα το 326 π.Χ.

Πρωτεύουσα των Καθαίων ήταν τα Σάγγαλα. Η κατάληψη της περιοχής όπου κατοικούσαν δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση για τη μακεδονική πολεμική μηχανή. Οι Καθαίοι ήταν οι πιο ονομαστοί κάτοικοι της περιοχής. Ο Αλέξανδρος όμως τους αντιμετώπισε με σπουδή, η νίκη επί των Καθαίων ήταν ζωτικής σημασίας στόχος για την εξέλιξη των επιχειρήσεων στην ινδική χώρα.

Τα στρατεύματα του Αλέξανδρου, μετά την περιπετειώδη διέλευση του Ακεσίνη ποταμού, έφτασαν στον Υδραιώτη ποταμό. Ο Υδραιώτης ήταν ίδιος σε πλάτος με τον Ακεσίνη αλλά λιγότερο ορμητικός. Επομένως η διέλευση του ποταμού ήταν εύκολη υπόθεση. Μετά τη διέλευση ο Αλέξανδρος μερίμνησε να αφήσει φρουρά στα σημεία από τα οποία ο στρατός πέρασε τον ποταμό.

Με την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων στην περιοχή, οι περισσότεροι πληθυσμοί δήλωσαν αμέσως υποταγή. Όσοι ξεσηκώθηκαν, κυρίως υποκινούμενοι από τους Καθαίους, υποτάχθηκαν ανηλεώς ή τράπηκαν σε φυγή. Οι Καθαίοι αποφάσισαν να αντισταθούν στην οχυρή τους πρωτεύουσα: Τα Σάγγαλα.

Η επίθεση στα Σάγγαλα.

Η πρωτεύουσα των Καθαίων προστατεύονταν από μία ρηχή λίμνη ή έλος, ενώ η πόλη ήταν πολύ καλά οχυρωμένη, καθώς την προστάτευε ένα μεγάλο σε διάμετρο τείχος. Επιπρόσθετα μπροστά από την πόλη υπήρχε ένας στρόγγυλος λόφος.

Οι Ινδοί είχαν φτιάξει ένα αμυντικό καταυλισμό από τρεις ομόκεντρες γραμμές αμαξών έξω από τα Σάγγαλα. Μέσα στην πόλη είχαν συγκεντρώσει ισχυρό στράτευμα και πληθυσμό, όπως επίσης και πάνω στο λόφο. Το σχέδιο τους ήταν να πέσει ο εχθρός πάνω στις γραμμές των αμαξών, να αναχαιτιστεί και όταν οπισθοχωρήσει προκειμένου να αναδιοργανωθεί, να βγουν και να τον κατατροπώσουν.

Ο Αλέξανδρος είχε εντοπίσει ένα σημείο στο λόφο, στο οποίο οι άμαξες ήταν αραιά τοποθετημένες μεταξύ τους. Έθεσε σε κίνηση τους ιπποτοξότες με διαταγή να βάλουν συνέχεια κατά του εχθρού ώστε να αποτρέψει επίθεση εναντίων του. Από την εξέλιξη των επιχειρήσεων είναι φανερό ότι ο Αλέξανδρος κατάλαβε το σχέδιο των Καθαίων. Γενικά όμως το ελληνικό στράτευμα συνάντησε σθεναρή αντίσταση και υπέστη μεγάλες απώλειες.

Η πρώτη επιθετική προσπάθεια απέτυχε, οι Ινδοί είχαν το πλεονέκτημα ότι πολεμούσαν από ψηλά. Οι ιπποτοξότες όμως καθήλωσαν τους αμυνόμενους που δεν κατάφεραν να αντεπιτεθούν. Ο μακεδόνας αρχηγός ζήτησε τη βοήθεια του Πώρου, που είχε καθυποτάξει και κάνει σύμμαχο λίγο καιρό πριν. Οι δυνάμεις όμως του Πώρου, 5.000 στρατός και αρκετοί ελέφαντες έφτασαν όταν όλα είχαν κριθεί.

Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε δεξιά τη βασιλική ιππιλαρχία, την επιλαρχία Κλείτου με Αγριάνες και Υπασπιστές, ενώ στην αριστερή πτέρυγα παρέταξε την ιππιλαρχία Περδίκκα και τη Φάλαγγα. Επιτέθηκε με το ιππικό της δεξιάς πτέρυγας στην αριστερή πλευρά του εχθρού, ακριβώς σε εκείνο το σημείο όπου οι άμαξες ήταν αραιές. Ο Αλέξανδρος, σ’ αυτό το σημείο ήλπιζε ότι οι Καθαίοι θα έβγαιναν από τις άμαξες και θα επιτιθόταν και έτσι θα τους αποδεκάτιζε. Είχε προβλέψει το σχέδιο τους, όπως προαναφέρθηκε Βλέποντας τη διαμορφωθείσα κατάσταση ο Αλέξανδρος, έφτασε με το άλογο του στη φάλαγγα και αφού αφίππευσε ηγήθηκε της επίθεσης που θύμιζε σκηνή από γουέστερν, με τους Μακεδόνες να τρέχουν γύρω από τις άμαξες. Η πρώτη σειρά των αμαξιών καταλήφθηκε με μικρή δυσκολία, η δεύτερη με σθεναρή αντίσταση, ενώ η τρίτη εγκαταλείφτηκε από τους Ινδίδες που έσπευσαν να μπουν στην πόλη, καλυπτόμενοι από τους τοξότες που ήταν στα τείχη της πόλης.

Ο βασιλιάς διέβλεψε επίσης ότι οι Καθαίοι θα εγκαταλείψουν την πόλη, καθώς είχαν περιέλθει σε δεινή κατάσταση. Το τείχος, εκτεταμένο σε διάμετρο, πλην όμως πλίνθινο άρα ευάλωτο. Ο στρατός στρατοπέδευσε έξω από την πόλη. Η περικύκλωση της πόλης δεν ήταν εύκολη υπόθεση, εξαιτίας της μεγάλης περιφέρειας του τείχους και της συνεχούς παρενόχλησης των αμυνόμενων. Ακολούθησε η προσέγγιση των πολιορκητικών μηχανών.

Ορισμένοι αυτόμολοι Καθαίοι, συνάντησαν τον Αλέξανδρο και τον πληροφόρησαν για την επικείμενη φυγή από την πόλη, του υπέδειξαν μάλιστα και το σημείο από το οποίο θα διέφευγαν. Σε ένα χαράκωμα ανάμεσα στα τείχη, στο οποίο ο Αλέξανδρος διέταξε τις δυνάμεις του Πτολεμαίου να στήσουν παγίδα. Σκότωσαν περίπου 500 και οι υπόλοιποι Ινδοί γύρισαν στην πόλη. Η κατάσταση για τους πολιορκημένους έγινε απελπιστική. Οι ελληνικές δυνάμεις υπέσκαψαν το τείχος, έριξαν σκάλες σ’ αυτό, αξιοποίησαν τις πολιορκητικές μηχανές και κατέλαβαν την πόλη κατά κράτος.

Η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς. Μετρήθηκαν 17.000 νεκροί, ενώ 70.000 σύρθηκαν στην αιχμαλωσία. Ο Αλέξανδρος έχασε 100 στρατιώτες και είχε 1200 περίπου τραυματίες.

Μετά τη νίκη.
Μετά την κατάληψη των Σαγγάλων απλώθηκε ο τρόμος παντού. Οι βασικότεροι αντίπαλοι του Αλέξανδρου, οι Μάλλοι και οι Οξύδρακες κατατρομοκρατήθηκαν. Παντού διαδόθηκαν τρομερές φήμες για τον Αλέξανδρο. Η μεγαλοθυμία όμως του Αλέξανδρου ηρέμησε τα πνεύματα και από όπου περνούσε το εκστρατευτικό στράτευμα όλοι δήλωναν υποταγή.

Παύλος Παπαδόπουλος, Ανώτερος Αξιωματικός της Αστυνομίας, Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών.

 

Μοίρασε το άρθρο!