Μία πόρνη του 1961-Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

Μία πόρνη του 1961- Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

Μια πόρνη, η Τάνια, πρόκειται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στα ¨Νέα της Αλεξάνδρας¨. Απαιτήθηκε αρκετή προσπάθεια προκειμένου να ανασυσταθεί μία κάμαρη εκδιδόμενης των αρχών της δεκαετίας του ’60. Δε θα αναλύσουμε δηλαδή τη νόμιμη πόρνη αλλά την παράνομα εκδιδόμενη στην κάμαρη της. Ταυτόχρονα συγκεντρώθηκαν και στοιχεία για τη σχέση πόρνης-νταβατζη, καθώς και για την θέση της στο περιθώριο της κοινωνίας. Σας τα παραθέτω:

Ας ξεκινήσουμε όμως με τη χαρτογράφηση της κάμαρης:

Αν φανταστούμε την κάμαρη μιας πόρνης το 1961 στην Ελλάδα, δεν θα ήταν παραγεμισμένη, ούτε πολυτελής. Οι περισσότερες ήταν φτωχικά δωμάτια, συχνά ενοικιαζόμενα ή σε οίκους ανοχής με κοινότυπη επίπλωση. Να τις δούμε λεπτομερέστερα.

Το κρεβάτι, μονό ή διπλό, σιδερένιο συνήθως, με φθαρμένο αλλά καθαρό στρώμα με σεντόνια λευκά ή με λουλουδάκι, όχι πολυτελή. Δεν πρέπει το κρεβάτι να ήταν κολλημένο στον τοίχο, αλλά με «αναπνοή» γύρω του. Στη γωνιά λοιπόν δέσποζε το κρεβάτι με το σιδερένιο κεφαλάρι, τα σεντόνια τεντωμένα αλλά φθαρμένα και ίσως με μια μικρή τσάκιση που δείχνει τη βιασύνη στο στρώσιμο. Στην άκρη του κρεβατιού ένα μικρό χαλάκι, ξεθωριασμένο, για να μη πατάει κανείς ξυπόλυτος κατευθείαν στο κρύο μωσαϊκό!

Δίπλα στο κρεβάτι της πόρνης υπήρχε, ως συνήθως, ένα κομοδίνο, ξύλινο, με σημάδια από νερό και τσιγάρα. Πάνω του μια μικρή λάμπα, και έβλεπες ένα τασάκι με αποτσίγαρα, κι ένα μπουκαλάκι άρωμα χωρίς ετικέτα. Το κομοδίνο, μικρό, ξύλινο, με μια λάμπα ή κεριά. Το κομοδίνο βρισκόταν αριστερά του κρεβατιού. Εκεί μπορεί να είχε το φως, το τασάκι και το μπουκαλάκι αρώματος. Έτσι, ο πελάτης μπορούσε να σκύψει, να ανάψει τσιγάρο ή να ακουμπήσει κάτι πάνω του. Το φως, κρεμαστό γλόμπο χωρίς καπέλο ή με ένα φτηνό αμπαζούρ.

Οπωσδήποτε θα υπήρχε μια ντουλάπα ή κρεμάστρα με λίγα φορέματα, παπούτσια, ίσως φθαρμένα. Η κρεμάστρα με τα φορέματα πίσω και αριστερά. Εκεί έδινε βάθος και τόνιζε ότι ο χώρος είναι προσωπικός αλλά φτωχικός, και μπορούσε να λειτουργήσει σαν «σιωπηλή μαρτυρία» του επαγγέλματος, δηλαδή ότι τα φορέματα είναι η δουλειά της.

Η καρέκλα ήταν μια απλή ξύλινη, να αφήνει ο πελάτης το σακάκι ή η ίδια τα ρούχα. Μια καρέκλα σπασμένη λίγο στη ράχη στεκόταν δίπλα, φορτωμένη με ρούχα — ένα φουστάνι με λουλουδάκια, ένα σακάκι πελάτη ίσως. Η καρέκλα με τα ρούχα ταίριαζε πιο πολύ στα δεξιά του κρεβατιού, έτσι έδειχνε την ακαταστασία της καθημερινότητας.

Το δάπεδο ήταν μωσαϊκό ή ξύλινο παλιό, με ένα μικρό χαλάκι. Στην ατμόσφαιρα της κάμαρης υπήρχε διάχυτη μυρωδιά πούδρας, καπνού και φτηνής κολόνιας· το δωμάτιο είχε περισσότερο λειτουργικότητα παρά αισθητική.

Δεν ήταν χώρος ζεστός και «σπιτικός»· περισσότερο ένα δωμάτιο δουλειάς, απλό, λίγο άχαρο, με ίχνη θηλυκότητας μόνο στον καθρέφτη, στα ρούχα ή σε ένα μπουκαλάκι άρωμα. Μπαίνοντας μέσα στην κάμαρη κι αμέσως σε χτυπούσε μια μυρωδιά μπερδεμένη — πούδρα, φτηνή κολόνια και καπνός που έχει ποτίσει τα υφάσματα.

Εν ολίγοις, το φως ήταν χαμηλό. Από το ταβάνι επομένως κρεμόταν ένας γλόμπος με μισοσκισμένο καπέλο, ρίχνοντας θαμπό, κιτρινωπό φως. Απέναντι, ένας καθρέφτης καρφωμένος πρόχειρα πάνω από μια συρταριέρα. Το γυαλί μπορεί να ήταν μαυρισμένο σε γωνίες, μα μπροστά του να διαγραφόταν ακόμα μια σκιά γυναίκας που ετοιμάζεται. Ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα είναι παρατημένα από κάτω. Ο καθρέφτης ήταν απαραίτητος, συχνά με φθορές ή σημάδια στο γυαλί και μπορεί να ήταν πάνω σε συρταριέρα. Ιδανικά ίσως τοποθετούταν πίσω δεξιά, λίγο λοξά, ώστε όταν η γυναίκα στέκεται μπροστά του, να βλέπει το πρόσωπό της ή τις κινήσεις της μέσα από το είδωλο. Σημειωτέον ότι Ο καθρέφτης λειτουργεί πάντα σαν διπλή εικόνα: αποκαλύπτει κάτι παραπάνω από την απλή κίνηση.

Η ατμόσφαιρα είναι βαριά αλλά οικεία με τον τρόπο της. Δεν είναι σπίτι· είναι δωμάτιο για λίγες ώρες, μα πάνω του έχουν κολλήσει τα σημάδια μιας ζωής. Η πόρνη που δούλευε μεμονωμένα (εκτός οργανωμένων πορνείων) στην Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική από την «τυπική» γυναίκα των σπιτιών με κόκκινα φανάρια.

Η θέση της στην κοινωνία και η πελατεία.

Η κοινωνική θέση της πόρνης
ήταν χωρίς αμφιβολία στο περιθώριο. Η κοινωνία τις αντιμετώπιζε με στίγμα και περιφρόνηση, ενώ η αστυνομία τις παρακολουθούσε στενά. Δεν είχαν κάποια «προστασία» ή άδεια, γι’ αυτό κινδύνευαν περισσότερο – και από βία πελατών, και από συλλήψεις για «προσβολή της δημοσίας αιδούς».

Όσον αφορά τους τόπους της δουλειάς,
δεν είχαν σταθερή «έδρα». Δούλευαν σε μικρά δωμάτια που νοίκιαζαν μόνες τους (καμιά φορά με τη μέρα ή με την ώρα), σε φτωχικά ξενοδοχεία της Ομόνοιας ή σε συνοικίες λιγότερο «καθαρές». Άλλες δέχονταν πελάτες στο ίδιο τους το σπίτι. Συχνά βρίσκονταν στον δρόμο, σε πιάτσες γνωστές.

Η πελατεία συνήθως ήταν άνθρωποι λαϊκών στρωμάτων – εργάτες, ναύτες, στρατιώτες με άδεια, μοναχικοί άντρες. Η αμοιβή ήταν μικρή, ίσα για το νοίκι, τα ρούχα και το φαγητό.
Ζούσαν με ανασφάλεια. Δεν είχαν γιατρό ή υγειονομικό έλεγχο όπως οι νόμιμες. Έπρεπε να προσέχουν μόνες τους για αρρώστιες, να φυλάνε τα λίγα υπάρχοντά τους, να αποφεύγουν την αστυνομία. Συχνά άλλαζαν στέκια για να μη στιγματιστούν στη γειτονιά.

Πολλές ήταν νέες κοπέλες που έπεσαν σε αυτόν τον δρόμο από φτώχεια, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, κακομεταχείριση ή έλλειψη οικογενειακού στηρίγματος. Κουβαλούσαν μοναξιά, αλλά και ένα είδος σκληράδας – έπρεπε να είναι δυνατές για να αντέξουν. Θα έλεγες ότι αυτές οι γυναίκες δεν ήταν «φιγούρες μυθιστορηματικές» με φτιασιδωμένα δωμάτια και μοιραία βλέμματα, αλλά γυναίκες απλές, κουρασμένες, που πάλευαν να επιβιώσουν με το σώμα τους.:

Κάποιες δούλευαν μόνες, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες σε ηλικία ή όσες είχαν σταθερή μικρή πελατεία. Αυτές είχαν περισσότερη ελευθερία, αλλά ήταν πολύ πιο εκτεθειμένες σε κινδύνους. Πολλές, όμως, αναγκάζονταν να έχουν νταβατζή (προστάτη). Δεν ήταν πάντα επιλογή· συχνά ήταν άντρες που τις «στρίμωχναν» με βία ή εκμετάλλευση.

Ο ρόλος του νταβατζή.

Ο νταβατζής κατά βάση προσέφερε «προστασία» από άλλους άντρες, από πελάτες που δεν πλήρωναν ή γίνονταν βίαιοι, ακόμα και από την αστυνομία με γνωριμίες ή λαδώματα. Σε αντάλλαγμα έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων. Πολλές φορές η εκδιδομένη γυναίκα ζούσε με ψίχουλα. Κρατούσε συχνά και τον έλεγχο της ζωής της γυναίκας: πού θα δουλέψει, σε ποια πιάτσα, με ποιους θα μιλήσει.

Η σχέση τους ήταν ένα μείγμα φόβου και ανάγκης. Ο νταβατζής μπορούσε να είναι σκληρός, να δέρνει, να εκβιάζει, αλλά και να παίζει τον ρόλο του «συντρόφου». Μερικές γυναίκες μάλιστα έλεγαν ότι «τον αγαπάνε», παρόλο που τις εκμεταλλευόταν. Ήταν ένας φαύλος κύκλος —μια τοξική συνύπαρξη που δύσκολα έσπαγε.
Χωρίς νταβατζή, μια γυναίκα ήταν πιο εκτεθειμένη στη βία. Με νταβατζή, ήταν αιχμάλωτη. Η κοινωνία τις περιφρονούσε, οι αρχές δεν τις στήριζαν, κι έτσι ο «προστάτης» φάνταζε για πολλές σαν αναγκαίο κακό.

Το 1961 (και γενικά εκείνη την εποχή) η σχέση πόρνης – νταβατζή δεν ήταν μόνο «επαγγελματική». Πολύ συχνά αναμειγνυόταν με μια προσωπική, ερωτική ή ψευδο-ερωτική σχέση. Πολλές γυναίκες τον αποκαλούσαν «ο άντρας μου», ακόμη κι αν δεν υπήρχε γάμος. Εκείνος, από τη μεριά του, φρόντιζε να κρατάει τον έλεγχο μέσα από την ψευδαίσθηση αγάπης ή πίστης. Της έλεγε «εσύ είσαι δικιά μου», την έπαιρνε βόλτα, την έντυνε μερικές φορές, της έδινε λίγη τρυφερότητα – τόσο όσο να δένεται.

Για τον νταβατζή, τέλος, η γυναίκα πόρνη ήταν ταυτόχρονα ερωμένη του και «δουλειά». Μπορούσε άνετα το ίδιο βράδυ να κοιμηθεί μαζί της σαν ζευγάρι, αλλά το πρωί να της πάρει τα λεφτά από άλλους πελάτες. Πολλές, ιδίως νεότερες και πιο άβγαλτες, μπερδεύονταν: νόμιζαν πως είχαν έναν άντρα που τις αγαπά και τις προστατεύει. Αυτό έκανε πιο εύκολη την υποταγή τους. Άλλες πάλι, πιο «παλιές», ήξεραν καλά το παιχνίδι· έμεναν δίπλα του από φόβο ή συμφέρον, αλλά μέσα τους δεν έτρεφαν αυταπάτες.

Μέσω της Τάνιας θα τα δούμε όλα αυτά στα ¨Νέα της Αλεξάνδρας¨.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλ

νίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Μοίρασε το άρθρο!