Παλιά Θεσσαλονίκη: Προσπερνώντας τον χρόνο

Ο χρόνος είναι ένα από τα πλέον ακατάληπτα και, ταυτόχρονα, ρυθμιστικά στοιχεία της καθημερινότητάς μας. Στο παρελθόν, πριν η μέτρησή του γίνει προσωπική υπόθεση μέσω ρολογιών χειρός ή κινητών τηλεφώνων, ο χρόνος οργανωνόταν συλλογικά. Ιδίως στις προβιομηχανικές κοινωνίες, η γνώση της ώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από ηχητικά ή οπτικά σήματα στον δημόσιο χώρο: τις καμπάνες των εκκλησιών, τις σειρήνες των εργοστασίων και, κυρίως, τα ρολόγια που δέσποζαν σε κεντρικά κτίρια.

«Ο χώρος δίνει την εντύπωση ότι είναι ή πιο εξημερωμένος ή πιο ακίνδυνος από το χρόνο: οι περισσότεροι άνθρωποι φορούν ρολόι, αλλά ελάχιστοι κρατούν πυξίδα» υποστηρίζει ο George Perec και δεν έχει άδικο. Ωστόσο, σε εποχές που τα ρολόγια χειρός ή τσέπης αποτελούσαν πολυτέλεια, οι δημόσιοι ωροδείκτες ήταν αυτοί που τιθάσευαν τον χρόνο και οργάνωναν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Το χτύπημα κάθε ώρας λειτουργούσε σχεδόν τελετουργικά: σήμαινε εργασία, διάλειμμα, προσευχή, διακοπή, συνάντηση.

Στη Θεσσαλονίκη, τα δημόσια ρολόγια, άλλοτε τοποθετημένα σε καμπαναριά, διοικητικά μέγαρα ή σιδηροδρομικούς σταθμούς, υπήρξαν όχι μόνο εργαλεία ρύθμισης του χρόνου, αλλά και σύμβολα εκσυγχρονισμού και κοινωνικής οργάνωσης. Κάθε ρολόι ήταν μια υπενθύμιση του κοινού ρυθμού, μια παλμική σύνδεση της πόλης με τη νέα εποχή. Στο πλαίσιο εκδυτικισμού της πόλης, ιδιαίτερα από τα τέλη του 19ου αιώνα, τα δημόσια ρολόγια έγιναν σύμβολα προόδου, ακρίβειας και κρατικού ελέγχου του χρόνου. Αυτά είναι μερικά από τα ρολόγια που κάποτε συντόνιζαν τις δραστηριότητες της πόλης και σίγουρα έχεις προσπεράσει χωρίς να τα παρατηρήσεις. 

Διαβάστε περισσότερα εδώ

Μοίρασε το άρθρο!