”Η ομηρία του Φιλίππου στη Θήβα” – Γράφει ο Διοικητής του ΑΤ Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος

Η ομηρία του Φιλίππου στη Θήβα, γράφει ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος

Ο Φίλιππος γεννήθηκε το 382 ή το 383 π.Χ. Ανήκε στον δωρικό οίκο των Αργεάδων, το οποίο βασίλευε στο Άργος και ανήγαγε τις ρίζες του στο μυθικό ήρωα Ηρακλή, κάποια στιγμή σύμφωνα με τη μυθολογία αργεάδες τυχοδιώκτες βασιλείς αναζήτησαν την τύχη τους στη βόρεια Ελλάδα. Ήταν το τρίτο παιδί του βασιλιά Αμύντα Γ΄, ενώ η μητέρα του Ευριδίκη υπήρξε η κόρη του Ηγεμόνα της Λύγκου Σίρρα.

Η γνωριμία του Φιλίππου με τη Μυρτάλη (μετέπειτα Ολυμπιάδα) την κόρη του βασιλιά των Μολοσσών Αρύβα, ο οποίος αργότερα εκθρονίστηκε για χάρη του αδερφού της Ολυμπιάδας Αλέξανδρου, οδήγησε στο γάμο του μ’ αυτή. Η Μυρτάλη υπήρξε η Τρίτη σύζυγος του Φιλίππου και έλαβε το όνομα Ολυμπιάδα μετά τη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οποίοι πρέπει να έλαβαν χώρα μεταξύ του γάμου τους και της γέννησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η ομηρεία στη Θήβα:

Όταν ο Αμύντας (πατέρας του Φιλίππου) ηττήθηκε από τους Ιλιρριούς αναγκάστηκε να παραδώσει το Φίλιππο Όμηρο σ’ αυτούς, με πρωτοβουλία του Πτολεμαίου του Άλορου του αντιβασιλιά της Μακεδονίας. Γρήγορα ο Φίλιππος περιήλθε στη φροντίδα των Θηβαίων.

Στη Θήβα ο Φίλιππος βρέθηκε μαζί με 50 νέους, το 369 π.Χ., μετά την υποχρέωση του βασιλιά Αλέξανδρου Β΄ να συνταχθεί μ’ αυτή. Εκεί ο μετέπειτα βασιλιάς της Μακεδονίας ήρθε σε επαφή με τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα σε ηλικία 15 ετών και έλαβε σημαντική μόρφωση, ενώ εξασκήθηκε και στη ρητορική. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν αδύναμη.

Ο Επαμενώνδας ήταν ο Μέγιστος Ανήρ των Ελλήνων, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, και ο Κλαούζεβιτς της αρχαιότητας κατά τους σύγχρονους ερευνητές. Παρά το ότι ήταν φτωχός έλαβε σπάνια μόρφωση και σωματική αγωγή. Υπήρξε επίσης ηθικά αυστηρός, υπό την επίδραση των Πυθαγορείων. Ο Θηβαίος στρατηγός εφεύρε τη λοξή φάλαγγα. Με αυτή την τακτική πύκνωνε τη φάλαγγα σε ένα σημείο και επιτίθονταν στο αδύναμο σημείο του αντιπάλου του. Με τη λοξή φάλαγγα η Θήβα νίκησε και εξουδετέρωσε τη Σπάρτη. Ο Φίλιππος επηρεάστηκε σημαντικά από τον τρόπο των Θηβαίων.

Υπό τις ανωτέρω επιρροές ο Φίλιππος λειτουργούσε σαν ομηρικός στρατιώτης περισσότερο από κάθε άλλο στρατιώτη της ιστορίας, ενώ μετέπειτα είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην ανωτερότητα του στρατού του. Κάτι που κληροδότησε και στον Αλέξανδρο. Έτσι λοιπόν γι αυτούς τους λόγους ο Αλέξανδρος, και σύμφωνα με τον Λιντλ Χαρτ, «χρησιμοποίησε την άμεση προσβολή χωρίς μάλιστα ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, με κίνδυνο ακόμη και να χάσει τη ζωή του όπως στο Γρανικό ποταμό».

Στη Θήβα, ο Φίλιππος, είδε την αξία των θεσμών της Μακεδονίας σε αντιδιαστολή με τη δημοκρατία. Η Θήβα ήταν τότε δημοκρατία, και ο γιος του Αμύντα είχε μια πρώτης τάξης ευκαιρία να δει ξεκάθαρα τις αδυναμίες της δημοκρατικής πόλης: Δολοπλοκίες, αδυναμία λήψης γρήγορων αποφάσεων κλπ. Παρατήρησε, μέσα στις δημοκρατικές συνελεύσεις, τη χρήση επιχειρημάτων-αντεπιχειρημάτων και έμαθε τη χρήσιμη για τη δημοκρατία «πλάγια γλώσσα» που τη συνέθεταν οι αυταπάτες, η αυτοσυντήρηση και η αυτοεκτίμηση.

Ο Φίλιππος έμεινε τέσσερα χρόνια (369-365 π.Χ.) στην πρωτεύουσα της Βοιωτίας και με την επιστροφή του στη Μακεδονία ανέλαβε τη διοίκηση μιας μικρής περιοχής πιθανότατα στην Πελαγονία (η περιοχή αυτή δεν έχει έως σήμερα ταυτοποιηθεί). Έχοντας μελετήσει τον Επαμεινώνδα, έχοντας κερδίσει πολλές συμπάθειες, έχοντας μάθει καλά να χρησιμοποιεί τα χρήματα για δωροδοκίες, ήταν ήδη έξυπνος, πρόωρα ώριμος και πονηρός.

Το μέλλον και οι προοπτικές ανοίγονταν διάπλατα για τον Φίλιππο. Για τη Θήβα η μοιραία παραμονή του εκεί θα σήμανε το ξεκίνημα της αντίστροφης μέτρησης για την τελική της καταστροφή…

Παύλος Παπαδόπουλος, Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών, Ανώτερος Αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ.

Μοίρασε το άρθρο!