
Η καταστροφή της Θήβας (Μέρος Α΄) – Γράφει ο Διοικητής του Α.Τ. Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος.
Μετά το θάνατο του Φιλίππου μια αντιμακεδονική κίνηση με επικεφαλής το Δημοσθένη επικράτησε στη νότια Ελλάδα. Παρά την ηθική και υλική τους παρακμή, οι ελληνικές πόλεις-κράτη διατηρούσαν την αξίωση για αυτονομία. Είχαν αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αναγνωρίσουν τη μακεδονική ηγεμονία, παρόλαυτα σε κάθε πόλη υπήρχε μια μερίδα που ήταν εχθρικά διακείμενη προς τη Μακεδονία. Κάτι τέτοιο φυσικά συνέβαινε και όσο ηγεμόνευαν η Αθήνα και η Σπάρτη.
Ο Αλέξανδρος απουσίαζε στη Θράκη. Οι Έλληνες κατά την απουσία του, πίστεψαν ότι οι εξεγέρσεις στη Θράκη και στην Ιλλυρία θα κρατούσαν γενικότερα τον Αλέξανδρο μακριά από την Ελλάδα. Ειδικότερα στη Θήβα πίστεψαν ότι δε θα μπορέσει ποτέ να απεμπλακεί από τη Θράκη και την Ιλλυρία.
Η παρατεταμένη απουσία του Αλέξανδρου στη Θράκη γέννησε διάφορες φήμες. Κάποιες από αυτές έλεγαν ότι ο Αλέξανδρος σκοτώθηκε στον πόλεμο με τους Ιλλυριούς. Υπήρξε λοιπόν λανθασμένη πληροφόρηση ότι ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει. Πράγματι, για καιρό δεν είχε ακουστεί κάποιο νέο, και στο Νότο χωρίς να γνωρίζουν την πραγματικότητα έβγαλαν εκείνο το συμπέρασμα που τους ευχαριστούσε. Σε όλους τους Νότιους υπήρχε γενικά έντονη η πεποίθηση ότι ο Αλέξανδρος δε θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση στις βόρειες κτήσεις.
Ήταν λογικό η φήμη να επηρεάσει περισσότερο τους Θηβαίους που κατέχονταν από μακεδονική φρουρά και διοικούνταν από φιλομακεδόνες. Ένα παραπάνω και επειδή τους υποδαύλιζαν οι Αθηναίοι. Έτσι επήλθε σοβαρή αναταραχή στην Κοινή Ειρήνη. Η φωτιά θα άναβε στη Θήβα και θα επεκτεινόταν στην Αιτωλία και στην Πελοπόννησο. Έντονες πολεμικές διαθέσεις κυριαρχούσαν στην Αιτωλία, την Αρκαδία, την Ηλεία και τη Μεσσηνία.
Στην Αθήνα υπήρχε έντονη αντιμακεδονική δραστηριότητα. Ο Δημοσθένης πίστευε, αδυνατώντας να εκτιμήσει σωστά, ότι ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός και ανίσχυρος ηγεμόνας. Ο ρήτορας εμφανίστηκε στην Εκκλησία του Δήμου με έναν αιχμάλωτο και ισχυρίστηκε ότι ο Αλέξανδρος πέθανε. Ο αιχμάλωτος που έσερνε μαζί του (ήταν και τραυματίας) επιβεβαίωσε ότι ήταν στη μάχη και είδε τον Αλέξανδρο νεκρό!
Οι Αθηναίοι ετοίμαζαν στρατό και στόλο, ενώ είχαν στείλει πρεσβεία και στο Μεγάλο Βασιλιά. Εκείνες τις μέρες οι Μακεδόνες είχαν συλλάβει πρέσβεις των Αθηναίων με επιστολές προς το Μεγάλο Βασιλιά. Ο Πέρσης μονάρης μονάρχης ήταν διατεθειμένος να ξοδέψει αφειδώς χρήματα προκειμένου να υποστηρίξει κάθε είδους επαναστατική κίνηση στην Ελλάδα. Η πόλη των Αθηνών, επίσημα, δε δέχτηκε το περσικό χρήμα. Ο Δημοσθένης πιθανότατα έλαβε 300 τάλαντα από τους Πέρσες (Αισχίνης 3,239, Δείναρχος 1.18 και 18 και Πλούταρχος Δημοσθένης, 20.23), ενώ επίσης ήταν σε συνεννόηση με το δυσαρεστημένο στρατηγό Άτταλο και τους Πέρσες σατράπες στην Ασία. Χρήματα από τους Πέρσες πήραν και οι Σπαρτιάτες.
Στην Αθήνα οι ρήτορες Δημοσθένης, Λυκούργος και Υπερείδης, καθώς επίσης και οι στρατηγοί Χαρίδημος και Εφιάλτης, προσπάθησαν να πείσουν την πόλη να προβεί σε εχθροπραξίες κατά των Μακεδόνων. Ο Δήμος αρχικά ψήφισε να σταλεί στρατός στη Θήβα, ύστερα από πρόταση του Δημοσθένη. Τελικά δεν τα κατάφεραν καθώς επικράτησαν οι φωνές του Φωκίωνα και του Δημάδη.
Η κίνηση των εξόριστων στη Θήβα.
Μερικοί εξόριστοι από τη Θήβα (είχαν εξοριστεί από το Φίλιππο) επέστρεψαν κρυφά στην πόλη. Οι εξόριστοι είχαν εφοδιαστεί με εξοπλισμό από το Δημοσθένη, εξοπλισμός ο οποίος είχε αγοραστεί με περσικά χρήματα. Έτσι είχε γίνει ο εφοδιασμός των Θηβαίων με όπλα. Οι Θηβαίοι λοιπόν ξεσηκώθηκαν. Τους φυτίλιασαν οι δημοκράτες εξόριστοι που κάποτε είχε εξαφανίσει από την πόλη ο Φίλιππος, και τώρα γύρισαν νύχτα…
Οι εξόριστοι, έπιασαν δύο αξιωματικούς, τον Αμύντα και τον Τιμόλαο, που βρισκόταν εκτός ακρόπολης και τους σκότωσαν. Οι αξιωματικοί ανήκαν στη φρουρά που είχε τοποθετηθεί στην Καδμεία, ακόμη από την εποχή του Φιλίππου. Στη συνέχεια οι Θηβαίοι, ύστερα από συμβουλή των Αθηναίων, συγκάλεσαν συνέλευση και επέδωσαν ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο διακήρυξαν την ελευθερία τους και την αποστασία τους. Εξέλεξαν ξανά Βοιωτάρχες και τους ανέθεσαν να πολιορκήσουν τη φρουρά της Καδμείας.
Στη συνέχεια οι επαναστάτες επεδίωξαν, μέσω πρεσβειών, τη σύμπραξη και των άλλων Ελλήνων. Αρκάδες, Αιτωλοί και Ηλείοι συντάχθηκαν άμεσα με τους Θηβαίους. Τέθηκαν σε κατάσταση αναμονής και ετοιμότητας, και έκαναν πολεμικές προετοιμασίες.
Οι Θηβαίοι ταυτόχρονα έκαναν μια σειρά από οχυρωματικά έργα γύρω από την νότια και ακάλυπτη πλευρά του τείχους της Καδμείας. Έσκαψαν τάφρους, κάνοντας ένα βαθύ χαντάκι γύρω από το φρούριο, και τοποθέτησαν φράκτες με πασσάλους ώστε η φρουρά να μην επιχειρήσει έξοδο.
Στη Θήβα εκείνες τις μέρες, ήταν διάχυτη η πεποίθηση ότι η αντιμακεδονική μερίδα όντας και σε συνεννόηση με την Περσία, θα μπορούσε να φέρει συμμαχία που θα ακολουθούσαν οι Αιτωλοί και οι πόλεις της Πελοπονήσου.
Πιθανότατα υπήρξε περσικός δάκτυλος. Ο Αλέξανδρος σε μια επιστολή του προς το Δαρείο, όπως ιστορεί ο Αρριανός, τον μέμφεται ότι «παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση και ότι προσπαθεί να εξαγοράσει τις ελληνικές πόλεις και πως τη χρηματική βοήθεια δεν τη δέχτηκαν μόνο οι Σπαρτιάτες». Οι Πέρσες επηρέαζαν τις ελληνικές πόλεις και πρότειναν χρηματισμό. Στην πλειοψηφία τους όμως οι ελληνικές πόλεις δε δέχτηκαν τα περσικά χρήματα.
Η κάθοδος στη Θήβα.
Ο Αλέξανδρος εκτίμησε την κατάσταση στη Θήβα και την έθεσε σε προτεραιότητα. Άμεσα, εγκατέλειψε την πεδιάδα της Κορυτσάς και κινήθηκε προς τη Θήβα. Με όπλο την ταχύτητα θα κατέβαινε με το στράτευμα σαν ανεμοστρόβιλος!
Ο έξοχα γυμνασμένος στρατός έφτασε ταχύτατα έξω από τα τείχη της Θήβας διανύοντας 192 στάδια σε 13 μέρες. Ο Αλέξανδρος υποχρέωσε το στρατό να εκτελεί με πλήρη εξάρτυση, πορεία πολλών χιλιομέτρων καθημερινά.
Η πορεία του Αλεξάνδρου προς τη Θήβα ήταν εκπληκτική. Ξεκίνησε από το Πήλιο (σημερινή Αλβανία) και παρέκαμψε την Πίνδο. Προχώρησε μέσω της Άνω Μακεδονίας στις περιοχές που ονομάζονταν Εορδαία και Ελιμιώτιδα. Κατά την πορεία του δεξιά του είχε τις άκρες της Πίνδου. Πέρασε τα περάσματα ανάμεσα στην Εορδαία, και κινήθηκε νότια μέσω της Άνω Μακεδονίας προς τη μεσαία κοίτη του Αλιάκμονα (σημερινή Κοζάνη) και κατόπιν από κει προς Θεσσαλία. Ακολούθησε δηλαδή την κοιλάδα του Άνω Αλιάκμονα. Πέρασε επίσης από την κοιλάδα του Άνω Πηνειού και βόρεια του Αιγινίου, (σημερινή Καλαμπάκα). Περνώντας από τις πιο χαμηλές περιοχές των Καμβουνίων που χωρίζουν τον Όλυμπο και την Πίνδο, την 7η μέρα έφτασε στη Θεσσαλία. Συγκεκριμένα σταμάτησε στη θεσσαλική πόλη Πελίνη ή Πείλινος (Παλίνη) της δυτικής Θεσσαλίας.
Στην Πείλινο διέκοψε την πορεία του για λίγο. Από κει ο δρόμος για τη Θήβα ήταν βατός. Μετά από πέντε μέρες, παρακάμπτοντας τις Θερμοπύλες και επιταχύνοντας την πορεία του, έφτασε στην Όγχυστο, η οποία απείχε τρεις ή τέσσερις ώρες από τη Θήβα. Οι Θηβαίοι και συγκεκριμένα οι υποκινητές της εξέγερσης άρχισαν να καθησυχάζουν τους πολίτες λέγοντας ότι δεν πρόκειται για τον Αλέξανδρο του Φιλίππου αλλά για τον Αλέξανδρο του Αέροπου!
Οι Θηβαίοι συγκλονίστηκαν. Σε λίγο ο ¨νεκρός¨ θα βρισκόταν μπροστά στα τείχη τους με 30.000 πεζούς και 7.000 ιππείς!
Με την κίνηση αυτή κατάφερε και πρόλαβε την ένωση των Βοιωτών με τους άλλους πρόθυμους στασιαστές. Τους αιφνιδίασε και δεν πρόλαβαν να έρθουν συμμαχικές ενισχύσεις. Οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να επιστρατεύσουν ακόμη και τους δούλους και τους μέτοικους (περίπου 7.000).
-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


