
Πτώση 3 θέσεων σημείωσε φέτος η Αθήνα στον δείκτη Global Liveability Index του Economist . Η ελληνική πρωτεύουσα βρέθηκε στην 88η θέση της έρευνας που κατατάσσει 173 πόλεις από όλο τον κόσμο με βάση κριτήρια από πέντε κατηγορίες, αναζητώντας την καλύτερη για να ζει κανείς. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι παρότι η Αθήνα εμφανίζει κάποια άνοδο στον δείκτη του EIU από τις αρχές της δεκαετίας (φέτος η βαθμολογία της παρέμεινε σταθερή), εντούτοις απέχει πολύ από τις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, που στο ίδιο διάστημα πέτυχαν μεγαλύτερη βελτίωση.
Πιο συγκεκριμένα, η Αθήνα εμφανίζεται απόδοση 78 στον ανάλογο παγκόσμιο δείκτη βιωσιμότητας του πλανήτη, με άριστα το 100. Η Αθήνα ξεχωρίζει στο πλαίσιο της έρευνας, καθώς δεσπόζει στον πίνακα των πόλεων που σημείωσαν μεγαλύτερη πτώση σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, παρά το γεγονός ότι παραμένει σταθερή στην επίδοσή της. Έτσι λοιπόν, η πτώση της Αθήνας στην κατάταξη οφείλεται στην καλύτερη απόδοση, άλλων πόλεων σε σχέση με την ελληνική πρωτεύουσα.
Ο Economist αξιολόγησε συνολικά 173 πόλεις παγκοσμίως με βάση κριτήρια όπως η εκπαίδευση, η σταθερότητα, η υγειονομική περίθαλψη, οι υποδομές, ο πολιτισμός και ο πολιτισμός.
Στην κορυφή ανέδειξε την Κοπεγχάγη, την πρωτεύουσα της Δανίας που ξεπέρασε για δεύτερη χρονιά τη Βιέννη, η οποία είχε βρεθεί στην κορυφή της λίστας για τρία συνεχόμενα χρόνια.
Η Κοπεγχάγη συγκέντρωσε την ανώτατη βαθμολογία στις κατηγορίες της σταθερότητας, των υποδομών και της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του EIU (Economist Intelligence Unit), η διαρκής επιτυχία της δανικής πρωτεύουσας οφείλεται σε έναν «νικηφόρο συνδυασμό εξαιρετικών βαθμολογιών στη σταθερότητα και τις υποδομές, τον εξαιρετικό πολιτισμό και το περιβάλλον και την υψηλή ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών».
Στο «χάλκινο» βρέθηκε η Μελβούρνη, η οποία ανέβηκε μία θέση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ το Σίδνεϊ ανέβηκε από την έκτη στην τέταρτη θέση.
Η δε Ζυρίχη, η οποία είχε βρεθεί πέρυσι στη δεύτερη θέση μαζί με τη Βιέννη, υποχώρησε στην πέμπτη θέση, και τη Γενεύη να ακολουθεί στην έκτη. Η Οσάκα διατήρησε την έβδομη θέση, η Αδελαΐδα κατέλαβε την όγδοη, το Βανκούβερ την ένατη και το Τόκιο συμπλήρωσε την πρώτη δεκάδα.
Πέραν της πόλης των Αθηνών μεγάλη πτώση σημείωσαν αρκετές πόλεις του Κόλπου, κυρίως στον δείκτη της σταθερότητας, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις να φέρουν το κύριο βάρος της ευθύνης. Η μεγαλύτερη πτώση σημειώθηκε στη Μουσκάτ του Ομάν, που υποχώρησε 14 θέσεις και βρέθηκε στην 123η, καθώς και η πόλη του Κουβέιτ που υποχώρησε 12 θέσεις και κατατάχθηκε 105η.

Στην κορυφή κατά μέσο όρο παραδοσιακά βρέθηκε η Δυτική Ευρώπη παρέμεινε η περιοχή με τις υψηλότερες επιδόσεις όσον αφορά στη βιωσιμότητα, η μέση βαθμολογία της ήταν ελαφρώς χαμηλότερη από το 2025. Στον αντίποδα, η Ασία κατέγραψε μικρή άνοδο, χάρη στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας κυρίως σε πόλεις της Κίνας όπως η Φουτζόου. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος του EUI η βαθμολογία αναθεωρήθηκε προς τα πάνω κυρίως χάρη στην αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της υγείας και στην εφαρμογή νέων συστημάτων μακροχρόνιας ασφάλισης.
Στο «πάτο» της λίστας παρέμεινε η Δαμασκός ως η λιγότερο βιώσιμη πόλη στον κόσμο. Η Τεχεράνη υποχώρησε στην 164η θέση λόγω του πολέμου, ενώ το Κίεβο βρέθηκε στην 166η θέση. Σύμφωνα με τον EIU, η μέση παγκόσμια βαθμολογία παρέμεινε αμετάβλητη, καθώς η μείωση της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή αντισταθμίστηκε από τις βελτιώσεις στον τομέα της υγείας στις ασιατικές πόλεις.


