
Αν υποθέσουμε ότι είσαι από αυτούς που πέρασες τα παιδικά ή εφηβικά σου χρόνια στη δεκαετία του εβδομήντα και βίωσες καλά τα ματαιόδοξα χρόνια του ογδόντα στο πετσί σου. Υπάρχουν πράγματα που πολλές φορές αναρωτήθηκες τι απέγιναν. Πού πήγαν βρε αδερφέ. Πράγματα που η ζωή τα έκανε συνώνυμα μιας καθημερινότητας τόσο μακρινής τώρα πια. Καμιά φορά λένε πως η νοσταλγία είναι το αντίδοτο στο φόβο του μέλλοντος. Βάλε λοιπόν μπρος τη μηχανή των αναμνήσεων και πάμε πίσω..
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ
Ατάκες που δεν ακούγονται πια Τσακαπίκο:
Κίνηση με την οποία οικειοποιούμασταν ένα αντικείμενο που δεν ήταν δικό μας. Απλά το περνούσαμε κάτω από το γόνατο και αυτόματα είχαμε την ιδιοκτησία του. Τσινάρι: Είδος που άνθισε στη δεκαετία του ογδόντα στον αντίποδα του φρικιού. Η μετεξέλιξή του είναι ο κυριλές. Γκάτζετ της εμφάνισης μυτερά παπούτσια, στενά παντελόνια σωλήνες, εμετικά και πολλές φορές ξηλωμένη κωλοτσέπη. Έχω τα ρούχα μου: Δεν εννοούσε βέβαια πως δεν επρόκειτο να βγει γυμνή στο δρόμο ως άλλη Λάσκαρη στον Κατήφορο, αλλά αναγγέλλει στην γυναικεία ομήγυρη και σπανίως στο σύζυγο, τον ερχομό των κόκκινων επισκεπτών του μήνα. Συνθηματικό για τον ερχομό της περιόδου που ακόμα ψάχνει η επιστήμη να βρει πως εφευρέθηκε.
Καρεκλάς: Φράση που εισήχθη μια ορισμένη χρονική στιγμή που στην παγκόσμια χορευτική τέχνη εμφανίστηκε αηδιαστικός χορός που άκουγε στο όνομα καρέκλα. Κατ επέκταση χαρακτηρίζονταν έτσι ένα ολόκληρο είδος ανθρώπων για φτύσιμο. Είναι μεγάλο Τσαμπιόνι: Χαρακτηρίζονταν έτσι ο πολύ προχωρημένος στη σκέψη ή τις δεξιότητες. Κοινώς το τζίνι, το αστέρι-παιδί, ο άπαιχτος. Τσικλιντάν, ξετσίκλινταν: Δίδυμο από ατάκες που συμβόλιζαν το κλείδωμα και το ξεκλείδωμα πραγμάτων. Κυρίως πόρτες σε παιδικά παιχνίδια και αν το προέκτεινες ακόμα και γεννητικών οργάνων από τις πιο προχωρημένες που δεν ήθελαν να αφήσουν τον αρσενικό εισβολέα να προχωρήσει. Μην πας στα βαθιά, περνάνε κρις κραφτ: Ούτε κότερα, ούτε ιστιοπλοϊκά. Τα κρις κραφτ, που τα ονόμασε έτσι ο Κρις Σμιθ, ήταν για τα μπάνια μας η μόνιμη απειλή. Θα σε θερίσει, βροντοφώναζε η μάνα μας. Σαν τον Βασιλάκη Δοσούλα θα γίνεις.
Τσανταλίνα μανταλίνα: Όχι και τόσο αθώο παιδικό παιχνίδι, αφού η σωματική επαφή πολλών ανθρώπων συχνά υπονοούσε και ομαδική σεξουαλική συνεύρεση (μπορεί να το έχετε ακούσει σαν «μακριά γαϊδούρα»). Γκλάσνοστ: Πλάκα πλάκα πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ο Γκόρμπι έβαλε στην τότε καθημερινότητα δυο ρούσικες λέξεις που έκαναν τα φροντιστήρια Κοσμίδη να βγάλουν μια τρομερή διαφήμιση που ο παππούς συμβούλευε τον εγγονό να μάθει ρούσικα που τα μιλάνε λίγοι. Η άλλη λέξη ήταν η περεστρόικα. Διαφάνεια σε ένα καθεστώς σκοταδιού. Η αρχή του τέλους.
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν: Κλασική ατάκα λεωφορείου, γραμμένη και σε καρτελάκι κάτω από το καθρεφτάκι. Ο οδηγός, πρόσωπο ιερό και άμωμο, έπρεπε να τελεί το θείο έργο του σε απόλυτη σιωπή. Κάθε προσπάθεια συνομιλίας μαζί του ήταν εξ αρχής καταδικασμένη και κατάπτυστη. Πρόσωπα βουβά και μόνα οι οδηγοί δεν ευτύχισαν ανθρώπινης λαλίτσας. Μόνο καμιά φορά έλεγαν σε περίπτωση επικίνδυνου φρεναρίσματος τη φράση ’’Κρατηθήτε από τας χειρολαβάς’’.
Πάω στην Κόβα: Κνίτικη έκφραση που υπονοούσε την τακτική βραδινή επίσκεψη στην τοπική κομματική οργάνωση της περιοχής, από όπου με μετά την καθοδήγηση με ένα κουβά και μια βούρτσα παραμάσχαλα έβγαιναν για νυχτερινή αφισοκόλληση που παρακινούσε για τη δεύτερη κατανομή και το 17% στις εκλογές. Το όνειρο του κάθε κνίτη ήταν ένα καλοκαίρι σε μια μπριγάδα που μάζευε καπνό στη Νικαράγουα, βοηθώντας τον αγώνα.
Δεν ακούγεσαι, πάρε το μηδέν: Στον καιρό του μονοπωλίου του ΟΤΕ και των αρχαίων συστημάτων τηλεπικοινωνιών, τότε που έκανες αίτηση για τηλέφωνο το 74 και στο συνέδεαν το 80, πολλές φορές οι γραμμές ήταν χάλια. Κάποιος λοιπόν μας είχε πείσει πως με τη χρήση του μηδέν η γραμμή θα καθάριζε αυτομάτως. Ματαίως καλέσαμε το αγαπημένο νούμερο δεκάδες φορές. Τα παράσιτα ακόμα βουίζουν στα αυτιά μας. Ένα φιμέ καλσόν παρακαλώ: Το αγαπημένο χρώμα της μαμάς, σύνθημα για την περιπτερού της γωνίας που εκτελούσε και χρέη σούπερ μάρκετ. Όλα τα πόδια είχαν χρώμα χαλασμένο κρεατί. Τοπ καλσόν το Φλαμίνγκο Φλεξ με είκοσι δραχμές. Τσάμπα πράμα.
Γράφτα: Αγαπημένη συνήθεια εκτός σπιτιού ήταν η καθιερωμένη επίσκεψη στο μπακάλικο του Ιωσήφ. Εκεί αφού επέλεγες χύμα ρύζι και φακές, αποχωρούσες χρησιμοποιώντας την κλασική έκφραση του βερεσέ. Το χαράμι να σου βγει σαλάμι: Ο κόσμος είναι κακός και ζεβζέκης. Ακόμα και οι παιδικές ψυχές μπορεί να είναι άδικες. Η αδικία πρέπει να επισημαίνεται όπως και να χει. Πολλές φορές μάλιστα ακόμα και από μαμάδες που δεν άντεχαν να βλέπουν το βλαστάρι τους να αδικείται και φώναζαν από το μπαλκόνι. Βάγγο, έλα πάνω, μην παίζεις με αυτούς τους χαραμτζήδες.
Βάλε ένα μπέρμπον ρε μεγάλε: Είδος ουίσκι που έγινε εθνικό ποτό στη δεκαετία της αυταρέσκειας, τα 80ς. Κάθε σπίτι και ένα μπουκάλι, κάθε κάβα και μια κάσα. Ποιος σκότωσε τον Τζέι Αρ; Ερώτημα που ταλάνισε τη σκέψη μας μια ολόκληρη σεζόν, όταν ο πολυεκατομμυριούχος πετρελαιοπαραγωγός από το Ντάλας του Τέξας έπεσε νεκρός στο τέλος μιας σεζόν και μέχρι ναρθει η επόμενη να μάθουμε ποιος τον πυροβόλησε η ψυχή πήγε στην κούλουρη.
Κορίτσια ο Μπάρκουλης: Θρυλική ατάκα που φώναζαν οι κουλουρτζήδες στις αυλές των σχολείων όταν διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. Συνήθειες που δεν υπάρχουν Τα πονηρά πανιά: Κάθε φορά που η μητέρα σας έστελνε στο ψιλικατζίδικο για να πάρετε σερβιέτες η ψιλικατζού τις τύλιγε με μια εφημερίδα για να κρύψει την ντροπή. Μια φορά στη Σταυρούπολη ο γιος ενός ψιλικατζή ρώτησε μια κυρία ευθαρσώς: Να σας το τυλίξω ή θα το φάτε εδώ; Επίδειξη τάπερ: Κάθε μήνα μια περιποιημένη κυρία έσκαγε μύτη με μια βαλίτσα σπίτι. Προηγουμένως το σαλόνι είχε γεμίσει με όλες τις γειτόνισσες και την κουμπάρα την Ανάστα που είχαν πάρει θέση. Η μαγική βαλίτσα άνοιγε και εμφανίζονταν όλη νέα κολεξιόν της tupperware. Το ψυγείο γέμιζε άχρηστα πλαστικά μπολ και ο μπαμπάς γινόταν έξαλλος με το λογαριασμό.
Στα βήτα προβολής: Τα συνοικιακά σινεμά των παιδικών μας χρόνων που έπαιζαν τις ταινίες της προηγούμενης σεζόν δυο δυο με ένα εισιτήριο και φυσικά λαϊκό κοινό. Η μνήμη φέρνει σαν αεράκι τη Δήμητρα με τα καράτε στην Ιταλίας, το Πέραν στην Επτάλοφο, τον Αστέρα και το Άβα στην Τούμπα και το Κωτούλα που ξέπεσε στη βήτα προβολή στη Νέα Εγνατία. Αφιερώσεις στα πειρατικά ραδιόφωνα: Η Τασούλα από την Πολίχνη σε όλα τα κορίτσια της βιοτεχνίας και στον Τάκη που την έχει κορώνα στο κεφάλι του. Ο πειρατής της γειτονιάς έπαιζε Ρένα Ντάλμα, λίγο πριν πουλήσει τη συχνότητα στους εκδότες και γίνει ζάπλουτος.
Τεφτέρι: Μια θρυλική μορφή των παιδικών μου χρόνων είναι ο Βασιλάκης ο γιαλοπώλης. Με έδρα τις Σαράντα εκκλησιές μας επισκεπτόταν κάθε Τετάρτη στο σπίτι, φέρνοντας από ποτήρια μέχρι κουβέρτες και παίρνοντας πάντα ένα δεκάρικο το οποίο κατέγραφε σε ένα μαγικό τεφτέρι που δεν έπρεπε να χαθεί για κανένα λόγο. Μια φορά που απαιτούσα ένα πράσινο πουκάμισο και δεν μου το έπαιρναν έκρυψα το τεφτέρι για εκβιασμό. Απαγορεύεται το πτύειν: Μερακλίδικος λαός οι Έλληνες περπατούσαν στο δρόμο και έριχναν για κανά δυο ροχάλες, έτσι για το φαν. Έλα όμως που οι απαγορευτικές ταμπέλες πάντα σου έκοβαν τη φόρα. Εξ ου και τα πτυελοδοχεία. Λάστιχο: Η στιγμή που τα κορίτσια είχαν πηδήξει το γόνατο και πήγαιναν για το μπούτι ήταν η καλύτερη στιγμή στην αυλή του σχολείου, καθώς τα αποκαλυπτήρια του εσωρούχου ήταν σχεδόν βέβαια. Ένα κομμάτι λάστιχο, που συνήθως περίσσευε από τις μαμάδες κάθε φορά που περνούσαν το λάστιχο στα βρακιά, τα οποία ξεχείλωναν, ήταν το ιδανικό παιχνίδι των κοριτσιών. Όταν το λάστιχο ανέβαινε μασχάλη, τότε τα ρεκόρ των Ολυμπιακών αγώνων απειλούνταν. Από δω προέρχεται και η θρυλική λέξη ψιλοκούμιτο.
Σχολείο το Σάββατο: Η φρίκη ήταν άμα ήσουν απογευματινός. Να φτάνει επτά το απόγευμα και το καταραμένο κουδούνι να μη χτυπάει για το εξάωρο. Ο φιλόλογος να έχει αποκοιμηθεί στην έδρα, εσύ να καταριέσαι Σαββατιάτικα και να σου μένουν μόνο εικοσιτέσσερις ώρες για την έναρξη της Αθλητικής Κυριακής που σήμαινε το τέλος του Σαββατοκύριακου. Εθνικός ύμνος τα βράδια: Κάθε φορά που το πρόγραμμα της τηλεόρασης τελείωνε και αφού η Κέλυ Σακάκου, με την πλακουτσωτή μύτη μας ευχόταν καλή νύχτα, η ελληνική σημαία κυμάτιζε και ακούγονταν ο Εθνικός ύμνος. Από κείνη τη στιγμή έπρεπε να είμαστε στο κρεβάτι θέλοντας και μη. Η πατρίδα κοιμόταν..
πηγή πληροφοριών: parallaximag.gr


