ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ: «Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ»-Μετάφραση Πάρης Βορεόπουλος

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ

«Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ»
Μετάφραση
Πάρης Βορεόπουλος

«Οι θεοί είχαν καταδικάσει το Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο μέχρι την κορυφή κάποιου βουνού, απ’ όπου η πέτρα έπεφτε ξανά εξαιτίας του βάρους της. Είχαν σκεφτεί, κατά κάποιο λογικό τρόπο, ότι δεν υπάρχει ποιο φρικτή τιμωρία από την άχρηστη και χωρίς ελπίδα εργασία.
Αν πιστέψουμε στον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο ποιο σοφός και συνετός στους θνητούς. Όμως, σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, είχε τη ροπή για ληστής. Εδώ, δε βλέπω καμιά αντίφαση. Οι γνώμες διαφέρουν για τα αίτια που τον έκαναν να είναι άχρηστος εργάτης στον Άδη. Τον κατακρίνουν πρώτα για μια απερισκεψία απέναντι στους θεούς. Πρόδωσε τα μυστικά τους. Ο Δίας έκλεψε την Αίγινα, κόρη του Ασωπού. Ο πατέρας της απόρησε για την εξαφάνιση και παραπονέθηκε στο Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για τη απαγωγή, δέχθηκε να πληροφορήσει τον Ασωπό, με την προϋπόθεση ότι εκείνος θα έδινε νερό στην ακρόπολη της Κορίνθου. Από τους ουράνιους κεραυνούς προτίμησε την ευλογία του νερού. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε να κατέβει στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται ακόμη ότι ο Σίσυφος είχε αλυσοδέσει το Χάρο. Ο Πλούτωνας δεν μπόρεσε να ανεχθεί το θέαμα του έρημου και σιωπηλού κράτους του. Έστειλε γρήγορα το θεό του πολέμου και απελευθέρωσε το Χάρο από τα χέρια του κατακτητή του.
Λένε ακόμα ότι ο Σίσυφος, πλησιάζοντας το θάνατό του, θέλησε απερίσκεπτα να δοκιμάσει την αγάπη της γυναίκας του. Την διέταξε να ρίξει το σώμα του στο μέσο της δημόσιας πλατείας χωρίς να ταφεί. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Εκεί, οργισμένος από μια υπακοή τόσο αντίθετη στον ανθρώπινο έρωτα, πέτυχε από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Αλλά όταν είδε ξανά την όψη του κόσμου, όταν δοκίμασε το νερό και είδε τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δε θέλησε να ξαναγυρίσει στο καταχθόνιο σκοτάδι. Τα καλέσματα, οι θυμοί και οι προειδοποιήσεις, δεν κατάφεραν τίποτε. Για πολλά χρόνια ακόμη, έζησε μπροστά στην καμπή του κόλπου, τη λαμπερή θάλασσα και τα χαμόγελα της γης. Χρειάστηκε να τον συλλάβουν οι θεοί. Ήρθε ο Ερμής να αρπάξει τον θρασύ από το περιλαίμιο, αφαιρώντας του τις χαρές και να τον ξαναφέρει με βία στον Άδη, όπου ο βράχος του ήταν εκεί.
Ήδη, καταλάβαμε ότι ο Σίσυφος είναι ένας παράλογος ήρωας. Είναι τόσο από τα πάθη του όσο και από τον πόνο του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή, του στοιχίσανε αυτή την απερίγραπτη τιμωρία, όπου όλη η ύπαρξη χρησιμοποιείται χωρίς να τελειώσει τίποτε. Αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς για τα πάθη αυτής της γης. Δε μας λένε τίποτε για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι γίνονται για να τους εξάπτει η φαντασία. Γι’ αυτόν, βλέπουμε μονάχα όλη την προσπάθεια του σώματος σε ένταση να ανασηκώσει την τεράστια πέτρα, να την κυλήσει και να συμβάλλει ώστε να αναρριχηθεί στην πλαγιά εκατό φορές επαναλαμβανόμενες συνεχώς· βλέπουμε το συσπώμενο πρόσωπο, το μάγουλο κολλημένο στην πέτρα, τη βοήθεια του ώμου που δέχεται τον όγκο σκεπασμένο με άργιλο, το ένα πόδι που την υποστηρίζει, την επανάληψη με την άκρη των χεριών, την πλήρη ανθρώπινη βεβαιότητα των δύο χεριών που είναι γεμάτα χώμα. Στο τέλος αυτής της μακράς προσπάθειας μετρημένης από το χώρο χωρίς ουρανό και το χρόνο χωρίς βάθος, ο σκοπός πέτυχε. Ο Σίσυφος κοιτάει τότε την πέτρα να κατρακυλάει σε μερικές στιγμές προς τον κάτω κόσμο απ’ όπου θα πρέπει να την ξανανεβάσει στις κορυφές. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.
Ωστόσο κατά τη διάρκεια αυτής της επιστροφής και αυτής της παύσης, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ο Σίσυφος. Ένας που μοχθεί τόσο κοντά στις πέτρες είναι κιόλας ο ίδιος πέτρα! Βλέπω αυτόν τον άνθρωπο να ξανακατεβαίνει με ένα βήμα βαρύ αλλά όμοιο με τον πόνο του που δε θα γνωρίσει τέλος. Αυτή η ώρα που είναι σαν μια ανάσα και που επιστρέφει το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα είναι εκείνη της συνείδησης. Σε κάθε μια απ’ αυτές τις στιγμές που αφήνει τις κορυφές και βυθίζεται λίγο-λίγο προς τις τρώγλες των θεών, είναι ανώτερος από τη μοίρα του. Είναι ποιο δυνατός από το βράχο του.
Αν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πού θα ήταν πραγματικά ο πόνος του, αν σε κάθε βήμα τον κράταγε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σημερινός εργάτης δουλεύει, όλες τις ημέρες της ζωής του, με τις ίδιες εργασίες και αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά σε σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, αδύναμος και επαναστατημένος, γνωρίζει όλη την έκταση της άθλιας κατάστασής του: αυτήν σκέφτεται κατά την κάθοδό του. Η οξυδέρκεια που αποτελούσε το βάσανό του εξαντλεί ταυτόχρονα τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μην ξεπερνιέται από την περιφρόνηση.
Αν η κάθοδος γίνεται έτσι ορισμένες μέρες οδύνης, μπορεί να γίνει επίσης κατά τη χαρά. Αυτή η λέξη δεν είναι υπερβολή. Φαντάζομαι ακόμα το Σίσυφο επιστρέφοντας στο βράχο του και η οδύνη του να ήταν στην αρχή. Όταν οι εικόνες της γης κρατούν πολύ στην ανάμνηση, όταν το κάλεσμα της ευτυχίας γίνεται πολύ βαρύ, τυχαίνει η θλίψη να φουσκώνει την καρδιά του ανθρώπου: είναι η νίκη του βράχου, είναι ο ίδιος ο βράχος. Η τεράστια απελπισία είναι πολύ βαριά για να την αντέξει κανείς. Είναι οι δικές μας νύχτες της Γεθσημανής. Ωστόσο, οι συντριπτικές αλήθειες κινδυνεύουν για να αναγνωριστούν. Έτσι, ο Οιδίποδας υπακούει πρώτα στη μοίρα χωρίς να το ξέρει. Από τη στιγμή που το ξέρει, αρχίζει η τραγωδία του. Αλλά, την ίδια στιγμή, τυφλός και απελπισμένος, αναγνωρίζει πως ο μόνος δεσμός του που τον συνδέει με τον κόσμο, είναι το δροσερό χέρι μιας κοπέλας. Ένας υπέρμετρος λόγος αντηχεί τότε: “Παρά τις τόσες δοκιμασίες, η προχωρημένη μου ηλικία και η μεγάλη μου καρδιά με κάνουν να κρίνω πως όλα είναι σωστά”. Ο Οιδίποδας του Σοφοκλή, όπως ο Κιρίλωφ του Ντοστογέφσκι, δίνει έτσι τον τύπο της παράλογης νίκης. Η αρχαία σοφία συναντά το σύγχρονο ηρωισμό.
Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο χωρίς να έχει επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο ευτυχίας. “Ε! τι, με τόσο στενούς δρόμους…!” Αλλά δεν υπάρχει παρά ένας κόσμος. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δύο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Το λάθος θα ήταν να πει κανείς πως η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την παράλογη ανακάλυψη. Συμβαίνει άλλωστε το συναίσθημα του παραλόγου να γεννηθεί από την ευτυχία. “Κρίνω πως όλα είναι καλά” λέει ο Οιδίποδας κι ο λόγος αυτός είναι ιερός. Αντηχεί μέσα στο άγριο και περιορισμένο σύμπαν του ανθρώπου. Διδάσκει πως όλα δεν είναι, ούτε ήταν εξαντλημένα. Διώχνει απ’ αυτόν τον κόσμο ένα θεό, που σ’ αυτόν είχε έρθει χωρίς την ικανοποίηση και την αίσθηση των άχρηστων πόνων. Κάνει τη μοίρα ανθρώπινη υπόθεση, που οφείλει να τακτοποιηθεί μεταξύ των ανθρώπων.
Όλη η σιωπηρή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Η μοίρα τού ανήκει. Ο βράχος του είναι κάτι δικό του. Το ίδιο και ο παράλογος άνθρωπος, όταν αναπολεί το βάσανό του, κάνει να σωπάσουν όλα τα είδωλα. Στο σύμπαν, που ξαφνικά βρήκε τη σιωπή του, οι χίλιες μικρές έκπληκτες φωνές της γης ανυψώνονται. Ασυνείδητα και μυστικά καλέσματα, προσκλήσεις όλων των προσώπων, είναι το αναγκαίο αντίστροφο και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίζει κανείς τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και η προσπάθειά του δε θα έχει καθόλου παύση. Αν υπάρχει μια προσωπική μοίρα, δεν υπάρχει καθόλου ανώτερος προορισμός ή τουλάχιστον υπάρχει μία μόνο, που την κρίνει μοιραία και αξιοκαταφρόνητη. Για τα υπόλοιπα ξέρει ότι είναι ο κύριος των ημερών του. Σ’ αυτή τη λεπτή στιγμή που ο άνθρωπος επιστρέφει στη ζωή του, ο Σίσυφος, ξαναγυρίζοντας στο βράχο του, θαυμάζει αυτή τη συνέχεια των πράξεων χωρίς σύνδεσμο που γίνεται η μοίρα του, δημιουργημένη από τον ίδιο, ενωμένη κάτω από το βλέμμα της μνήμης του και σε λίγο σφραγισμένη από το θάνατό του. Έτσι, πεισμένος για το ευτελώς ανθρώπινο γένος, για το κάθε τι που είναι ανθρώπινο, τυφλός που επιθυμεί να δει και να ξέρει πως η νύχτα δεν έχει τέλος, βρίσκεται πάντα σε πορεία. Ο βράχος κυλάει ακόμα.
Αφήνω το Σίσυφο στο κάτω μέρος του βουνού! Ξαναβρίσκει κανείς πάντα το φορτίο του. Αλλά ο Σίσυφος διδάσκει την ανώτερη πίστη που αρνιέται τους θεούς και ανασηκώνει τους βράχους. Ο ίδιος επίσης κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, στο εξής χωρίς κύριο, δεν του φαίνεται ούτε στείρο ούτε μάταιο. Καθένας από τους κόκκους αυτής της πέτρας, κάθε ορυκτή έκρηξη αυτού του βουνού γεμάτο σκοτάδι, γι’ αυτόν μονάχα αποτελεί έναν κόσμο. Η ίδια η πάλη προς τις κορυφές αρκεί για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο».

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΜΥ

«Να πει κανείς ναι στον κόσμο, να το επαναλάβει,
είναι σαν να ξαναδημιουργεί τον κόσμο και τον εαυτό του,
είναι σαν να γίνεται ο μεγάλος καλλιτέχνης, ο δημιουργός:
σεβασμός και πάθος σ’ αυτό που είναι».

«Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μια χαρά μοναχική.
Είναι το μέσο για να συγκινήσεις
το μεγαλύτερο αριθμό των ανθρώπων
προσφέροντάς τους μία προνομιούχα εικόνα
από λύπες και κοινές χαρές».
«Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας».

«Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει
χωρίς να λέει ψέματα».

«Ένας άνδρας έχει δύο χαρακτήρες, τον δικό του
και αυτόν που του δίνει η γυναίκα του».

«Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα, έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές».

«Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα,
είναι ο Ελληνικός μύθος».

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ
(1913-1960)
Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1957

Γάλλος συγγραφέας, φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, δημοσιογράφος.
Γεννήθηκε στο Μοντοβί της Αλγερίας. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του(1914), ουσιαστικά ο Καμύ τον γνώρισε μέσα από μία φωτογραφία, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι. Εκεί έκανε τις σπουδές του, έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του, κυρίως του Ζαν Γκρενιέ (Jean Grenier), καθηγητής φιλοσοφίας, με τον οποίο κράτησε μία πολύ σημαντική φιλία και ενδιαφέρουσα αλληλογραφία, πάνω σε θέματα φιλοσοφικά, επί σειρά ετών. Μετά το απολυτήριο λυκείου (bac), πήρε το πτυχίο ανωτάτων σπουδών (lettres), της φιλοσοφικής σχολής. Ξεκίνησε να γράφει πολύ νέος με κείμενα που φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό Sud το 1932. Έγραψε και δημοσίευσε το 1937, τη συλλογή δοκιμίων “Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη” (L’ Envers et l’ Endroit). Ίδρυσε το Θέατρο της Εργασίας ( le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι το 1935. Έγραψε τα υπέροχα δοκίμια “Οι Γάμοι”(Les Noces), 1939. Εργάστηκε στην εφημερίδα “Λαϊκό Μέτωπο”(Front Populaire). Για μία έρευνα που έκανε, συνάντησε αντιδράσεις και το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας απαγόρευσε την κυκλοφορία της εφημερίδας κι έτσι ο Καμύ έμεινε χωρίς δουλειά. Πήγε στο Παρίσι και εργάστηκε στην εφημερίδα “Paris-Soir”. Εκείνη την περίοδο δημοσίευσε το μυθιστόρημα “Ο Ξένος”(L’ Étranger), 1942 και το δοκίμιο “Ο Μύθος του Σίσυφου”( Le Mythe de Sisyphe), 1942, όπου θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Το 1938 έγραψε το θεατρικό έργο “Καλιγούλας”(Caligula),1938, το οποίο ανέβηκε σε θεατρική σκηνή το 1945. Το θεατρικό έργο “Η Παρεξήγηση” (Le Malentendu) παρουσιάστηκε το 1944. Έλαβε μέρος στη Γαλλική Αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β/ Παγκόσμιου Πολέμου. Εργάσθηκε στον εκδοτικό οίκο Gallimard. Ανέλαβε τη διεύθυνση στη σύνταξη της εφημερίδας “Μάχη”(Combat) μέχρι το 1948. Συνέχισε την παραγωγή του λογοτεχνικού του έργου, παρουσιάζοντας ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του “Η Πανούκλα”(La Peste), 1947. Έγραψε ακόμα δύο θεατρικά έργα “Κατάσταση Πολιορκίας”(L’ État de Siège), 1948 και “Οι Δίκαιοι”(Les Justes), 1949. Συνεχίζοντας τη συγγραφική του δραστηριότητα, έγραψε τα δοκίμια, “Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος”(L’Homme Révolté) 1951 και “Το Καλοκαίρι”(L’ Été) 1954, το διήγημα “Η Εξορία και το Βασίλειο”(L’ Exil et le Royaume)1957, καθώς επίσης τα μυθιστορήματα “Η Πτώση”(La Chute)1956, “Ο ευτυχισμένος Θάνατος”(La Mort heureuse), το οποίο γράφηκε το 1936-1938, εκδόθηκε μετά το θάνατό του το 1970, “Ο Πρώτος Άνθρωπος”(Le Premier Homme),το οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, το άφησε ημιτελές, όμως η γυναίκα του και η κόρη του πήραν την πρωτοβουλία και το δημοσίευσαν μετά το θάνατό του το 1995.
Ήταν φίλος με το μεγάλο φιλόσοφο και συγγραφέα Jean Paul Sartre, όμως διαφώνησαν σε θέματα φιλοσοφικά και ιδεολογικά και ήρθε η ρήξη το 1952.
Φιλέλληνας γαρ, το Μάιο του 1955, επισκέφτηκε την Ελλάδα, τη χώρα που αγαπούσε πολύ, όχι μόνο για το υπέροχο φυσικό περιβάλλον αλλά για την ιστορία της από την αρχαία κλασική εποχή, για τον πολιτισμό της και τους ανθρώπους. Ήρθε και στη Θεσσαλονίκη, όπου προσκαλεσμένος από το Γαλλικό Ινστιτούτο, μίλησε στο κοινό για θέματα λογοτεχνίας.
Το 1957 έλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Στις 4 Ιανουαρίου 1960, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.
Αγωνίσθηκε για την υπεράσπιση των αδύναμων ανθρώπων και για την ανθρώπινη ελευθερία.
Ο Καμύ επέμεινε στο φιλοσοφικό του στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Κύριο χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας του είναι “Το Παράλογο”(L’ Absurde). Η απόκτηση συνείδησης της ζωής που ζει ο κάθε άνθρωπος.
Σε όλα του τα γραπτά κείμενα επιδίωξε τον πολλαπλασιασμό των εικόνων και των εμπειριών.
Το έργο του βάζει στο φως τα προβλήματα που τίθενται πάνω στη συνείδηση των ανθρώπων και θα μπορούσε να προσδιορισθεί σε δύο πόλους: το παράλογο και την εξέγερση ανταποκρινόμενα στη φιλοσοφική του διαδρομή. Επίσης αναπτύσσει μία φιλοσοφική σκέψη που είναι πολύ κοντά στην υπαρξιακή στάση και που εξελίσσεται στην αίσθηση του ουμανισμού. Στον “Ξένο”, ο αφηγητής και κεντρικό πρόσωπο, ο Meursault, δείχνει το παράλογο της ζωής, όπως ο Antoine Roqeuntin, της “Ναυτίας”(La Nausée) του Σαρτρ. Άλλα πρόσωπα του Καμύ, όπως στην “Πανούκλα”, δεν υποτάσσονται στο να υποστούν τη μοίρα τους και μάχονται στο όνομα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Διδάχθηκε την υψηλού επιπέδου σοφία από τους Έλληνες όσον αφορά την επίδραση του ήλιου στον άνθρωπο.

ΠΑΡΗΣ ΒΟΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Κολλέγιο De La Salle. Είναι πτυχιούχος Γαλλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του σπουδές, παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στη δραματική σχολή Κυριαζή Χαρατσάρη.
Υπηρέτησε ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και ως διευθυντής επί σειρά ετών στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση συμβάλλοντας στον παιδαγωγικό ανασχηματισμό των σχολικών χώρων και στην αναβάθμιση των συνθηκών εκπαίδευσης. Στις πρωτοβουλίες του για τη δημιουργία ενός πρότυπου σχολείου εντάσσονται: μοναδικές παρουσιάσεις ανθρώπων της επιστήμης, του πνεύματος, του πολιτισμού, της πολιτικής και του αθλητισμού, η δημιουργία γκαλερί- πινακοθήκης με έργα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, η τοποθέτηση ηχητικών εγκαταστάσεων για την παροχή αξιόλογων μουσικών ακροάσεων στα διαλείμματα, θεατρικά εργαστήρια με ετήσια παρουσίαση παραστάσεων, εργαστήρια δημοσιογραφίας με έκδοση μαθητικών εντύπων, καθώς και περιβαλλοντικά, χορωδίας, ζωγραφικής, λογοτεχνίας και αθλητισμού. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Δευτεροβάθμια Δημόσια Εκπαίδευση υπήρξε για δεκαπέντε έτη βαθμολογητής, αναβαθμολογητής και προϊστάμενος βαθμολόγησης, στο βαθμολογικό κέντρο ειδικών μαθημάτων του Υπουργείου Παιδείας, για τους υποψήφιους φοιτητές της Γαλλικής Φιλολογίας στα Α.Ε.Ι., καθώς επίσης και για πέντε έτη πρόεδρος σε εξεταστικά κέντρα του Υπουργείου Παιδείας για τις εξετάσεις στο Κρατικό Πτυχίο Γλωσσομάθειας.
Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, την κριτική, τη μετάφραση, κ.ά. Στα έργα του περιλαμβάνονται: το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Το Αιώνιο Παιχνίδι» που παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Συκεών και στο Καραπάντσειο Πολιτιστικό Κέντρο Αμπελοκήπων από το Θεατρικό Εργαστήρι Θέσπις σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη, η «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης Δέκα Γάλλων Ποιητών» με μεταφράσεις ποιημάτων και παρουσίαση ποιητών και λογοτεχνικών Σχολών, η μετάφραση των κριτικών μελετών αισθητικής του Γκυ ντε Μωπασσάν «Τι είναι μυθιστόρημα καθώς και Περί τέχνης: Ζωγραφική – Γλυπτική», οι ποιητικές συλλογές «Ποιητικές Διαδρομές» και «Οδοιπορικό Ζωής», η κριτική μελέτη «Η ζωή και το έργο του Αλμπέρ Καμύ», η επιστημονική μελέτη «Η Παιδεία στην Καππαδοκία από την αρχαιότητα ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924», η συλλογή διηγημάτων «Ταξιδεύοντας στο Χρόνο», το δοκίμιο «Δύο Λογοτεχνικά Μανιφέστα – Μπρετόν και Σαρτρ», το δοκίμιο «Η Μικρά Ασία μέσα από την ελληνική λογοτεχνία», η μελοποιημένη ποιητική συλλογή «Τραγούδια του Δημήτρη Θέμελη για φωνή και πιάνο σε ποίηση Πάρη Βορεόπουλου», με τη Χριστίνα Σιδηροπούλου, μουσικολόγο, πιανίστα, το δοκίμιο «Το Θέατρο του Παραλόγου – Ευρωπαίοι και Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς», το δοκίμιο «Η Γαλλική Ποίηση σε Πρόζα» – Παρουσίαση – Μετάφραση – Σχόλια, Γάλλων ποιητών, την ιστορική μελέτη «Βυζάντιο – Βυζαντινές Εκκλησίες και Μνημεία της Θεσσαλονίκης», τη μονογραφία, «Η Μαλακοπή της Καππαδοκίας», σελ. 315-330, «1922-2022 – 100 Χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή», ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. Δήμος Ν. Ιωνίας, Αθήνα, το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Παραλογισμοί…», που παρουσιάστηκε στο Θεατρικό Εργαστήρι Θέσπις του Δήμου Νεάπολης-Συκεών σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιουρτσίδη.
Δημοσίευσε άρθρα εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού περιεχομένου, μεθοδολογίας, πολιτισμού, τέχνης και λογοτεχνίας σε εφημερίδες και περιοδικά και συμμετείχε σε συνέδρια, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές.
Ποιητικά του κείμενα μελοποίησε ο μουσουργός, καθηγητής Δημήτρης Θέμελης.
Συμπεριλαμβάνεται στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση, στην Εγκυκλοπαίδεια Γραμμάτων και Τεχνών της Αμφικτυονίας Ελληνισμού και στο Λεύκωμα της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
Το 2010 έλαβε Εύφημη Μνεία από τη Δημοτική Επιτροπή Παιδείας του Δήμου Συκεών: α) για τη δημοσίευση του βιβλίου «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης Δέκα Γάλλων Ποιητών», β) για την έκδοση της μαθητικής εφημερίδας «Μαθητικά Κάστρα» του 4ου Γυμνασίου Συκεών με υπεύθυνο τον Διευθυντή Πάρη Βορεόπουλο, γ) για την παράσταση του θεατρικού έργου «Πλούτος» του Αριστοφάνη από τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Συκεών με υπεύθυνο τον Διευθυντή Πάρη Βορεόπουλο, στο πλαίσιο της Θεατρικής Παιδείας 2008-2009 του Δήμου Συκεών.
Βραβεύτηκε στον Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Αμφικτυονίας Ελληνισμού για το ποίημα «Ο Καλλιτέχνης», το 2014, και για το ποίημα «Τόπος του ήλιου και του έρωτα», το 2016.
Έλαβε τιμητικές διακρίσεις για τη συμβολή του στην ελληνική λογοτεχνία από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, το 2014 και το 2019, ενώ για την προσφορά του στον πολιτισμό, στην τέχνη και στην παιδεία, από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το 2016, από το Σύλλογο Ζωγράφων Θεσσαλονίκης και Β.Ε. και από τον Δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης το 2017.
Το 2023 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως καθώς επίσης έλαβε πιστοποιητικό τιμητικής διάκρισης για τη συμβολή του στη συλλογή ιστορικών κειμηλίων και την πολύπλευρη συμπαράσταση προς τα εκδοτικά δρώμενα τού Εκπαιδευτικού και Πολιτιστικού Ιδρύματος του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Βαρνάβα.
Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ε., του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. “Φιλόλογος”, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, καθώς επίσης και Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Εταιρείας Συγγραφέων Β.Ε.
Με ενδιαφέρον για τη γνωριμία του πολιτισμού άλλων λαών, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.

 

Μοίρασε το άρθρο!