Στο ματς ΠΑΟΚ – Ολυμπιακός έχασε η… κυβέρνηση! Του Γ. Μυλόπουλου

Η κυβέρνηση κατάφερε με τους εξαιρετικά ατυχείς χειρισμούς της να δυσαρεστήσει και να βάλει απέναντί της τα δύο ιστορικά αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά δημοφιλή και άρα και πολυπληθή από την άποψη των οπαδών, δηλαδή των ψήφων, ποδοσφαιρικά σωματεία. Τον ΠΑΟΚ και τον Ολυμπιακό.

Τον ΠΑΟΚ γιατί τον αδικεί κατάφωρα, αφού εν μέσω ποδοσφαιρικής περιόδου και ενώ βρίσκεται στην κορυφή της βαθμολογίας, του στερεί το πρωτάθλημα. Διότι ασχέτως εάν η κυβέρνηση, σκεπτόμενη μικροπολιτικά, τον έσωσε από τα χειρότερα του υποβιβασμού, ρίχνοντάς τον στα… μαλακά της απώλειας βαθμών, το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι για λόγους που δεν έχουν σχέση με την αγωνιστική προσπάθεια της ομάδας, τον αδικεί, στερώντας του το πρωτάθλημα, το οποίο δείχνει να αξίζει.

 Από την άλλη πλευρά δυσαρεστημένος εμφανίζεται και ο Ολυμπιακός, ο οποίος θεωρεί ότι κακώς η κυβέρνηση έκανε πίσω και «έσωσε» τον ΠΑΟΚ από την πλήρη καταστροφή του υποβιβασμού, καθώς έπρεπε να είναι αμείλικτη και ανυποχώρητη απέναντί του, εφαρμόζοντας στο ακέραιο τους νόμους και τις ετυμηγορίες των αρμόδιων οργάνων.

Τώρα γιατί αντιδρά μόνον ο Ολυμπιακός και όχι και άλλες ομάδες του ελληνικού πρωταθλήματος που θίγονται ή ευνοούνται από την παρέμβαση της κυβέρνησης στο πρωτάθλημα, αυτό χρήζει εξήγησης. Ίσως έτσι επιβεβαιώνονται οι… κακές γλώσσες αλλά και η απέναντι πλευρά, που δείχνουν ως υποκινητή της δίωξης του ΠΑΟΚ τον ιδιοκτήτη της Πειραιώτικης ομάδας…

Κατ’ αρχήν, κατά πόσον είναι θεμιτό, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η κυβέρνηση να παρεμβαίνει, εν μέσω πρωταθλήματος, τιμωρώντας κάποιες ομάδες για υποτιθέμενη παραβατική συμπεριφορά των προέδρων τους; Μια «έξυπνη» κυβέρνηση, αν δεν είχε ιδιοτέλεια και υστεροβουλία, όπως τώρα κατηγορείται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αυτά θα έπρεπε να τα έχει προβλέψει και να έχει κάνει τις διορθωτικές επεμβάσεις της στο νομοθετικό έργο σε ουδέτερο χρόνο, στην αρχή ή στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου. Διότι όταν η τιμωρία συμβαίνει στη μέση του πρωταθλήματος και μάλιστα σε βάρος της πρώτης σε βαθμούς ομάδας, ευνοώντας με τον τρόπο αυτόν σκανδαλωδώς μια δεύτερη, τότε ακόμη και στη θεωρητική εκείνη περίπτωση που δεν υπάρχει πρόθεση, είναι βέβαιον ότι οι χειρισμοί θα κατηγορηθούν ως υποκινούμενοι και υστερόβουλοι.

Το πρώτο σοβαρό «φάουλ» λοιπόν της κυβέρνησης είναι ότι δεν προέβλεψε και δεν πρόλαβε τις εξελίξεις. Υποχρεώθηκε έτσι να χρεωθεί μια πρωτοφανή κρίση, παρεμβαίνοντας στην αγωνιστική διαδικασία εν μέσω πρωταθλήματος, με τρόπο που αδικεί τον πρωτοπόρο και ευνοεί τον διεκδικητή του πρωταθλήματος.

 Τι αντιαθλητικό και αναξιοκρατικό μήνυμα και τι αίσθημα αδικίας, αλήθεια, περνά στους οπαδούς των ομάδων αλλά και στην κοινωνία, η ανατροπή της κατάταξης του πρωταθλήματος, μετά από κυβερνητική παρέμβαση, κατά τρόπο που ακυρώνει την αγωνιστική προσπάθεια των ομάδων;

Έτσι όπως τα κατάφεραν, έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση μοιάζει περισσότερο με εκτέλεση… συμβολαίου και καθόλου με πράξη δικαίου!

Δεύτερο ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση ευθύνεται τα μέγιστα για την κρίση που προκάλεσε, είναι αυτό που αφορά στην αλλαγή, από πλευράς κυβέρνησης, της σύνθεσης της επιτροπής που έκρινε τον ΠΑΟΚ ως άξιο υποβιβασμού, δυο μόλις μέρες πριν την κρίσιμη απόφαση. Η αλλαγή των δύο μελών, που όχι κατά σύμπτωση, είναι και αυτοί που ψήφισαν υπέρ της τιμωρίας της ομάδας της Θεσσαλονίκης, θέτει σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία αυτής της επιτροπής. Ο χρόνος και μόνο της αλλαγής των μελών της επιτροπής καθιστά την σύνθεση της επιτροπής μη αποδεκτή και συνεπώς την απόφασή της άκυρη. Η σύνθεση τέτοιων κρίσιμων επιτροπών θα έπρεπε να ορίζεται σε ανύποπτο και ουδέτερο για τις εξελίξεις χρόνο και μάλιστα να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο και όχι μόνο από την κυβέρνηση, προκειμένου να διαθέτει το τεκμήριο μιας ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής.

 Τι αντιδημοκρατικό μήνυμα, αλήθεια, περνά η κυβέρνηση στους οπαδούς των ομάδων αλλά και στην κοινωνία, αλλάζοντας τη σύνθεση μιας επιτροπής δυο μέρες πριν αυτή αποφασίσει να τινάξει το πρωτάθλημα στον αέρα;

Έτσι όπως τα κατάφεραν, η αντικατάσταση της τελευταίας στιγμής περισσότερο μοιάζει με… σημάδεμα της τράπουλας και ελάχιστα με δημοκρατική και νόμιμη διαδικασία.

Και τρίτο ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση ευθύνεται για το μπάχαλο που προκάλεσαν οι χειρισμοί της στο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, είναι αυτό της εκ των υστέρων αλλαγής, με νομοθετική πρωτοβουλία, της ποινής που προβλέπεται σε περιπτώσεις παρόμοιων υποτιθέμενων παραβατικών συμπεριφορών ιδιοκτητών ομάδων. Διότι ή η κυβέρνηση εμπιστεύεται τη νομοθεσία και την επιτροπή που η ίδια διόρισε και σέβεται την ετυμηγορία της, τιμωρώντας τον ΠΑΟΚ αυστηρά, (οπότε έχει δίκιο ο Ολυμπιακός). Ή από την άλλη, η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι εξοντωτικές προβλέψεις της νομοθεσίας σε τέτοιες περιπτώσεις δεν παράγουν δίκαιο και συνεπώς ακυρώνει νομοθεσία και απόφαση, δικαιώνοντας έτσι τον ΠΑΟΚ.

Ή δηλαδή δίκιο έχει ο Ολυμπιακός να υποστηρίζει ότι ο ΠΑΟΚ πρέπει να υποβιβαστεί, όπως προβλέπεται, ή έχει δίκιο ο ΠΑΟΚ να ισχυρίζεται ότι αδικείται κατάφωρα και συνεπώς η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Και τα δύο μαζί δεν μπορεί να συμβαίνουν.

Το ολίγον έγκυος δεν μπορεί να ισχύει σε μια ευνομούμενη πολιτεία.

Ή λοιπόν η κυβέρνηση σέβεται τους νόμους και τις επιτροπές που η ίδια διόρισε να τους εφαρμόσουν, οπότε πίνει το πικρό ποτήρι της σκληρής τιμωρίας του ΠΑΟΚ, στέλνοντας έτσι και ένα μήνυμα αποφασιστικότητας για την εφαρμογή των νόμων, απορρίπτοντας συγχρόνως με αυτοπεποίθηση, (εάν έχει) και σθένος την κατηγορία ότι υποκινείται από οικονομικά συμφέροντα.

Ή αντίθετα, η κυβέρνηση πιστεύει ότι αυτές οι εξωδικαστικές τιμωρίες είναι άδικες και προκαλούν κοινωνική αναταραχή και συνεπώς επεμβαίνει ριζικά υπέρ της κοινωνικής γαλήνης, ακυρώνοντας τις τιμωρίες και αλλάζοντας τη νομοθεσία, αποβάλλοντας έτσι από επάνω της και τις περί υποκίνησής της από οικονομικούς παράγοντες κατηγορίες.

Ή δηλαδή η κυβέρνηση θα έχει απέναντι τον ΠΑΟΚ ή τον Ολυμπιακό. Όταν έχει απέναντί της και τους δυο, όταν δηλαδή έχει καταφέρει να έχει απέναντί της την κοινωνία, τότε σημαίνει ότι κάτι έχει κάνει λάθος…

Η κυβερνητική πρωτοβουλία της βελτίωσης της ποινής κάτω από τον φόβο των αντιδράσεων και του πολιτικού κόστους δηλώνει ενοχή, δειλία, υπολογισμό, μικροπολιτική ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Και επιπλέον δεν απαντά και στην κατηγορία ότι η όλη υπόθεση αντανακλά σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων…

Γι’ αυτούς τους λόγους οι κυβερνητικοί χειρισμοί ούτε δίκαιο παράγουν, ούτε το αίσθημα της δικαιοσύνης εμπνέουν και συνεπώς δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις που θα οξυνθούν στο εξής.

Και μάλιστα έτσι όπως χειρίστηκε η κυβέρνηση την υπόθεση κατάφερε οι αντιδράσεις να είναι γενικευμένες, καθώς θα έρχονται από όλες τις πλευρές.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Μοίρασε το άρθρο!