Πολιορκημένοι από δύο άκρα – Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Πολιορκημένοι από δύο άκρα – Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Απόψε θα επιχειρήσω να εμβαθύνω σε μια ευαίσθητη, ίσως την πιο ευαίσθητη, περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Έχουν περάσει 81 χρόνια από την έναρξη του Εμφυλίου και καθώς ολοένα απομακρυνόμαστε από τα γεγονότα, αρχίζουμε σε μεγάλο βαθμό να τα βλέπουμε πιο καθαρά. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Οι Απαρχές του Εμφυλίου ως αποτέλεσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Είμαστε αναγκασμένοι να απορρίψουμε την ιδέα ότι ο Εμφύλιος ήταν μια εγγενής ελληνική κατάσταση. Τι εννοούμε μ’ αυτό;

Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949) δεν ήταν αποκλειστικά το αποτέλεσμα εγγενών, μακροχρόνιων πολιτικών ή κοινωνικών διαιρέσεων της Ελλάδας, αλλά κυρίως ένα “ξένο” αποτέλεσμα που προέκυψε ως συνέπεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του αναδυόμενου Ψυχρού Πολέμου. Η Καταλυτική Επίδραση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή (1941-1944) υπήρξε αναμφίβολα ο καταλύτης του Εμφυλίου. Η κατάρρευση του κράτους και η αποχώρηση των Γερμανών άφησε ένα πολιτικό κενό. Μέσα σε αυτό το κενό, ως συνέπεια, δημιουργήθηκαν δύο αντίπαλοι πόλοι εξουσίας με τους δικούς τους στρατούς: α) ο κομμουνιστικός ΕΛΑΣ που κυριαρχούσε στην ύπαιθρο και β) η εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση (με τη στήριξη των Βρετανών), που διεκδικούσε την επιστροφή της στα πράγματα.

Η σύγκρουση δεν αφορούσε πλέον μόνο τον «βασιλικό» έναντι του «βενιζελικού» κόσμου (που ήταν οι παραδοσιακές διαιρέσεις), αλλά πλέον κυρίως τον «Αριστερό» έναντι του «Δεξιού». Αυτή η νέα, βαθιά πόλωση δημιουργήθηκε μέσα στη βία της Κατοχής και του πρώτου γύρου συγκρούσεων (Δεκεμβριανά), αντί να προϋπάρχει σε τόσο εκρηκτική μορφή.

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος του 1946-1949 ήταν το πρώτο σημαντικό πεδίο μάχης του Ψυχρού Πολέμου στην Ευρώπης. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο χωρίς εξωτερική βοήθεια. Η κυβέρνηση υποστηριζόταν από τη Βρετανία και, στη συνέχεια, από τις Ηνωμένες Πολιτείες (μέσω του Δόγματος Τρούμαν), ενώ ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) υποστηριζόταν από το Σοβιετικό Μπλοκ (Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Βουλγαρία). Ο εμφύλιος πόλεμος, τέλος, τελείωσε όχι λόγω μιας αποφασιστικής εσωτερικής νίκης ή ήττας, αλλά λόγω της διάσπασης Τίτο-Στάλιν το 1948. Όταν δηλαδή ο Τίτο έκλεισε τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας, ο ΔΣΕ έχασε τη βάση ανεφοδιασμού του και ηττήθηκε στρατιωτικά.

Αν, υποθετικά, ο εμφύλιος ήταν μια εγγενής υπόθεση, θα περίμενε κανείς άλλη εξέλιξη. Να υπήρχε μια πολιτική διευθέτηση όπου οι κομμουνιστές θα συμμετείχαν στην κυβέρνηση συνασπισμού, όπως συνέβη σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες όπου τα ΚΚ είχαν μεγάλη απήχηση. Σε διαφορετική περίπτωση να διεξαγόταν ο πόλεμος με βάση τις παραδοσιακές (βενιζελικές vs αντιβενιζελικές) ή κοινωνικές (πλούσιοι vs φτωχοί) διαιρέσεις, πράγμα που δεν συνέβη με τον τρόπο που τον γνωρίζουμε.

Συμπερασματικά, όταν λέμε ότι ο Εμφύλιος δεν ήταν εγγενής, εννοούμε ότι ήταν πρωτίστως μια σύγκρουση που εισήχθη στην Ελλάδα λόγω της διεθνούς συγκυρίας και του Ψυχρού Πολέμου, η οποία εκμεταλλεύτηκε και όξυνε τις υπάρχουσες ελληνικές διαιρέσεις.

Αντίθετα λοιπόν, τον τοποθετούμε ως άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια της Κατοχής και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πόλεμος κατέρρευσε την τότε κρατική εξουσία της 4ης Αυγούστου και δημιούργησε ένα κενό που γρήγορα καλύφθηκε από δύο ισχυρούς, αντίπαλους πόλους:

Ο ένας πόλος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η εξουσία του ΕΑΜ στην ορεινή και αγροτική ύπαιθρο. Αυτό το κίνημα, που αρχικά περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα αντιλήψεων, ελέγχονταν πλήρως από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) και τον στρατιωτικό του βραχίονα, τον ΕΛΑΣ. Ο άλλος πόλος, κατά τα χρόνια της κατοχής, υπήρξε η συνεργαζόμενη με τους Γερμανούς κυβέρνηση στην Αθήνα, η οποία έλεγχε τις μεγάλες πόλεις και τις πεδινές περιοχές και δημιούργησε τα Τάγματα Ασφαλείας. Ταυτόχρονα, υπήρχε και η εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο. Η συνύπαρξη αυτών των δύο στρατών και των αντίπαλων εξουσιών σε ένα κράτος καθιστούσε τη σύγκρουση απόλυτα αναπόφευκτη.

Η στάση του πληθυσμού και η γένεση των πολιτικών ταυτοτήτων.

Ο όρος «λαός» είναι στην περίπτωση μας παραπλανητικός, καθώς υπήρχαν τεράστιες διαφοροποιήσεις στις συμπεριφορές, ανάλογα με κοινωνικές, γεωγραφικές και ιστορικές παραμέτρους. Ενώ υπήρχαν άτομα με ισχυρές ταυτίσεις, η πλειοψηφία προσπαθούσε να αποφύγει τον κίνδυνο και από τις δύο πλευρές. Αναφέρει την έννοια της «γκρίζας ζώνης» – ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού που μετακινούνταν αναλόγως με το ποιος είχε την ισχυρότερη εξουσία σε τοπικό επίπεδο, μια ταύτιση συχνά ευκαιριακή. Αυτές οι μετατοπίσεις είχαν συχνά οππορτουνιστικό χαρακτήρα, αλλά κάποιες φορές οδηγούσαν και στην απόκτηση πολιτικής συνείδησης.

Σημαντικό είναι ότι μέσα από τη διαδικασία της σύγκρουσης και της βίας αναδείχθηκαν πολιτικές ταυτότητες (δεξιοί και αριστεροί) με μεγάλη διάρκεια στον χρόνο, σε αντίθεση με τις προπολεμικές κατηγορίες (βενιζελικοί/αντιβενιζελικοί).

Η δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΑΑ) και οι εκλογές στις «απελευθερωμένες» περιοχές θεωρούνται προσπάθεια νομιμοποίησης της εαμικής εξουσίας. Επισημαίνεται ότι, στην ουσία, η «ελεύθερη Ελλάδα» λειτουργούσε ως μονοκομματικό κράτος, όπου το ΚΚΕ είχε τη δυνατότητα να κατευθύνει τα πράγματα. Παρά τη λαϊκή δυναμική, δεν επιτρεπόταν η ελεύθερη έκφραση της βούλησης, με τον τοπικό ΕΛΑΣ να ασκεί πιέσεις. Ο ρόλος των συμμάχων του ΕΑΜ από τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο, όπως ο Βόλος Τσιριμώκος, χαρακτηρίζεται ως διακοσμητικός, καθώς ο μηχανισμός του ΕΑΜ, οργανωμένος από το ΚΚΕ, ήταν πανίσχυρος σε κάθε χωριό..

Η στρατηγική του ΚΚΕ και η αποτυχία των Δεκεμβριανών

Το ΚΚΕ ήθελε σαφέστατα να κατακτήσει την εξουσία, όχι απαραίτητα μέσω πραξικοπήματος, αλλά μέσω μιας «πολιτικής μετάβασης». Η στρατηγική τους ήταν να αξιοποιήσουν την κυριαρχία του ΕΑΜ στην ύπαιθρο (σχεδόν στο 70% της χώρας) και, με την αποχώρηση των Γερμανών, να επεκτείνουν τον έλεγχο στις πόλεις. Το μοντέλο που φαίνεται να επεδίωκε το ΚΚΕ ήταν παρόμοιο με αυτό της Τσεχοσλοβακίας, όπου η εξουσία κατακτήθηκε μέσω ελεγχόμενων εκλογών και όχι βίαιης ανατροπής.

Η αποτυχία όμως αυτού του σχεδίου ήρθε με τα Δεκεμβριανά. Η πίεση του Γεωργίου Παπανδρέου και των Βρετανών για αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού στρατού εξανάγκασε το ΚΚΕ σε μια ένοπλη αντίδραση. Το ΚΚΕ έκανε το μοιραίο λάθος και υπερεκτίμησε τις στρατιωτικές του δυνατότητες στην Αθήνα και υποτίμησε την αντίδραση των Βρετανών, με αποτέλεσμα την ήττα και την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας και το δεύτερο αντάρτικο

Η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν ήταν μια πραγματική συμφιλίωση, αλλά μια προσωρινή ανακωχή, η οποία παραβιάστηκε σχεδόν αμέσως και από τις δύο πλευρές. Το ΚΚΕ έκρυψε όπλα, πιστεύοντας ότι θα τα χρειαζόταν ξανά, ενώ από την άλλη η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη συμφωνία για να επεκτείνει τον έλεγχό της στην ύπαιθρο. Αυτό οδήγησε στην έξαρση της βίας, που ονομάστηκε «Λευκή Τρομοκρατία», από τους κυβερνητικούς και η οποία ήταν μια αντίδραση στην προϋπάρχουσα «Κόκκινη Τρομοκρατία» του ΕΑΜ κατά την Κατοχή.

Η τελική απόφαση για τη μετάβαση στο δεύτερο αντάρτικο, τον Εμφύλιο του 1946-1949, δεν ήταν αποτέλεσμα της «Λευκής Τρομοκρατίας», αλλά, κατά τη γνώμη μου, όμως κυρίως μια συνειδητή απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η απόφαση αυτή αποδίδεται στον Νίκο Ζαχαριάδη και την επιθυμία του για «ρεβάνς», πιστεύοντας ότι μπορούσαν να κερδίσουν ό,τι έχασαν στα Δεκεμβριανά, αξιοποιώντας την υποστήριξη του σοβιετικού μπλοκ και το παράδειγμα των κομμουνιστικών κινημάτων σε Κίνα και Ανατολική Ευρώπη.

ΔΣΕ και η Πολυδιάστατη Τραγωδία

Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) υπήρξε κατά την άποψη μου ένα πολύ πιο επαγγελματικό και πειθαρχημένο στράτευμα από τον ΕΛΑΣ, αλλά ταυτόχρονα ως έναν στρατό που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Η στρατολόγηση γινόταν συχνά βίαια, καθώς οι πληθυσμοί είχαν μετακινηθεί και η ιδεολογική υποστήριξη από τις πόλεις ήταν περιορισμένη. Αυτό οδήγησε σε υψηλά ποσοστά λιποταξιών και, δυστυχώς, σε εκτελέσεις. Το ευαίσθητο θέμα της στρατολόγησης Σλαβομακεδόνων, επρόκειτο για γεγονός που χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για τον «ξενοκίνητο» χαρακτήρα του ΔΣΕ.

Τέλος, το «παιδομάζωμα», το οποίο χαρακτηρίζεται ως μια τραγική και περίπλοκη διάσταση του πολέμου. Δεν υπήρξε μόνο μια κίνηση προστασίας των παιδιών, αλλά και μια μέθοδος για την εξασφάλιση εφεδρειών και, σε κάποιο βαθμό, ομηρίας, καθώς οι οικογένειες ήταν αναγκασμένες να παραμείνουν πιστές στο ΚΚΕ όσο τα παιδιά τους βρίσκονταν στην Ανατολική Ευρώπη.

Η συνολική μου προσέγγιση είναι ότι ο Εμφύλιος δεν μπορεί να ερμηνευτεί με μονομερείς όρους. Απαιτείται μια ψύχραιμη ματιά στα γεγονότα, αναγνωρίζοντας την πολυμορφία και τις αντιφάσεις των εμπειριών όλων των πλευρών. Αυτή η προσέγγιση είναι απαραίτητη για την ιστορική αυτογνωσία του έθνους.

Οι διεθνείς παράγοντες και ο ρόλος του Στάλιν.

Η απόφαση για τον δεύτερο αντάρτικο ενισχύθηκε από την αίσθηση ότι το ΚΚΕ είχε πλέον καλύτερες δυνατότητες να κερδίσει, έχοντας ως παραδείγματα την Κίνα και τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι συζητήσεις με τον Στάλιν και τη Σοβιετική Ένωση για υποστήριξη ήταν καθοριστικές. Αναφέρεται ότι ο Στάλιν δεν ενδιαφερόταν άμεσα για την Ελλάδα, αλλά δεν αδιαφορούσε κιόλας, δίνοντας έμμεση βοήθεια και αφήνοντας περιθώρια στην ηγεσία του ΚΚΕ να πάρει αποφάσεις.

Ο Εμφύλιος 1946-49 χαρακτηρίζεται ως κλασική περίπτωση πολέμου του Ψυχρού Πολέμου, με υποστήριξη και από τις δύο πλευρές (Βρετανία και ΗΠΑ για την κυβέρνηση, σοβιετικό μπλοκ για το ΚΚΕ). Η λήξη του πολέμου αποδίδεται κυρίως στην απόφαση της Γιουγκοσλαβίας να αυτονομηθεί από το σοβιετικό μπλοκ, κλείνοντας τα σύνορα και διακόπτοντας τον ανεφοδιασμό των κομμουνιστών.

Η διαχείριση της μνήμης του Εμφυλίου.

Κλείνοντας τονίζω την ανάγκη να δούμε την ιστορία του εμφυλίου κατάφατσα, χωρίς δαιμονοποιήσεις ή ηρωοποιήσεις. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για συστηματική έρευνα και η αποφυγή απλουστεύσεων και γενικεύσεων.

Η βία της μιας πλευράς (κόκκινη τρομοκρατία) εξηγεί εν μέρει την αντίδραση της άλλης (λευκή τρομοκρατία), λειτουργώντας ως δράση και αντίδραση. Η διαχείριση της μνήμης ενός εμφυλίου είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, καθώς οι άνθρωποι που πολέμησαν συνεχίζουν να συνυπάρχουν στην ίδια κοινωνία. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος είναι να δούμε τα γεγονότα με ψυχραιμία, χωρίς να κρύβουμε τις κακές στιγμές καμίας πλευράς. Η εμπειρία του εμφυλίου ήταν πολύμορφη και πολυδιάστατη, και η δουλειά των ερευνητών είναι να ανασυνθέσουν αυτό το μωσαϊκό. Η λήθη ή η δαιμονοποίηση μόνο μιας πλευράς είναι επικίνδυνες επιλογές.

Η ιστορική αυτογνωσία, ιδίως σε ένα γεγονός που δίχασε τόσο τη χώρα, μπορεί να μας βοηθήσει σήμερα να υπερβούμε τη μονομέρεια στην αντίληψη της πραγματικότητας και να αντιμετωπίσουμε με πιο πλούσιο τρόπο όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και το παρόν και το μέλλον.

Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Μοίρασε το άρθρο!