03/10/2016
Είστε ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Αλκη Αλκαίο. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε σε αυτόν;
Τον ανακάλυψα από ένα δημοσιευμένο ποίημά του στον «Ριζοσπάστη», στις αρχές του 1978. Με εντυπωσίασε ο νέος τρόπος γραφής του και μάλιστα, σχεδόν αυτόματα, το έκανα τραγούδι. Να πω επίσης ότι έψαχνα να τον βρω πάρα πολύ καιρό γιατί το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Λιάρος κι εγώ τον αναζητούσα ως Αλκη Αλκαίο. Οταν τον βρήκα ήμουν ήδη στο στούντιο και ηχογραφούσα το τραγούδι με τους στίχους. Ο ίδιος ενθουσιάστηκε. Από τότε ξεκίνησε μια σχέση μοναδική, καθώς μου έστελνε καλλιγραφημένα ποιήματά του κάθε εβδομάδα, επί δύο – τρία χρόνια. Από τα 60 τραγούδια που είχα στα χέρια μου μελοποίησα τουλάχιστον τα 40 κι από αυτά επελέγησαν 11 για την πρώτη μας δουλειά, το «Εμπάργκο» που κυκλοφόρησε το 1982.
Ποια ήταν τα ιδιαίτερα στοιχεία της στιχουργικής του Αλκη Αλκαίου που την έκαναν να ξεχωρίζει;
Ο Αλκης Αλκαίος έβλεπε και κατέγραφε πράγματα που υπήρχαν, αλλά δεν ήταν ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Δεν λειτουργούσε ως προφήτης, αλλά ως ένας ευαίσθητος δέκτης ο οποίος έβλεπε τα κρυμμένα που γίνονταν συνείδηση πολύ αργότερα. Ενα παράδειγμα είναι πως το 1986 μου έστειλε τη «Ρόζα», μέσα στην οποία υπήρχε το δίστιχο «πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία/ πώς η ιστορία γίνεται σιωπή». Αυτό τραγουδήθηκε από τον Μητροπάνο δέκα χρόνια αργότερα και σήμερα που μιλάμε μη μου πείτε πως αυτό που λένε οι στίχοι δεν έγινε απόλυτη πραγματικότητα. Επίσης ήταν βαθύτατα ερωτικός ποιητής, με την έννοια όμως ότι η νίκη στον έρωτα είναι η ήττα μας, αφού κερδίζουμε τον έρωτα αν χάσουμε τον εαυτό μας μέσα στον άλλον. Ηταν πρωτότυπος, ήταν αναγνωρίσιμος και συνεχώς ανανέωνε τη φόρμα του.
Πόσο επηρέασε η στιχουργική του Αλκαίου την εξέλιξη του τραγουδιού;
Στην περίοδο μέχρι το 1974 μπορεί κανείς να αναφερθεί στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έπαιξε έναν σοβαρό ρόλο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος με τις μελοποιήσεις που έκανε ο Ξαρχάκος, αλλά ταυτόχρονα και ο διαχρονικός Νίκος Γκάτσος. Μετά το ’74 έχουμε κάποια καινούργια αστέρια που είναι ο Μάνος Ελευθερίου, ο Αλκης Αλκαίος, ο Κώστας Τριπολίτης και η Λίνα Νικολακοπούλου. Αυτό είναι το πεδίο από το ’50 μέχρι το 2000 που διαμορφώνει το ελληνικό στιχουργικό τοπίο. Επομένως ο Αλκαίος έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί έφερε και την ποιητική ατμόσφαιρα στο τρέχον τραγούδι. Εγώ συνηθίζω να λέω ότι ανακάλυψα έναν ποιητή που υποδυόταν τον στιχουργό.
Ποιος στίχος του Αλκη Αλκαίου σάς έχει σημαδέψει;
Είναι εξαιρετικά πολλοί. Το συνταρακτικό «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία/ πώς η ιστορία γίνεται σιωπή» δεν σημάδεψε μόνο εμένα, αλλά ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Επίσης στην «Πιρόγα» υπάρχει ένα πεντάστιχο που το θεωρώ την καλύτερη ερωτική στροφή στην ελληνική ερωτική ποίηση. Λέει: «Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη/ και την τρελή σου κυνηγάει σκιά/ πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι/ πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά/ αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη»…
«Πάντα γελαστοί και γελασμένοι»: ταιριάζει αυτός ο στίχος του Αλκη Αλκαίου στους σύγχρονους Ελληνες;
Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης ο στίχος αυτός ταυτίζεται απόλυτα με τους Ελληνες. Οταν σου συμβαίνουν κάποια άσχημα πράγματα και έρχεται ένας να σου πει ότι εγώ θα σ’ τα διορθώσω, ενδεχομένως αρχίζεις να ελπίζεις. Καλό είναι βέβαια να έχεις μια συνείδηση της Ιστορίας για να ξέρεις αν ελπίζεις βάσιμα ή όχι και να μην αφήνεσαι στα χέρια άλλων. Αλλά ο πολύς κόσμος και συνείδηση της Ιστορίας δεν έχει και αφήνεται. Οπότε αυτοί είναι γελασμένοι.
Η ολοφάνερη απογοήτευση του Ελληνα πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;
Το θέμα είναι να αντιμετωπιστεί σωστά. Αν δεν εξηγήσεις το χθες κι αν δεν απορρίψεις από το χθες όσα πράγματα πήγαν την ανθρωπότητα πίσω, κινδυνεύεις, με τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα, να φέρεις ως λύση ακόμα και τον φασισμό. Κάτι το οποίο είναι τραγωδία.
Τον τελευταίο καιρό έχει ξεσπάσει πόλεμος για το νέο νομοσχέδιο που αφορά στα πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα των δημιουργών. Ποια είναι η άποψή σας;
Επειδή σε αυτόν τον τομέα η Ευρώπη περπατάει πολύ πιο σωστά από εμάς, πρέπει να δούμε πώς κινούνται τα πράγματα εκεί, αλλά να τα δούμε στη βάση της ελληνικής ιδιομορφίας. Να το πω απλά. Αν έκλεινε η ΑΕΠΙ γιατί έχει πολλά αμαρτήματα, αυτοί που θα έχαναν δεν θα ήταν οι ιδιοκτήτες της, αλλά οι Ελληνες δημιουργοί. Αρα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό το υπουργείο Πολιτισμού αλλά και το Κοινοβούλιο με ποια βήματα θα πάνε σε μια καινούργια αντίληψη, καθώς οι περισσότεροι συνθέτες και στιχουργοί ζουν αποκλειστικά από τα πνευματικά δικαιώματα.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΥΚΑ
akouka@pegasus.gr



