Η μάχη του Γρανικού – Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Η μάχη του Γρανικού. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος
Οι Πέρσες θεώρησαν αναγκαίο να πολεμήσουν τον Αλέξανδρο, αμέσως μετά την ελληνική εισβολή, στις πύλες της Ασίας. Ο γιος του Φιλίππου ήταν υποχρεωμένος να τους επιτεθεί, καθώς ενδεχόμενη παράκαμψη του Γρανικού ποταμού θα ήταν επικίνδυνη εξαιτίας του εδάφους, σε αυτήν την περίπτωση θα είχε στα νώτα του τον περσικό στρατό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γρανικός ποταμός αναφέρεται και στην Ιλιάδα.

Ο ποταμός.

Ο Γρανικός ήταν ένας μικρός ορεινός ποταμός και όχι αρκετά βαθύς. Πήγαζε από το όρος Ίδα και είχε μήκος 80 χιλιόμετρα, ενώ το πλάτος του κυμαινόταν από 20 έως 40 μέτρα. Ο ποταμός όπως είπαμε πήγαζε από το όρος Ίδα και χυνόταν στην Προποντίδα ανατολικά από την ελληνική πόλη Πρίαπο. Επρόκειτο γενικά για μια εξαιρετική και αξιοθαύμαστη θέση.

Η διάβαση του ποταμού είναι δύσκολη διότι η δεξιά πλευρά από όπου θα περνούσαν οι Έλληνες, ερχόμενοι από αριστερά, ήταν πιο ψηλή και πιο απόκρημνη. Πολλοί Μακεδόνες στρατιώτες φοβόντουσαν το βάθος του ποταμού, όπως επίσης και την ανωμαλία αλλά και το απότομο των αντικρινών όχθων του ποταμού. Τους φόβισε δηλαδή το σημείο όπου θα δινόταν η μάχη.

Η αντίθεση του Παρμενίωνα.

Ο Αλέξανδρος πλησιάζοντας στη δυτική όχθη του ποταμού, ενημερώθηκε για την απόφαση των Περσών να δώσουν μάχη και αντιλήφθηκε τη μοναδική ευκαιρία που είχε. Καθώς τα ελληνικά στρατεύματα έφτασαν απόγευμα στο Γρανικό, ο Μακεδόνας μονάρχης διέταξε άμεση προσβολή του εχθρικού στρατεύματος γνωρίζοντας καλά ότι τον ευνοούσε ο εκ παρατάξεως αγώνας. Με μία γρήγορη νίκη θα εξουδετέρωνε το αντίπαλο στράτευμα και θα επιτύγχανε την γρήγορη ίσως κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας.

Ο γιος του Φιλίππου δεν θέλησε να δώσει στους Πέρσες την ευκαιρία να φύγουν το βράδυ από το Γρανικό. Δεν επιθυμούσε να καταδιώκει σκληρά και αδιάκοπα τους Πέρσες στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αυτό ακριβώς ο Παρμενίων αδυνατούσε να το κατανοήσει.

Ο στρατηγός Παρμενίων βρήκε τον Αλέξανδρο πριν τη μάχη και προσπάθησε να τον πείσει ότι δεν έπρεπε να επιτεθεί, καθότι η ώρα ήταν προχωρημένη: «Βασιλιά, κρίνω ότι αυτή τη στιγμή, πρέπει να στρατοπεδεύσουμε έτσι όπως είμαστε στην όχθη του ποταμού. Μου φαίνεται πως οι εχθροί που έχουν πολύ λιγότερο πεζικό από μας, δε θα τολμήσουν να μας πλησιάσουν. Έτσι, αν μπορέσουμε, θα περάσουμε εύκολα το ποτάμι με το χάραμα. Αν περάσουμε πριν εκείνοι πάρουν τις θέσεις τους, θα τους αιφνιδιάσουμε. Δε μου φαίνεται όμως εύκολο να το κατορθώσουμε τώρα, με τον στρατό παραταγμένο σε μέτωπο. Βλέπεις ότι πολλά μέρη του ποταμού δείχνουν βαθιά και οι όχθες είναι ψηλές και απόκρημνες. Αν περάσουμε άτακτα και παραταγμένοι με αυτόν τον τρόπο που είναι το ασθενέστερο σημείο μας, από μπροστά, καθώς θα βγαίνουμε, θα πέσει επάνω μας παραταγμένο το ιππικό του εχθρού. Και η πρώτη ατυχία θα είναι φοβερή γι’ αυτή τη μάχη και καθοριστική για την εξέλιξη του πολέμου» (σύμφωνα με τον Αρριανό). Προσπάθησε δηλαδή να πείσει τον Αλέξανδρο ότι η ώρα ήταν περασμένη και πρότεινε να περάσουν το ποτάμι νωρίς το πρωί. Πίστευε ότι οι Πέρσες δε θα στρατοπέδευαν το βράδυ κοντά στο ποτάμι όπου θα κινδύνευε σε νυχτερινό αιφνιδιασμό, έτσι το πρωί σίγουροι ότι η απέναντι όχθη θα ήταν ελεύθερη θα τη διέσχιζαν. Ο Παρμενίων υποστήριξε την άποψη ότι οι άντρες θα έβγαιναν στην αντίπερα όχθη είτε διασπασμένοι είτε σε φάλαγγα, εκτεθειμένοι σε μια επικίνδυνη αντεπίθεση. Επιπλέον, οι Μακεδόνες διάνυαν το μήνα Δαίσιο (Μάιος), κατά τον οποίον οι Μακεδόνες βασιλείς απέφευγαν να δώσουν μάχη. Ο Αλέξανδρος το έλυσε και αυτό διατάσσοντας να υπολογίσουν το μήνα Αρτεμίσιο ως Δαίσιο!

Ο Αλέξανδρος του απάντησε, πάλι σύμφωνα με τον Αρριανό: «Παρμενίωνα, τα ξέρω αυτά. Ντρέπομαι όμως εγώ, που πέρασα εύκολα τον Ελλήσποντο, να εμποδιστώ απ’ αυτό το ρυάκι (υποβαθμίζοντας μ’ αυτό το όνομα τον Γρανικό) να περάσω τον στρατό μου έτσι όπως είναι. Κι αυτό δεν το κάνω ούτε για τη φήμη των Μακεδόνων ούτε επειδή εγώ ο ίδιος επιζητώ τον κίνδυνο. Νομίζω όμως ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος και θα θεωρήσουν ότι μπορούν να μας αντιμετωπίσουν σαν ίσοι, αν δεν πάθουν αμέσως κάτι που να δικαιώνει τους φόβους τους». Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δώσει την ευκαιρία στους Πέρσες να φύγουν. Μια ξαφνική επίθεση θα έδινε στους Πέρσες την εντύπωση ότι αντιμετωπίζουν έναν όχι συνηθισμένο αντίπαλο. Η επίθεση θα γέμιζε με κουράγιο και αυτοπεποίθηση τους στρατιώτες και θα τρομοκρατούσε τον εχθρό. Επιπρόσθετα, η επιβεβαίωση των φόβων τους για την ελληνική στρατιωτική υπεροχή, σε περίπτωση νίκης, θα έπληττε το ηθικό των Περσών. Έτσι λοιπόν ο Αλέξανδρος έκρινε καθοριστικό τον ψυχολογικό παράγοντα, καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση θα ενίσχυε το ηθικό των Περσών.

Ο ορμητικός ποταμός με τις κακοτράχαλες όχθες ήταν σοβαρότατο εμπόδιο και για τους δύο αντιπάλους, ειδικά όμως για την ελληνική πλευρά. Επιπλέον, η μάχη θα δινόταν απόγευμα και οι Έλληνες θα είχαν το πλεονέκτημα ότι ο ήλιος θα ήταν στην πλάτη τους. Έτσι και γι’ αυτόν τον λόγο ο Αλέξανδρος δε θα περίμενε ως το πρωί. Η περσική παράταξη λουζόταν από τον ήλιο, μια εικόνα που αναμφίβολα θα πρέπει να ήταν εκθαμβωτική.

Η μορφολογία του εδάφους προσφερόταν για στήριξη άμυνας με μέτωπο προς τα βορειοδυτικά. Όσον αφορά το διάλογο ίσως να είναι μια φανταστική και δραματοποιημένη εκδοχή του διλλήματος, όπως αποδόθηκε από κάποιον αρχαίο ιστορικό… Πιθανόν όμως και κάποιοι άλλοι να του υπαγόρευσαν να επιτεθεί, μήπως και οι Πέρσες αποσυρθούν και χαθεί η ευκαιρία για επιβλητική νίκη…

Στρατηγική.

Οι πληροφορίες που έχουμε για το στρατηγικό σχέδιο των Περσών είναι λίγες γενικά. Δεν καταφέραμε να διαβάσουμε το μυαλό των Περσών στρατηγών. Οι Πέρσες βασικά, και αυτό το γνωρίζουμε σίγουρα, ήθελαν να εμποδίσουν τη διάβαση του ποταμού.

Σύμφωνα με τον Turn, το σχέδιο των Περσών ηγετών να πνίξουν τον πόλεμο εν τη γένεση του σκοτώνοντας τον Αλέξανδρο ήταν γενναίο. Ο αρχιστράτηγος τότε οδηγούσε στη μάχη προσωπικά το στρατό, καθώς δε διοικούσε από τα μετόπισθεν. Αν σκοτωνόταν από τους αντιπάλους καταλαμβανόταν πανικός στους άνδρες. Πάγιος στόχος στις κλασικές μάχες ήταν ο θάνατος του αντιπάλου ηγέτη.

Ίσως είχαν σκοπό μόνο να σκοτώσουν τον Αλέξανδρο. Για να το επιτύχουν αυτό ίσως έπρεπε να φράξουν με δόρατα το ιππικό του Αλέξανδρου. Βάζοντας κατά μήκος του Έλληνες μισθοφόρους και στα πλάγια το ιππικό. Έπρεπε δηλαδή να συναντήσουν το ιππικό του Αλέξανδρου με ένα φράκτη από λόγχες και να το αφήσουν να διαλυθεί πάνω σ’ αυτό, αν κατάφερναν να το διασπάσουν οι Μακεδόνες θα σαρώνονταν πάνω στις λόγχες του ιππικού. Γιατί όμως δεν το έκαναν; Γιατί το απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο. Έπρεπε να γίνει κονταρομαχία, μεταξύ ιππέων στρατιωτικών αριστοκρατών. Δεν ήθελαν να παραχωρήσουν την τιμητική θέση της πρώτης γραμμής στους Έλληνες μισθοφόρους. Επιπρόσθετα, ο ιππέας πάντα περιφρονεί τον πεζικάριο και μπαίνει μπροστά, ειδικά εάν ο πεζικάριος είναι αλλόφυλος.

Η παράταξη.

Ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γρανικό με 36.000 στρατιώτες και παρέταξε, σύμφωνα με τον Αρριανό, 15.000 πεζούς και 5.000 ιππείς, οι υπόλοιποι έμειναν πίσω ως εφεδρεία και προκειμένου να φρουρούν τα μεταγωγικά. Το μήκος του μετώπου έφτασε συνολικά τα 3-3,5 χιλιόμετρα.

Όσον αφορά τους Έλληνες, ο Αλέξανδρος είχε το στρατό του συντεταγμένο επιμελώς, παρατάσσοντας διπλή φάλαγγα οπλιτών και ιππικό στις δύο πλευρές και τα σκευοφόρα από πίσω. Στο μέσο παρατάχθηκαν τα έξι τμήματα της φάλαγγας με επικεφαλής στρατηγούς τους Περδίκκα, Κοινό, Αμύντα, Φίλιππο, Μελέαγρο και Κρατερό. Δεξιά της παράταξης τέθηκαν οι υπασπιστές με επικεφαλείς τους Νικάνων και Παρμενίων, οι σαρισσοφόροι Παίονες, το ιππικό των εταίρων (στρατηγός όλων αυτών των ο Αμύντας του Αραβαίου. Στα αριστερά τοποθετήθηκαν τρεις μοίρες ιππικού (Θράκες, σύμμαχοι ιππείς και Θεσσαλοί) και ακόμη μία μοίρα. Ο Αλέξανδρος είχε βέβαια τη στρατηγία της δεξιάς πτέρυγας. Ο Παρμενίων τη στρατηγία της αριστερής πτέρυγας. Η δεξιά πτέρυγα την οποία διοικούσε ο Αλέξανδρος υπήρξε πιο ενισχυμένη κάτι που δηλώνει την πρόθεση του να πάρει το κύριο βάρος της επίθεσης.

Χαρακτηριστικό της παράταξης ήταν ότι είχε γίνει σύμφωνα με την παράδοση που επέβαλε επέβαλλε να τοποθετείται το πεζικό στο κέντρο και να καλύπτει το ιππικό από τα δύο άκρα. Η αναλογία του ιππικού στην πρώτη γραμμή ήταν υψηλή (3 προς 1). Ο Αλέξανδρος σκέφτηκε επίσης να χρησιμοποιήσει την κοίτη του ποταμού ώστε να μη γίνει αντιληπτός από την αρχή ο σκοπός του. Περισσότερο θα διεξάγετω ιππομαχία.

Από την άλλη οι Πέρσες παρέταξαν στη μέση Παφλαγόνες, Υρκάνους πολυάριθμοι και επίλεκτοι για την ανδρεία τους, με αρχηγούς τον Αρσίτη και το Σπιθριδάτη, στα αριστερά το Μέμνονα και τους ιππείς του Αρσομένη και δεξιά τους Μήδους (περίπου 1.000), Βακτριανούς και ιππείς (περίπου 4.000) με επικεφαλής το Νεομίθρη. Το ιππικό που αποτελούσε τον ανθό του περσικού στρατού και αριθμούσε 20.000, μπήκε μπροστά από το πεζικό το οποίο ήταν μετριότατης αξίας.

Μόλις οι Πέρσες είδαν τη συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων και συμπέραναν λανθασμένα ότι ο Αλέξανδρος θα επιτιθόταν στο δεξί της παράταξης τους. Η ανάπτυξη των δυνάμεων τους ήταν κακή, δεν ανέπτυξαν τους Έλληνες μισθοφόρους κατά μήκος της ανατολικής ακτής με το περσικό ιππικό στα πλευρά και στα νώτα προκειμένου να αντεπιτεθεί εάν έσπαγε το πεζικό. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Wilken, τοποθέτησαν το εξαίρετο ιππικό τους μπροστά διαπράττοντας ένα εξόφθαλμο τακτικό λάθος στην απόκρημνη όχθη όπου ήταν αδύνατο να επελάσει. Έτσι εκμηδενίστηκε το βασικότερο πλεονέκτημα των Περσών, το ότι ήταν σε ψηλότερη όχθη.

Η μάχη.

Οι αντίπαλες δυνάμεις αρχικά παρέμειναν η μία απέναντι στην άλλη. Επικρατούσε μεγάλη σιγή και από τις δύο πλευρές. Οι βάρβαροι είχαν καταλάβει τις υπώρειες του ποταμού. Οι Πέρσες όπως είναι λογικό περίμεναν τους Μακεδόνες να μπουν στο ποτάμι. Έμειναν εκεί με την απόφαση να επιτεθούν εναντίων των Ελλήνων καθώς αυτοί θα περνούσαν το ποτάμι, υπολογίζοντας ότι θα κερδίσουν εύκολα τη μάχη επειδή η φάλαγγα των Μακεδόνων θα ήταν διασπασμένη.

Η πρόθεση του Αλέξανδρου ήταν να φέρει το κέντρο βάρους στο δεξιό τμήμα της παράταξης. Στόχος της πρώτης φάσης της μάχης ήταν η καταστροφή του περσικού ιππικού με την υπερκέραση του εχθρού από τα αριστερά μέσω του ενισχυμένου δεξιού της ελληνικής παράταξης και η συγκράτηση τυχόν κίνησης του εχθρού προς τα μπρος από το μέσο της ελληνικής παράταξης που ήταν η φάλαγγα. Το αριστερό των Ελλήνων θα προσέβαλε δηλαδή το δεξιό του εχθρού όταν θα διέταζε ο Αλέξανδρος. Στην αρχή θα ήταν ταγμένο στην αντιμετώπιση τυχόν υπερκέρασης από τους Πέρσες, κλιμακωτά όμως θα έκανε και αυτό υπερκέραση. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Αλέξανδρος θανέδινε την εντύπωση ότι διεύθυνε τη μάχη με μανία και όχι με σχέδιο.

Αρχικά αναγγέλθηκε από τον Αλέξανδρο ακολουθούμενο από την κραυγή «Ενυάλιος». Η περιοχή γέμισε κραυγές «Ενυάλιος» και σαλπίγματα. Οι Πέρσες έβλεπαν τον Αλέξανδρο να προτρέπει και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες του να βαδίσουν εμπρός. Παρά λίγο το ρεύμα του ποταμού να τον βουλιάξει. Στην επιμονή του να περάσει το ποτάμι έδειξε απίστευτη υπομονή. Κυρίευσε με δυσκολία το μέρος που είχε γίνει υγρό και γλιστρούσε από τη λάσπη. Ήταν αναγκασμένος να συνεχίζει ευθύς τη μάχη και να αγωνίζεται σώμα με σώμα με τους επερχόμενους εχθρούς πριν τεθούν σε κάποια τάξη αυτοί που περνούσαν τον ποταμό. Οι βάρβαροι, σύμφωνα με το Διόδωρο Σικελιώτη, θα αντέτασσαν στην αρετή των Μακεδόνων το δικό τους μένος, καθώς η τύχη συγκέντρωσε στον ίδιο τόπο άριστους μαχητές για να διεκδικήσουν τη νίκη. Πρώτος ενεπλάκει ο Αμύντας στρέφοντας την προσοχή των Περσών προς τα αριστερά. Οι Μακεδόνες δέχονταν βροχή από βέλη και κοντάρια στα κεφάλια τους. Πολλοί πέθαναν.

Το αριστερό άκρο των Περσών διοικούσε ο ίδιος ο Μέμνονας. Το ελληνικό ελαφρύ πεζικό και οι τοξότες δεν επέτρεψαν στους μισθοφόρους του Μέμνονα να λάβουν μέρος στη μάχη. Ο Αλέξανδρος παρακολουθούσε τη μάχη και έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να στραφούν δεξιά ώστε να είναι έτοιμοι να επιτεθούν. Κατόπιν διέταξε επίθεση στο περσικό αριστερό άκρο αφού προηγουμένως ενίσχυσε τις δυνάμεις της εμπροσθοφυλακής, στέλνοντας πρόδρομους ιππείς, Παίονες και λίγους φίλους. Οι Πέρσες είδαν την συγκέντρωση δυνάμεων στο δεξιό της ελληνικής παράταξης και συμπέραναν λανθασμένα ότι ο Αλέξανδρος θα επιτεθεί στο αριστερό της παράταξης τους. Έτσι ενίσχυσαν το αριστερό τους. Ο Αλέξανδρος όμως τελικά επιτέθηκε στο κέντρο-αριστερό τους. Όλοι αυτοί οι επιτιθέμενοι ήταν υπό την ηγεσία του σωματοφύλακα Πτολεμαίου. Κινούμενοι όχι ευθεία αλλά λοξά δεξιά προσέβαλλαν το αριστερό περσικό άκρο. Γενικός επικεφαλής της ισχυρής επίθεσης ήταν ο Αμύντας ο Αραβαίος. Στόχος της επίθεσης του ήταν να τραβήξουν οι Πέρσες το ιππικό τους από το κέντρο και προς τα αριστερά και έτσι να εξασθενήσει το κέντρο όπου και ήθελε να επιτεθεί. Επιπρόσθετα η κίνηση προς τα αριστερά απέκλειε το ενδεχόμενο να πέσουν στο ενισχυμένο δεξιό άκρο των Περσών. Ο στόχος της κίνησης δεν έγινε αντιληπτός και έτσι ο Αλέξανδρος επιτέθηκε με καλυμμένα τα δύο άκρα, κατορθώνοντας να χτυπήσει το εξασθενημένο σημείο των Περσών. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η κίνηση δεν ήταν μανιώδης αλλά υπολογισμένη και σύμφωνα με το σχέδιο της μάχης.

Πρώτη επιτέθηκε η Ίλη ιππικού των συμμάχων. Επιτέθηκε και το πεζικό το οποίο όμως δεν μπόρεσε να περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Αλέξανδρος διέταξε σύμπτυξη και ύστερα τέθηκε επικεφαλής και πέρασε το ποτάμι. Ο Αλέξανδρος μπήκε στο ποτάμι και οδήγησε ολόκληρη τη δεξιά πτέρυγα με ενθουσιώδεις ιαχές. Ταυτόχρονα προχώρησε μπροστά και ο Παρμενίων με ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα. Καλυμμένος τώρα και από τις δύο πλευρές ο Αλέξανδρος χτύπησε το εξασθενημένο τμήμα των Περσών και με αυτόν τον τρόπο υπερνίκησε τις δυσκολίες του εδάφους, τη λάσπη και τις απόκρημνες και ολισθηρές ακτές, παίρνοντας με αυτόν τον τρόπο τον ποταμό. Οι Πέρσες έστειλαν το ιππικό τους να πλευροκοπήσει την κίνηση του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε το κενό που άφησε το περσικό ιππικό στην αντίπαλη παράταξη και εφόρμησε μέσα σε μια βροχή από βέλη. Στην αρχή επικράτησε υστερία.

Ο Αλέξανδρος δημιούργησε τελικά με δυσκολία προγεφύρωμα με επανειλημμένες προσπάθειες. Αυτό υπήρξε η σπουδαιότερη επιτυχία για την έκβαση της μάχης. Οι Έλληνες δυσκολεύτηκαν να περάσουν στην απέναντι όχθη, πλεονεκτούσαν επειδή ήταν μαθημένοι στη χρήση του μακριού δόρατος (σάρισα) ενώ οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν κοντό δόρυ. Ο Αλέξανδρος και ο Φιλώτας περνούσαν τον ποταμό, ενώ ταυτόχρονα ο Αμύντας επιτιθόταν. Φάλαγγες και Υπασπιστές διεκπεραιώνονταν στην απέναντι όχθη και πλευροκοπούσαν τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος τώρα επιτίθεται στους απροετοίμαστους Πέρσες. Παρά την εχθρική επίθεση το προγεφύρωμα δημιουργήθηκε και πλέον όλα τα τμήματα περνούσαν στην αντίπερα όχθη με ευκολία.

Η δεύτερη φάση της μάχης ξεκινά με τη φυγή του περσικού ιππικού. Στο σημείο αυτό εξέχουσες περσικές προσωπικότητες επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Αλέξανδρο, καθώς ήταν εύκολο να τον αναγνωρίσουν. Οι Πέρσες σατράπες με τους σωματοφύλακες τους επικεντρώθηκαν χωρίς επιτυχία στο φόνο του Αλέξανδρου.

Η μάχη ήταν τώρα περισσότερο ιππομαχία. Μόλις οι Μακεδόνες πέρασαν στην απέναντι όχθη φάνηκε η ανωτερότητα τους στην εκ του συστάδην μάχη. Ανωτερότητα σε όπλα και ικανότητες. Στη φάση αυτή οι Μακεδόνες υπερτερούσαν σε ανδρεία και πολεμική πείρα, ενώ είχαν μακρύτερα δόρατα. Ο Θάνατος επιφανών Περσών (Φαρνάκης-αδερφός συζύγου Δαρείου, Μιθροβουζάνης-Καππαδόκης ηγούμενος) έκαμψε το ηθικό τους και οι Πέρσες ιππείς άρχισαν να τρέπονται σε φυγή. Σχεδόν όλοι οι Πέρσες ευγενείς έπεσαν νεκροί. Οι φυγή του περσικού ιππικού γενικεύτηκε. Οι Θεσσαλείς ιππείς άρχισαν να διακρίνονται. Επιπρόσθετα οι Πέρσες πάθαιναν μεγάλες ζημιές και από τους ελαφρά οπλισμένους που είχαν αναμιχθεί με τους ιππείς.

Στόχος πλέον μετά τη φυγή του ιππικού ήταν το περσικό πεζικό που είχε μείνει αμέτοχο πίσω στην πεδιάδα. Οι Πέρσες ιππείς το είχαν αφήσει ακάλυπτο. Μετά τη γενική υποχώρηση του ιππικού τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο περικύκλωσης των Ελλήνων μισθοφόρων. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η κύκλωση του πεζικού και η εκμηδένιση του. Οι πεζοί ήταν περίπου 20.000 και το ηθικό τους ήταν πια καταρρακωμένο. Μόνο οι Έλληνες μισθοφόροι δεν τράπηκαν σε φυγή. Συμπτύχτηκαν σε ένα λόφο και ζητούσαν εγγυήσεις από τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος θυμωμένος παρά λογικευμένος και για τον πρόσθετο λόγο ότι είχε χάσει το άλογο του (δεν είχε ιππεύσει το Βουκεφάλα αλλά άλλο άλογο), και πληγωμένος στα πλευρά από ξίφος, όρμησε πρώτος εναντίων τους.

Η μακεδονική φάλαγγα πέρασε το ποτάμι και η μάχη μετατοπίστηκε στο διπλανό κάμπο. Είχε προηγηθεί ο αντιπερισπασμός του Αμύντα του Αραβαίου. Ο Αλέξανδρος επιτέθηκε με όλες τις δυνάμεις πεζικού και ιππικού κινούμενος πλάγια και στα νώτα τους. Προτίμησε να μην καταδιώξει το ιππικό αλλά το πεζικό, το οποίο απαρτιζόταν από Έλληνες μισθοφόρους (αυτό επειδή είχε να αντιμετωπίσει το έως τότε αμέτοχο πεζικό). Τους κατέσφαξε. Σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι εκτός από 2.000 που αιχμαλωτίστηκαν. Οι Βάρβαροι τράπηκαν σε φυγή…

Κίνδυνος.

Καθώς η μεγαλύτερη οξύτητα της μάχης συνεχιζόταν γύρω από τον Αλέξανδρο, οι Πέρσες τον κατάλαβαν από τη μικρή ασπίδα και το θαυμάσιο μεγάλο άσπρο λοφίο (φτερό). Η περιγραφή της μάχης γύρω από τον Αλέξανδρο από τον Αριανό είναι ομηρική.

Ο Μιθρηδάτης, γαμπρός του Δαρείου (είχε παντρευτεί μία από τις κόρες του), ο οποίος διακρινόταν για την ανδρεία του, σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη έλπισε πως με την ατομική του παλικαριά, η Ασία θα μπορούσε να απαλλαγεί από την απειλή και η περισσότερη τόλμη του Αλεξάνδρου να καταλυθεί από τα ίδια του τα χέρια, ο Πέρσης νόμισε πως οι Θεοί του χάρισαν αυτήν την μονομαχία. Όρμησε στη γραμμή των Μακεδόνων με μια μεγάλη μονάδα ιππικού, περιστοιχισμένος από 40 συντρόφους του σε σφηνοειδή παράταξη, περπατώντας έφιππος μπροστά από αυτούς. Επρόκειτο για βασιλικούς συγγενείς που διακρίνονταν για την παλικαριά τους. Ο Μιθριδάτης άσκησε μεγάλη πίεση με την ακάθεκτη ορμή του, καθώς άλλους σκότωνε και άλλους τραυμάτιζε. Η δύναμη αυτή κρίθηκε επικίνδυνη από τον Αλέξανδρο και εκείνος έστρεψε το άλογο προς το σατράπη και ίππευσε κατά πάνω του. Ο Πέρσης ευγενής έριξε το ακόντιο του στον Αλέξανδρο το οποίο διαπέρασε την πτυχή του θώρακα(τρύπησε την ασπίδα, τη δεξιά επωμίδα και πέρασε μέσα από το θώρακα). Ο Αλέξανδρος έσπασε το βέλος, σπιρούνισε το άλογο του και κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στο πρόσωπο του σατράπη. Το δόρυ του Αλέξανδρου είχε σπάσει και τότε ζήτησε άλλο δόρυ από τους σωματοφύλακες, συγκεκριμένα από τον αναβολέα (ιπποκόμο) των βασιλικών Αρέτη, αλλά έσπασε και εκείνο. Ενώ η λόγχη του Αλέξανδρου ήταν σπασμένη ο Κορίνθιος Δημάρατος (ήταν εκείνος που είχε συμβιβάσει τη διαμάχη του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου) του έδωσε το δικό του πριν προλάβει να το πάρει ο Σπιθριδάτης, που ακολουθούσε τον Μιθριδάτη.

Ο Αλέξανδρος δέχτηκε επιθέσεις από όλες τις πλευρές. Παρά λίγο να σκοτωθεί από τον Σπιθριδάτη και από το Ροσάκη (επικεφαλής των Περσών). Ο Πέρσης διοικητής Ροζάκης χτύπησε τον Αλέξανδρο με τσεκούρι στο κράνος του. Το χτύπημα έσκισε το κράνος του Αλέξανδρου και τον πήρε ελαφρά στο δέρμα. Ο Αλέξανδρος έκανε έναν κύκλο, τον έριξε από το άλογο στο έδαφος και του κάρφωσε το δόρυ στο θώρακα.

Οι συγγενείς συσπειρώθηκαν γύρω από τον Αλέξανδρο και το Μιθριδάτη, ακοντίζοντας εναντίων του Αλέξανδρου. Ο Σπιθριδάτης εντωμεταξύ βρισκόταν πίσω από τον Αλέξανδρο και σήκωσε το τσεκούρι να τον σκοτώσει. Ο Κλείτος όμως του έκοψε το χέρι (από το βραχίονα) που κρατούσε το τσεκούρι. Τότε οι Πέρσες εξαγριώθηκαν και έπεσαν πάνω στον Αλέξανδρο και του κατάφεραν πολλά χτυπήματα. Έπειτα οι Πέρσες υπέμεναν κάθε κίνδυνο, μαχόμενοι εκ του συστάδειν, προκειμένου να σκοτώσουν το βασιλιά. Ο Αλέξανδρος όμως κατάφερε να γλιτώσει. Εκτεθειμένος σε κάθε κίνδυνο έμεινε ανίκητος από το πλήθος του εχθρού αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Σκοτώθηκαν τρεις Πέρσες διοικητές αφήνοντας ακέφαλα τα τμήματα που διοικούσαν. Μετά το θάνατο των Περσών αξιωματούχων τα περσικά τμήματα νικήθηκαν από τους Μακεδόνες.

Μια νίκη καθαρά ελληνική.

Για τον Αλέξανδρο μια άμεση νίκη ήταν απαραίτητη, καθώς ήταν σε δύσκολη θέση λόγω έλλειψης χρημάτων. Ο μόνος ο οποίος είχε αντιληφθεί τη δύσκολη θέση του ήταν ο Μέμνονας. Ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε ότι οδηγούσε την Ελλάδα έναντι της Ανατολής και πως σ’ αυτόν τον αγώνα αναμετρώνται οι δυνάμεις Δύσης-Ανατολής.

Η μάχη ήταν καθαρά ελληνική και ο Αλέξανδρος δεν έκανε καμιά αναφορά σε Μακεδόνες. Μετά το Γρανικό διακήρυττε ότι η νίκη ήταν καθαρά έργο ελληνικό κάτι το οποίο δεν προκαλούσε καμία δυσαρέσκεια στους Μακεδόνες, παρά το γεγονός ότι προσέφεραν τα περισσότερα. Μια τέτοια δυσαρέσκεια ο Αλέξανδρος θα τη λάμβανε υπόψη επειδή στηριζόταν σ’ αυτούς.

Η συνεργασία Ελλήνων-Μακεδόνων αποτυπώθηκε στην επιγραφή: «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων» Η επιγραφή αναγράφηκε πάνω σε 300 πανοπλίες που έστειλε στην Αθήνα και τοποθετήθηκαν στο ανατολικό περιστύλιο του Παρθενώνα. Σύμφωνα με τον Καργάκο κατέδειξε τον πανελλήνιο χαρακτήρα της εκστρατείας και απομόνωσε ηθικά τη Σπάρτη.

Στην Ολυμπιάδα έστειλε πολύτιμα αντικείμενα ως λάφυρα, τα οποία βρέθηκαν στο εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο των Περσών (ήταν γεμάτο από αυτά).Ο Λύσιππος φιλοτέχνησε μνημείο για τους πεσόντες στη μάχη (25 χάλκινους ιππείς, μεταξύ τους και ο Αλέξανδρος), το οποίο στάλθηκε στο Δίον, ενώ το 164 π.Χ. μεταφέρθηκε από το Μάτελο στη Ρώμη.

Απώλειες.

Σύμφωνα με τον Αρριανό οι Πέρσες μέτρησαν 20.000 νεκρούς. Κατά τη μάχη έπεσαν νεκροί συγγενείς του Δαρείου και άλλοι ονομαστοί Πέρσες. Ο Αλέξανδρος μερίμνησε ώστε να γίνει η ταφή των σκοτωμένων Περσών με αξιοπρέπεια, κάτι το οποίο δεν έπραξε με τα πτώματα των Ελλήνων μισθοφόρων.

Οι απώλειες των Ελλήνων ίσως να ήταν πολλαπλάσιες, εξαιτίας της κατά μέτωπο επίθεσης στις όχθες. Ο πραγματικός τους αριθμός πιθανόν να κρύφτηκε για λόγους προπαγάνδας. Οι νεκροί Μακεδόνες τάφηκαν με τιμές, ενώ ο ίδιος ο Αλέξανδρος διέταξε να δώσουν συντάξεις στις οικογένειες τους, διατάσσοντας ταυτόχρονα να απαλλαχθούν οι γονείς και τα παιδιά των πεσόντων από κάθε φόρο. Παράλληλα, επισκέφτηκε τους τραυματίες, τους επαίνεσε και τους παρηγόρησε.

Οι αιχμάλωτοι.

Σύμφωνα πάλι με τον Αρριανό, αιχμαλωτίστηκαν περίπου 2.000 Έλληνες κυρίως. Οι Έλληνες πριν παραδοθούν ζήτησαν συνθηκολόγηση, ο Αλέξανδρος όμως δε δέχτηκε και επιτέθηκε εναντίων τους. Οι αιχμάλωτοι είχαν διαπράξει ύβρη, επειδή πολέμησαν ως Έλληνες εναντίων Ελλήνων. Θα τους έστελνε ως δούλους στη Μακεδονία, θα πήγαιναν για καταναγκαστικές αγροτικές εργασίες. Με αυτήν την κίνηση ο Αλέξανδρος έδωσε μήνυμα σε όλους τους Έλληνες μισθοφόρους των Περσών τι τους περιμένει. Οι Έλληνες μισθοφόροι σταδιακά κατάλαβαν ότι είναι προτιμότερο να τα βρουν με τον Αλέξανδρο παρά να τον πολεμούν, όπως έκαναν αρχικά.

Η τελική αποτίμηση της μάχης.

Η μάχη του Γρανικού ποταμού έγινε προπομπός για την κατάκτηση της Μικράς Ασίας. Έκτοτε η Μικρά Ασία παρέμεινε ελληνική έως τον 11ο αιώνα που ήρθαν οι Τούρκοι. Επρόκειτο για μια μεγάλη νίκη επί ενός γενναίου αντιπάλου και ειδικά του περσικού ιππικού. Η νίκη δηλαδή είχε μεγάλη αξία εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Αλέξανδρος επιτέθηκε επί εξαιρετικά γενναίων αντιπάλων.

Μετά το Γρανικό άρχισε να χτίζεται η φήμη περί αήττητου του Αλέξανδρου. Το προσωπικό του γόητρο ανέβηκε στα ύψη και πέρασε απαρατήρητο ότι δε χρησιμοποίησε καμία τακτική. Ο πόλεμος βρισκόταν στην ηρωική του ακόμη φάση, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μαχών διεξαγόταν με τη μορφή μονομαχιών μεταξύ ηρώων. Ανάμεσα στα λάθη των Ελλήνων ήταν και το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος επιτέθηκε αυτοπροσώπως σαν ομηρικός ήρωας με το ιππικό και όχι με τη φάλαγγα η οποία θα μπορούσε να σαρώσει τους Πέρσες. Εδώ τα μακεδονικά ακόντια από κρανιά αποδείχθηκαν περισσότερο ισχυρά από τα περσικά που ήταν από απλό ξύλο.

Η μάχη υπήρξε δραματική. Ο Αλέξανδρος έκανε αντιπερισπασμό και ακινητοποίησε τον περσικό στρατό. Έβαλε τον Αμύντα με τους ιππείς να κάνει παραπλανητική επίθεση, δεν επιτέθηκε με τακτική ευθείας βολής, πέρασε το ποτάμι από προκαθορισμένο σημείο (Καργάκος). Έδωσε εντολή στον Πτολεμαίο να επιτεθεί ταχύτατα στους Πέρσες και έτσι πέρασε το ποτάμι. Εκ του αποτελέσματος έγιναν όλα καλά.

Οι Πέρσες μετά τη μάχη θεώρησαν ότι η τύχη ήταν αυτή που έδωσε τη νίκη στους Μακεδόνες. Το σχέδιο τους ήταν γενναίο και η επιλογή της τοποθεσίας για τη μάχη εξαιρετική. Υπήρξαν ανίκανοι ή μισούσαν το Μέμνονα ή και τα δύο. Τελικά παραδέχτηκαν ότι έπρεπε να είχαν ακούσει το Μέμνονα. Ο Μέμνονας κατανόησε τη στρατηγική σημασία της διάλυσης του μακεδονικού στόλου και παρουσίασε ένα ευφυές σχέδιο αποκοπής του Αλεξάνδρου από την Ευρώπη. Ο αριστοκρατικός κώδικας των Περσών δεν επέτρεπε την αποχώρηση από την περιοχή χωρίς μάχη.

Οι Πέρσες χρησιμοποίησαν κυρίως το ιππικό. Το ελληνικό ιππικό υπήρξε υποδεέστερο αριθμητικά και μικρότερο αριθμητικά από το περσικό, ήταν όμως πιο εκγυμνασμένο και με καλύτερη δομή και οπλισμό. Κατά την κρίσιμη διάβαση του ποταμού δε χρησιμοποίησαν το πεζικό και άφησαν μόνο του το υπέρτερο ιππικό απέναντι από τον Αλέξανδρο στο κέντρο της παράταξης τους με συνέπεια να το αδυνατίσουν. Είναι βέβαιο ότι υποτίμησαν τις ηγετικές ικανότητες του Αλεξάνδρου στέλνοντας περισσότερο ιππικό απέναντι του. Έβαλαν μπροστά το ιππικό καθιστώντας το έτσι στατικό χωρίς περιθώρια ελιγμού και πίσω από ένα λόφο το πεζικό. Η τοποθέτηση του πεζικού ως εφεδρεία έδινε όμως τη δυνατότητα στο ιππικό να οπισθοχωρήσει και να ενωθεί πίσω από το πεζικό. Κάτι τέτοιο θεωρήθηκε δικαιολογημένο αφού στόχος τους ήταν ο θάνατος του Αλεξάνδρου αλλά και πιθανότατα δεν εμπιστεύονταν τους Έλληνες μισθοφόρους. Οι Πέρσες τελικά δεν κατάφεραν να παρασύρουν τους Έλληνες σε πολύωρη μάχη στις ακτές επειδή η γρήγορη διάβαση τους χάλασε τα σχέδια. Η απόφαση των Περσών για αμυντική τακτική χωρίς τη χρήση πεζικού ήταν δικαιολογημένη για τους λόγους που προανέφερα (θάνατος Αλεξάνδρου και έλλειψη εμπιστοσύνης στους Έλληνες).

Το ηθικό των Περσών είχε καταρρακωθεί. Η νίκη στο Γρανικό ήταν μια νίκη όμως επί προκεχωρημένης φρουράς. Ο κύριος περσικός στρατός παρέμενε ανέπαφος στην Ανατολή…

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Μοίρασε το άρθρο!