Η ιστορία πίσω από το θρυλικό φωτογραφείο Κούνιο αποκαλύπτει τα ένοχα μυστικά της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη ήταν «η Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» πριν τον πόλεμο. Μία από τις παλαιότερες εβραϊκές οικογένειες της πόλης είναι η οικογένεια Κούνιο, που διατηρεί φωτογραφείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης εδώ και 108 χρόνια. Ένα studio που καθόρισε την πορεία της φωτογραφίας όσο λίγα και κουβαλάει μία συγκλονιστική ιστορία.

Γράφει η Ασημίνα Τούνα

Ο Χάιντς Ντάριο Κούνιο από την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης είναι 97 ετών κι ένας εκ των δύο τελευταίων επιζώντων του Άουσβιτς που ζουν σήμερα στην Ελλάδα. Ήταν επιβάτης στο πρώτο βαγόνι που έφυγε για το Άουσβιτς, μόλις 15 ετών και όταν απελευθερώθηκε από τους Αμερικανούς, ζύγιζε μόλις 33 κιλά, ενώ με το ζόρι μπορούσε να σταθεί όρθιος.

Το 1917 ο πατέρα του Χάιντς, ο Σαλβατώρ Κούνιο έστησε το στούντιο του στο νούμερο 24 της οδού Κομνηνών στη Θεσσαλονίκη και στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του γράφτηκε ένα σπουδαίο κομμάτι της ιστορίας της φωτογραφίας. Ταυτόχρονα, όμως, διαμόρφωσε ενεργά κι ένα ουσιαστικό μνημονικό τοπίο της πόλης, διατηρώντας έως σήμερα την ορατότητα των ίδιων των ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στη Θεσσαλονίκη, το αποτύπωμα μιας ιστορίας έντονων συναισθημάτων, πολέμου, φόβου, εξόντωσης και ξεριζωμού. Της συγκλονιστικής ιστορίας της εξολόθρευσης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.

Ένα όνομα συνώνυμο με τη φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη

Η οικογένεια Κούνιο εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 15ου αιώνα μετά τους διωγμούς των Εβραίων στην Ισπανία. Όπως και οι περισσότεροι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, έχουν ρίζες από την Ισπανία, από όπου η μισαλλοδοξία των καθολικών τον 14ο αιώνα τους οδήγησε στο φιλόξενο λιμάνι του Θερμαϊκού.

Ο Χάιντς γεννήθηκε το 1927 στη λουτρόπολη του Κάρλοβι Βάρι, στη γερμανόφωνη περιοχή της πρώην Τσεχοσλοβακίας, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Η οικογένεια είχε ήδη μια κόρη ενός έτους και όλοι μαζί ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, λίγο καιρό μετά τη γέννηση του αγοριού.

Ο πατέρας, Σαλβατώρ Κούνιο, άνοιξε το 1917 κατάστημα φωτογραφικών ειδών στην οδό Κομνηνών. Έχοντας την αντιπροσωπεία προϊόντων της Kodak (μηχανές, φιλμ, χημικά για την εμφάνιση των φιλμ και φωτογραφικό χαρτί) και εξυπηρετώντας συστηματικά τους ερασιτέχνες φωτογράφους, αναδείχθηκε στο σημαντικότερο κατάστημα του είδους στη Θεσσαλονίκη. Πολλές φωτογραφίες που διασώθηκαν από την προπολεμική περίοδο, μάλιστα, έχουν τυπωθεί στο κατάστημα Κούνιο.

Ο Σαλβατώρ Κούνιο με τη διορατικότητα και με το εμπορικό του πνεύμα, με κινήσεις πρωτόγνωρες για την εποχή, κάνει το όνομά του συνώνυμο με τη φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο κατάστημα λειτούργησε στη γωνία Κομνηνών και Τσιμισκή και στη συνέχεια στεγάστηκε από το 1919 στην οδό Βενιζέλου 15, σχεδόν γωνία με την οδό Βασιλέως Ηρακλείου όπου και παρέμεινε για 92 χρόνια.

Το φωτογραφείο Κούνιο ήταν το μεγαλύτερο στα Βαλκάνια. Δίπλα του βρισκόταν το κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων Βιτάλ Κοέν. Την δεκαετία του 1930, ο Σαλβατόρ Κούνιο συνεργάστηκε με την εφημερίδα Μακεδονία και προσέφερε κουπόνια αγοράς μηχανών Kodak, διαθέτοντας με αυτό τον τρόπο 25.000 φωτογραφικές μηχανές στους κατοίκους της πόλης. Επίσης, είναι ο μόνος που διέθετε τις φημισμένες φωτογραφικές μηχανές Leica και Rollei – όνειρα και εργαλεία δουλειάς κάθε επαγγελματία φωτογράφου.

Οι απόγονοι του Σαλβατώρ Κούνιο λειτουργούν ακόμα και σήμερα το κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Κομνηνών. Ο παππούς Σαλβατώρ ερωτεύτηκε τη φωτογραφία σε επίπεδο τέχνης και με την αγάπη αυτή εμπότισε τα παιδιά και τα εγγόνια του. Κι αυτά με τη σειρά τους τα δισέγγονά του.

Τα τρένα του θανάτου: Θεσσαλονίκη – Άουσβιτς, 1943

Η οικογένεια Κούνιο κατοικούσε σε μια παραθαλάσσια μονοκατοικία, στην περιοχή Αλλατίνη. Κατοικούσαν στην αρχή του δρόμου των Εξοχών, στο ίδιο σημείο που βρίσκεται το σημερινό σπίτι της οικογένειας. Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο ήταν ανέφελα. Στη Θεσσαλονίκη ανθούσε το εμπόριο και η εβραϊκή κοινότητα ήταν το πιο ζωντανό της κομμάτι, αριθμώντας περισσότερους κατοίκους από τον μισό πληθυσμό της πόλης.

Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης είναι απ’ τις πιο παλιές της Ευρώπης. Ιδιαίτερα μετά το 1492 και την εκδίωξη των σεφαραδιτών Εβραίων από την Ισπανία, η κοινότητα της Θεσσαλονίκης αυξήθηκε. Πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατοικούσαν περίπου 45.000 Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη και αποτελούσαν τα δύο τρίτα του συνολικού πληθυσμού.

Το «Μαύρο Σάββατο» του Ιουλίου του 1942 τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της «Τελικής Λύσης», που έμελλε να οδηγήσει στον εκτοπισμό και την εξόντωση της συντριπτικής πλειονότητας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.
Η μαζική εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ένα θέμα ταμπού που πλέον αριθμεί κάποια σημαντικά επιστημονικά βιβλία και πολύτιμες μαρτυρίες που βρίσκουν διαρκώς τον δρόμο τους προς το φως.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1943 οι νόμοι της Νυρεμβέργης εφαρμόστηκαν και στην Ελλάδα. Έγινε υποχρεωτικό να φοράνε οι Εβραίοι το κίτρινο αστέρι και εμφανίστηκαν στα καταστήματα πινακίδες που έγραφαν «Juden Unerwunsht» (ανεπιθύμητοι Εβραίοι). Άρχισαν να δημιουργούνται γκέτο, γειτονιές οι οποίες άδειαζαν από χριστιανικό πληθυσμό για να συγκεντρωθούν εβραϊκές οικογένειες που εξαναγκάζονταν να νοικιάσουν εκεί νέα στέγη.

Η οικογένεια Κούνιο βρέθηκε στο γκέτο του βαρόνου Χιρς στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ζούσαν κυρίως οικογένειες εργατών. Ο πατέρας του Χάιντς είχε δώσει το κατάστημα σε έναν μεσεγγυούχο, χριστιανό συνεργάτη του. Αυτό απαγορευόταν, είπαν οι Γερμανοί και με αυτή την αφορμή όλη η οικογένεια βρέθηκε στην πρώτη αποστολή για το Άουσβιτς.

Το γιατί η αλληλεγγύη αυτή μεταξύ εβραϊκού και χριστιανικού στοιχείου εξανεμίστηκε μετά την Κατοχή, εκτός από εξαιρέσεις, είναι ένα μεγάλο θέμα.
Ζευγάρια μπροστά σε καπνοπωλείο. Η εβραϊκή κοινότητα ήταν η δυναμικότερη στη Θεσσαλονίκη.

Τα εφιαλτικά βιώματα και ο Γολγοθάς ενός έγκλειστου στα ναζιστικά στρατόπεδα των βασανισμών και του θανάτου

Στις 15 Μαρτίου του 1943 οι Γερμανοί σήκωσαν μεσάνυχτα από τα κρεβάτια τους περίπου 2.500 Εβραίους της πόλης και τους διέταξαν να είναι έτοιμοι έως τις 4 το πρωί. Στη συνέχεια, συγκέντρωσαν τον κόσμο σε ένα μικρό στρατόπεδο του βαρόνου Χιρς, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης – ανάμεσά τους και η οικογένεια του 16χρονου Κούνιο. Έμειναν όρθιοι, στοιχισμένοι σε πεντάδες. Οι Ναζί τους έλεγαν ότι θα μεταφέρονταν κάπου στη Σιλεσία. Μπήκαν σε εμπορικά βαγόνια, 80 άτομα στο καθένα. Σε κάθε βαγόνι βάλανε δύο στρατιώτες κι ένα καζάνι με φαγητό.

Η πρώτη αποστολή έφτασε μετά από έξι μέρες στο Μπίρκεναου, περίχωρο του Άουσβιτς, στη γερμανική επαρχία επί πολωνικού εδάφους. Οι Εβραίοι μιλούσαν σεφαραδίτικα (ισπανο-εβραϊκά) και δεν καταλάβαιναν τις εντολές των Γερμανών. Τους φώναζαν να κατέβουν από το τρένο, εκείνοι δεν κουνιούνταν και τους κλωτσούσαν στο κεφάλι – πολλούς τους σκότωσαν με περίστροφο. Αυτά έκαναν οι Totenkopf Brigade, τα Τάγματα Εφόδου των Ες-Ες, που είχαν στο κράνος μια νεκροκεφαλή.

Όταν σκότωσαν αρκετούς στη ράμπα, αντιλήφθηκαν πως δεν γνώριζαν γερμανικά. Ρώτησαν αν μιλά κάποιος τη γλώσσα και τότε, βγήκαν μπροστά οι τέσσερις της οικογένειας Κούνιο που γνώριζαν τη γλώσσα, λόγω καταγωγής της μητέρας Χέλα Ματαλών. «Εσείς θα είστε διερμηνείς» είπαν. Και αυτό τους έσωσε.

«Arbeit macht frei», δηλαδή, «Η εργασία απελευθερώνει»: Η διαβόητη επιγραφή σε «καλωσορίζει» στον τόπο μαρτυρίου και αφανισμού εκατομμυρίων ψυχών, όπως ακριβώς συνέβη στις 14 Ιουνίου του 1940, όταν για πρώτη φορά 728 Πολωνοί, πολιτικοί κρατούμενοι, μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς.
Το χημικό Zyklon B αποτέλεσε το μέσο εξόντωσης ενός εκατομμυρίου ανθρώπων περίπου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου.

Δε διάλεγαν στην τύχη. Ζητούσαν να βγουν στη γραμμή μπροστά όσοι μπορούσαν να δουλέψουν. Από κάθε αποστολή, άλλες φορές ξεχώριζαν 80 άτομα και άλλοτε 120, που ήταν το μάξιμουμ. Αυτοί έμπαιναν στο στρατόπεδο. Όλους τους υπόλοιπους τους έβαζαν σε μία πρόχειρη γραμμή και μέσα σε δύο ώρες τους είχαν κάψει. Γίνονταν οι άνθρωποι καπνός και στάχτη. Και ανέβαινε, ανέβαινε ο καπνός ψηλά και μέσα του είχε τις ψυχές των ανθρώπων.

Όσους δεν έστειλαν την ίδια ώρα στα κρεματόρια – γέρους, αδύναμους, ανάπηρους – τους έβαλαν στη σειρά για να τους στιγματίσουν. Ήταν ένας Τσεχοσλοβάκος, που βουτούσε δύο βελόνες στο μελάνι και κεντούσε τον αριθμό στο αριστερό χέρι των Εβραίων. Ο Χάιντς Κούνιο έφερε το σημάδι «Αριθμός 109565. Κρατούμενος 109565».

Στο Άουσβιτς έβρεχε πάντοτε. Και με γαλάζιο ουρανό και τη νύχτα με ξαστεριά. Έβρεχε νιφάδες από στάχτη ανθρώπων. Πέντε θάλαμοι αερίων και πέντε κρεματόρια. Εργοστάσια θανάτου, που στο ζενίθ έκαιγαν ως και 2.000 σκελετωμένα άτομα την ημέρα. Αργότερα, γίνονταν τόσες πολλές δολοφονίες που δεν χωρούσαν οι θάλαμοι. Πυροβολούσαν τους κρατούμενους ή τους απαγχόνιζαν κι έπειτα τους έκαιγαν σε μεγάλους λάκκους. Η τελευταία μαζική εκτέλεση έγινε 19 μέρες πριν την απελευθέρωση του Άουσβιτς.

Μαζική παραγωγή νεκρών. Όσοι δεν ήταν δυνατοί για δουλειά, είχαν μωρό στην αγκαλιά ή βαστούσαν άρρωστο, θανατώνονταν. Η επιλογή, selektion στα γερμανικά, γινόταν στα τυφλά. Ένα καθημερινό μαύρο παιχνίδι τύχης.

Ο πατέρας του Κούνιο κούτσαινε, όμως σηκωνόταν στις μύτες για να μην αποκαλυφθεί η αναπηρία του. Ο ίδιος και ο πατέρας του έμειναν μέχρι το τέλος στο κεντρικό στρατόπεδο του Άουσβιτς. Έραβαν σε μηχανές στολές των Ες-Ες και διόρθωναν τα κουρέλια των κρατούμενων.

23 άτομα της οικογένειάς του και 23 μέλη της οικογένειας της μετέπειτα συζύγου του δολοφονήθηκαν κατά την άφιξή τους στα κρεματόρια του Μπίρκεναου. Ο ίδιος, υποφέροντας φρικτές συνθήκες διαβίωσης, εργάστηκε σαν σκλάβος για 27 μήνες σ’ αυτό, καθώς και σε άλλα στρατόπεδα που κατασκευάστηκαν από την ναζιστική μηχανή.

Ο Σαλβατώρ Κούνιο, συνέχισε μαζί με ένα Αμερικάνο αξιωματικό την περιοδεία του και σε άλλα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην περιοχή, αποτυπώνοντας με τον φακό του τη φρίκη. Στη συνέχεια σε επαφή με τον Ερυθρό Σταυρό, βοήθησε στην οργάνωση της επιστροφής των Ελλήνων κρατουμένων στην Ελλάδα (φωτογραφία αρχείου Σαλβατόρ Κούνιο)

Τον Ιανουάριο του 1945 είχε ξεκινήσει η οπισθοχώρηση των Γερμανών. Τα μάτια του Κούνιο φωτίζονται. Το Άουσβιτς εκκενώθηκε και ξεκίνησε η περιβόητη Πορεία του Θανάτου προς τα μετόπισθεν. Σκελετωμένοι κρατούμενοι βάδιζαν για μέρες. Όποιος έπεφτε και δεν σηκωνόταν, τον αποτελείωναν. Πατέρας και γιος Κούνιο έφτασαν στις φυλακές του Ματχάουζεν στην Αυστρία και από εκεί επιβιβάστηκαν στο τρένο για τον τελευταίο σταθμό, το Έμπενζε (που σημαίνει απάνεμη λίμνη), ένα χωριουδάκι χωμένο στις Άλπεις, όπου κρατούνταν και πολλοί Έλληνες αντιστασιακοί.

Οι Αμερικανοί μπήκαν στο Έμπενζε στις 9 Μαΐου, δύο μέρες μετά τη λήξη του πολέμου. Ο Χάιντς Κούνιο έφτασε 33 κιλά, ετοιμοθάνατος, πιάστηκε από τη ζώνη άλλου κρατούμενου για να συρθεί ως την πύλη και να δει το πρώτο άγημα να μπαίνει στο στρατόπεδο. Εκεί, έμειναν με τον πατέρα του για ακόμη δύο μήνες και έπειτα επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη μέσω Ιταλίας. Η μητέρα του Χέλα και η αδερφή του η Έρικα, γύρισαν λίγο καιρό αργότερα, μέσω Βελιγραδίου.

Σε πρώτο πλάνο, ο όρθιος γυμνός άνδρας είναι ο Χάιντς Κούνιο την ημέρα της απελευθέρωσής του, πριν τον πλύνουν και τον απολυμάνουν οι κάτοικοι κοντινού χωριού. Τη φωτογραφία τράβηξε ο πατέρας του Σαλβατώρ στο στρατόπεδο του Έμπενζεε στην Αυστρία (φωτογραφία αρχείου Σαλβατώρ Κούνιο)

Οι Κούνιο ήταν από τις ελάχιστες οικογένειες που σώθηκαν όλοι. Κατάφεραν να σωθούν κυρίως χάρις στην άπταιστη γνώση της γερμανικής γλώσσας, υπομένοντας επί δύο χρόνια τα δεινά της απάνθρωπης ναζιστικής μηχανής θανάτου. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Έζησα τον θάνατο«, ο Χάιντς Κούνιο κατέγραψε τον ζόφο του Ολοκαυτώματος, όπως ο ίδιος τον βίωσε.

Το ημερολόγιο του νεαρού Κούνιο στο οποίο κατέγραψε όσα γίνονταν στο στρατόπεδο. Πάνω στις σημειώσεις του βασίστηκε το βιβλίο του «Έζησα τον θάνατο». Η μεταλλική ταυτότητα έχει τον αριθμό που του έδωσαν οι Ναζί στο στρατόπεδο του Έμπενζε, ο οποίος ήταν διαφορετικός από αυτόν που του έδωσαν στο Άουσβιτς.

Η επιστροφή της οικογένειας Κούνιο στη Θεσσαλονίκη

Μετά το τέλος του πολέμου το 1945, η οικογένειά του ήταν από τις λίγες που επέστρεψαν ζωντανές στη Θεσσαλονίκη από τα στρατόπεδα εξόντωσης. Ο ίδιος ασχολήθηκε με την οικογενειακή επιχείρηση με τα φωτογραφικά είδη, ενώ το κατάστημά του υπάρχει ακόμη και σήμερα στην οδό Κομνηνών.

Η εβραϊκή οικογένεια βρήκε τη Θεσσαλονίκη έρημη. Το κατάστημα ήταν λεηλατημένο. Ο μεσεγγυούχος τους το παρέδωσε με ό,τι εμπορεύματα είχαν απομείνει, δεν ήταν δωσίλογος. Στο σπίτι τους βρήκαν πρόσφυγες από τα γύρω χωριά, που έμειναν εκεί μέχρι να αποκατασταθούν. Οι συναγωγές και τα νεκροταφεία ισοπεδωμένα. Κάποιοι άλλοι Εβραίοι ήταν λιγότερο τυχεροί. Το βιός τους είχε λεηλατηθεί και μεσεγγυούχοι είχαν θησαυρίσει με τις εβραϊκές περιουσίες. Οι πικρές αναμνήσεις και η δύσκολη οικονομική κατάσταση στη μεταπολεμική Ελλάδα, ανάγκασε πολλούς από τους Εβραίους επιζώντες να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη και να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αμερικανοί στρατιώτες στο στρατόπεδο εργασίας Έμπενζε στην Αυστρία. Μόλις απελευθέρωσαν τον πατέρα του Χάιντς, Σαλβατόρ Κούνιο, του έδωσαν μία φωτογραφική μηχανή για να τραβήξει ό,τι έβλεπε γύρω του (φωτογραφία αρχείου Σαλβατόρ Κούνιο)

Όταν οι Κούνιο γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πολλοί φωτογράφοι Θεσσαλονικείς έσπευσαν να επιστρέψουν τις φωτογραφικές μηχανές που η οικογένεια τους είχε εμπιστευθεί προς φύλαξη. Η τεχνολογία ήταν πλέον παρωχημένη, όχι όμως και το εμπορικό πνεύμα του Σαλβατώρ Κούνιο, που ξαναέστησε την επιχείρηση από την αρχή.

Το 1945 έρχεται δίπλα του και ο δεκαεπτάχρονος γιος του Χάιντς που σπουδάζει στην Αγγλία και στην Kodak στην Αμερική και το 1962 βλέπει το μέλλον στην στιγμιαία φωτογραφία της Polaroid. Το 1967, μάλιστα, ιδρύεται η ΣΑΛΚΟΦΩΤ από τα αρχικά Σαλβατώρ Κούνιο Φωτογραφικά.

Ο Χάιντς χαρισματικός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, έριξε το επιχειρηματικό βάρος στο χονδρικό εμπόριο και ζωντάνεψε το κατάστημα με τα φωτογραφικά είδη, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Παντρεύτηκε το 1953 τη σύζυγό του Σέλλη, η οικογένεια της οποίας φυγαδεύτηκε τα χρόνια της Κατοχής στην Αθήνα με πλαστά έγγραφα. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά (Τόρις, Σόλων, Χέλα και Ρεγγίνα) και οκτώ εγγόνια. Ξαναπήγε στο Άουσβιτς το 1953 κι έκτοτε αρκετές φορές με αποστολές της Ισραηλίτικης Κοινότητας.

Οι απόγονοι του Σαλβατώρ Κούνιο λειτουργούν ακόμα και σήμερα το κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Κομνηνών. Ο παππούς Σαλβατώρ ερωτεύτηκε τη φωτογραφία σε επίπεδο τέχνης και με την αγάπη αυτή εμπότισε τα παιδιά και τα εγγόνια του. Κι αυτά με τη σειρά τους τα δισέγγονά του.

Τα αγόρια του Χάιντς κατά τη διάρκεια των σπουδών τους είχανε ήδη μπει στην οικογενειακή επιχείρηση με αρμοδιότητες και στα τέλη του ʼ79 διέγνωσαν την ανάγκη ανανέωσης της εταιρείας. Το πνεύμα της οικογένειας όμως παρέμεινε δυνατό, αφού είχε ανταπεξέλθει στις δυσκολίες και έτσι, άντεξε στην προσαρμογή. Η εταιρεία γίνεται αντιπρόσωπος της Manfrotto, της Phase 1, της Vanguard.

Το 1997 η Pentax αναζητούσε αντιπρόσωπο για την Ελλάδα, καθώς το μερίδιό της είχε πέσει πολύ χαμηλά. Έως το 1980, την αντιπροσωπεία την είχε ο Χάιντς Κούνιο. Την πρόκληση να την πάρουν πίσω, τα παιδιά του την είδαν σαν μία καλή ευκαιρία να αποδείξουν ότι ήταν γαλουχημένοι για τα δύσκολα και τις ανατροπές. Με επιτυχημένες κινήσεις κατάφεραν, λοιπόν, μέσα σε λίγα χρόνια η Pentax να έχει σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά.

Το κατάστημα της οικογένειας Κούνιο εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της πόλης, στην οδό Κομνηνών. Εκεί όπου πρωτo – ξεκίνησε το ταξίδι του, με «μπροστάρη»  πλέον, τον Σόλων, τον γιο του Χάιντς Κούνιο. Συνεχίζει να γράφει τη δική του επιχειρηματική και φωτογραφική ιστορία, να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο γνωστά φωτογραφεία της πόλης και όχι μόνο, ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως πολυχώρος εικόνας, πραγματοποιώντας συνεχώς σεμινάρια – μαθήματα και εκθέσεις φωτογραφίας.

Η ιστορική μνήμη σε μια πόλη η οποία, θάβοντας το παρελθόν της, έχασε ταυτόχρονα και την ταυτότητά της

Η πόλη κρύβει ένοχα μυστικά κι εάν υπάρχει ένα μελανό σημείο στο χάρτη της ελληνικής Ιστορίας, αυτό βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και αφορά τη μαζική εξόντωση των Εβραίων της πόλης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ένα θέμα ταμπού, μια μαύρη σελίδα που παρέμενε κρυμμένη στο αμαρτωλό ασυνείδητο των ελληνικών αφηγήσεων, αλλά πλέον αριθμεί κάποια σημαντικά επιστημονικά βιβλία και πολύτιμες μαρτυρίες που βρίσκουν διαρκώς τον δρόμο τους προς το φως.

Ολόκληρες οι εβραϊκές συνοικίες, τα αμέτρητα σπίτια και μαγαζιά, οι συναγωγές και οι τόποι συγκέντρωσης της εβραϊκής κοινότητας, είναι μέρη που έμειναν άδεια και λεηλατημένα, υφαρπαγμένα από τους χριστιανούς Θεσσαλονικείς, μέχρι να τα καταστρέψει τελειωτικά η μπουλντόζα της λήθης και του εκσυγχρονισμού μετά τη δεκαετία του 1960.

Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, 1917.

Από τους 46.000 Θεσσαλονικείς Εβραίους που στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέζησαν μόνο 1.950. Πολλοί από τους ανθρώπους που γλίτωσαν από τη γενοκτονία απέφυγαν στα χρόνια που ακολούθησαν να μιλήσουν για τα δεινά του Ολοκαυτώματος, προσπαθώντας να ξεχάσουν, όχι όμως και ο ίδιος ο Χάιντς Κούνιο. «Θα μιλώ μέχρι την τελευταία στιγμή στη ζωή μου και δε θα ξεχάσω ποτέ, ώσπου να πεθάνω», λέει o άνθρωπος ο οποίος έζησε τη φρίκη στο Άουσβιτς και ξεγέλασε τον θάνατο από ένα χαμόγελο της τύχης.

Ο Χάιντς Κούνιο αποτίει φόρο τιμής στην Πλατεία Ελευθερίας, όπου είχαν μαζέψει οι Ναζί τους Εβραίους της πόλης πριν ξεκινήσουν οι μεγάλοι διωγμοί και οι εξοντώσεις. Φωτ.: Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Αλήθεια, ο Χάιντς Κούνιο μπορεί να συγχωρέσει; Θα σας το πω όπως το λέει ο ίδιος. Δεν μπορεί να συγχωρέσει, αλλά ούτε είναι και σε θέση να συγχωρέσει. Ο μόνος που μπορεί να το κάνει, είναι ο Θεός. Ένα είναι το μήνυμα που πρέπει να θυμόμαστε: Ποτέ Ξανά. Ποτέ ξανά σε απολυταρχικά καθεστώτα, ποτέ ξανά φασιστικά καθεστώτα, τα οποία οδηγούν στον φανατισμό και στη μισαλλοδοξία.

info:

Διεύθυνση: Κομνηνών 24, Θεσσαλονίκη

Τ: 2310 271003

Ιστοσελίδα: kounio.gr

E-mail: info@kouniogroup.com

Instagram | Facebook 

πηγή: biscotto.gr

Μοίρασε το άρθρο!