Εμφύλιοι πόλεμοι

Κατά τον ένατο αιώνα, ο Μιχαήλ Α’ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον αυτοκρατορικό του θρόνο μετά την ήττα από τους Βούλγαρους το 813 για χάρη του Λέοντα Ε’ του Αρμένιου και των συνεργών του στον σφετερισμό του θρόνου, Μιχαήλ Β’ και Θωμά του Σλάβου. Το νέο πραξικόπημα έγινε μάλιστα 10 χρόνια μετά τη στάση του στρατηγού των Ανατολικών, Βαρδάνη, κατά του Νικηφόρου Α’, που θα έβρισκε τον Μιχαήλ υπαρχηγό του στασιαστή, αν και σύντομα θα αυτομολούσε στον αυτοκράτορα αποκτώντας νέα προνόμια.
Ο Λέων στέφθηκε στο νέο κίνημα αυτοκράτορας, σύντομα ψυχράνθηκε όμως με τον Μιχαήλ Β’, γι’ αυτό και ο τελευταίος έβαλε να τον σκοτώσουν παραμονές Χριστουγέννων στο παρεκκλήσι του. Ο νέος αυτοκράτορας θα έβλεπε με τρόμο τον τρίτο και τελευταίο υπαρχηγό του Βαρδάνη, Θωμά τον Σλάβο, να στασιάζει εναντίον του το 821, πυροδοτώντας μια εκτεταμένη εμφύλια σύγκρουση που θα αποδυνάμωνε την αυτοκρατορία, επιτρέποντας στον εξωτερικό εχθρό (όπως τους Άραβες) να επιτεθεί.
Τα ίδια έγιναν βέβαια και στον δέκατο αιώνα, όταν η εξέγερση του Βάρδα Φωκά κατά τον Ιωάννη Τσιμισκή πνίγηκε στο αίμα από τον στρατηγό Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς είχε βέβαια τα δίκια του, γιατί όταν δολοφονήθηκε ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς το 969, ο Βάρδας φυλακίστηκε και είδε τον αδερφό του, Λέοντα Φωκά, να συλλαμβάνεται από τον νέο αυτοκράτορα και να τυφλώνεται.
Αλλά και ο Σκληρός είχε τα δικά του δίκια. Αυτός βλέπετε ήταν κουνιάδος του Ιωάννη Τσιμισκή και μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα διεκδίκησε τον θρόνο, πέφτοντας πάνω στον ευνούχο Βασίλειο Λεκαπηνό. Ο οποίος ασκούσε όπως είπαμε την πραγματική εξουσία, καθαιρώντας τον στρατηγό της Ανατολής, Σκληρό, από τα αξιώματά του.
Ο τελευταίος βάδισε κατά του Βυζαντίου σε μια νέα στάση και ο Λεκαπηνός απάντησε ρίχνοντας στη μάχη τον Βάρδα Φωκά τον Νεότερο, έναν στρατηγό που είχε επαναστατήσει κατά την προηγούμενη βασιλεία και είχε εγκλειστεί σε μοναστήρι εδώ και χρόνια. Η κακιά η μοίρα θα φέρει όμως αργότερα στο ίδιο στρατόπεδο Φωκά, Σκληρό και Λεκαπηνό, όταν συνεργάζονται για να ανατρέψουν τον νεαρό Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο! Εκείνος συνέτριψε τις εξεγέρσεις τόσο του Σκληρού (979) όσο και του Φωκά (989), καθώς μέχρι τότε οι στρατηγοί τσακώνονταν και πάλι μεταξύ τους.
Και μιας και αναφέραμε τον Βουλγαροκτόνο, μετά τη θριαμβευτική για τον ίδιο Μάχη του Κλειδίου στις 29 Ιουλίου 1014, τύφλωσε τους 15.000 βούλγαρους αιχμαλώτους που είχε πιάσει αφήνοντας έναν μονόφθαλμο ανά 100 τυφλούς για να οδηγήσουν την τυφλή πομπή πίσω στον Σαμουήλ. Ο οποίος όταν είδε τον σακατεμένο στρατό του, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Οι Βούλγαροι θα πολεμούσαν άλλα τέσσερα χρόνια τους Βυζαντινούς τυφλωμένοι από τη δίψα της εκδίκησης…
Ο ρινότμητος αυτοκράτορας και τα ανείπωτα βυζαντινά βασανιστήρια

Ο Ιουστινιανός Β΄ ήταν επίσης γνωστός ως Ρινότμητος και περιθώρια αμφιβολίας για το παρατσούκλι δεν χωρούν. Ο σκληρός αυτοκράτορας ανέβηκε στον θρόνο σε τρυφερή ηλικία 17 ετών, ανατράπηκε το 695 σε άλλο ένα από τα περιβόητα βυζαντινά πραξικοπήματα και τη θέση του πήρε ο αξιωματικός Λεόντιος. Ο οποίος ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα του, Κωνσταντίνου Δ’, γι’ αυτό και του χάρισε τη ζωή.
Του κόβει όμως τη μύτη για να μην μπορεί να διεκδικήσει ξανά το στέμμα και τον στέλνει στην εξορία. Ο πολυμήχανος Ιουστινιανός Β’ δεν είχε πει βέβαια την τελευταία του λέξη και συμμαχώντας με Χαζάρους και Βούλγαρους ανακατέλαβε τον θρόνο από τον Τιβέριο, που είχε προλάβει στο μεταξύ να ανατρέψει τον Λεόντιο. Ο Ιουστινιανός, που φορούσε τώρα χρυσή μύτη, έκοψε μύτες και αυτιά και σκότωσε όποιον τον είχε προδώσει, πέφτοντας τελικά κι αυτός θύμα του Φιλιππικού Βαρδάνη, που σκοτώνει τον Ρινότμητο και τον γιο του Τιβέριο και ξεκληρίζει τον οίκο του Ηρακλείου.
Με το πέρασμα του βυζαντινού χρόνου, καθιερώθηκε προοδευτικά η συνήθεια να ανακηρύσσεται διάδοχος του θρόνου εκείνος ο γιος του αυτοκράτορα που είχε γεννηθεί πρώτος στην Πορφύρα, την παλατιανή αίθουσα οι τοίχοι της οποίας ήταν ντυμένοι με πορφυρό μεταξωτό ύφασμα. Το εθιμοτυπικό αυτό γεννούσε φυσικά πολλές αντιζηλίες ανάμεσα στον πορφυρογέννητο διάδοχο και τα άλλα αδέλφια του, τα οποία ήταν συχνά μεγαλύτερα, γεννημένα πριν ο πατέρας τους ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ή ακόμα και ετεροθαλή.
Κι έτσι πάμπολλες φορές ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου τέλειωνε τη ζωή του στη φυλακή, αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε βασανιστήρια που περιλάμβαναν την τύφλωση, το κόψιμο της γλώσσας και της μύτης ή και άλλα σαφώς χειρότερα. Ο Μιχαήλ Ψελλός έγραφε εξάλλου πως η αυτοκρατορική ηγεμονία γινόταν «φόνοις και αίμασιν».
Τα βασανιστήρια δεν ήταν βέβαια προνόμιο των πεσόντων αυτοκρατόρων, καθώς ήταν στο Βυζάντιο που λυσσομανούσαν οι πυρές για τη θανάτωση αιρετικών και μάγων και σκαρώθηκαν καινούριες μέθοδοι βασανισμού και εκτελέσεων. Η πλούσια τοιχογραφία φρίκης και τρόμου απαρτιζόταν από τα βασανιστήρια της αυτοκρατορικής εξουσίας αλλά και της πατριαρχικής, σε έναν ιδιότυπο αγώνα δρόμου ποιος θα σκεφτεί το πιο απάνθρωπο.
Η αγριότητα των ηθών, ο φυσικός σαδισμός και οι εκδικητικές επινοήσεις τους έχουν περιγραφεί επί μακρόν, ήδη από τα χρόνια των ίδιων των βυζαντινών χρονογράφων. Οι κεφαλικές ποινές περιλάμβαναν αποκεφαλισμό, κάψιμο στην πυρά, αγχόνη, λιθοβολισμό και άλλα πολλά, ενώ αργότερα θα προστεθούν η τύφλωση, ο ακρωτηριασμός και το μεταλλισθήναι (ισόβια κάθειρξη στα μεταλλεία).
Οι μαρτυρικές θανατώσεις συνδυάζονταν με εξίσου μαρτυρικά βασανιστήρια και το μενού εδώ είναι πλούσιο και απαισιόμορφα λαχταριστό: ψήσιμο στη θράκα, βράσιμο σε νερό που κόχλαζε ή τηγάνισμα σε καυτό λάδι, εκδορά, ακρωτηριασμό και ευνουχισμό, ανασταύρωση, παλούκωμα, φαρμάκωμα, ακόμα και πυρωμένα σίδερα χρησιμοποιούνταν.
Είχαμε τις χειροκοπίες (για τους κλέφτες, τους τυμβωρύχους και τους παραχαράκτες), τις ρινοτομίες (εδώ την τιμητική τους είχαν οι αυτοκράτορες αλλά και οι βιαστές, οι δίγαμοι και οι αιμομίκτες), τις γλωσσοτομίες (για ψευδορκία), τις ταυτοπάθειες (κόψιμο του μέλους που είχε προκαλέσει την εγκληματική πράξη ή μπήξιμο μυτερών καλαμιών στην ουρήθρα στους παιδεραστές), τους αναρίθμητους ευνουχισμούς και τις ακόμα περισσότερες τυφλώσεις (ως βασανιστήριο αλλά και ως κατασταλτικό ή ακόμα και προληπτικό μέτρο), τις βάρβαρες διαπομπεύσεις των λειψάνων των στασιαστών (περιφορά στους δρόμους των παλουκωμένων και αποκομμένων μελών τους), την αποστολή των κακοποιημένων πτωμάτων των νεκρών στους συγγενείς τους (μεγάλο όνομα εδώ ο Αλέξιος Κομνηνός) και τόσα άλλα που δεν είναι για ευαίσθητους αναγνώστες.
Υπήρχε βέβαια και η εκδορά ζωντανών ανθρώπων αλλά και κάτι εντελώς καινούριο, απότοκο των ενδοχριστιανικών διενέξεων: γδάρσιμο του γενειοφόρου τμήματος του κεφαλιού παπά ή μοναχού! Ταυτοχρόνως, το βράσιμο σε καυτή πίσσα, ο ανασκολοπισμός, η αποκοπή των τενόντων με μαχαίρι και οι λοιπές ανείπωτες φρικαλεότητες των βυζαντινών βασανιστηρίων συνθέτουν μια εικόνα φρίκης που σε τέτοια έκταση σπανίως έχει ξαναδεί ο δυτικός κόσμος.
Ο τεράστιος αριθμός των βυζαντινών ακρωτηριασμών ανασυγκροτείται και από τα τόσα παρωνύμια που δίνονταν στα θύματα σύμφωνα με το βασανιστήριο που είχαν υποστεί ή το ομοίωμα με το οποίο αντικαθιστούσαν το κομμένο τμήμα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα Κοψόρρινος, Αργυρομύτης, Χαλκομύτης, Κουτσομύτης, Κουτσοχέρας, Κουτσοδάχτυλος κ.λπ.
Εξεγέρσεις και η σφαγή των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης

Ως πολίτες της πιο λαμπρής πόλης του καιρού τους, ο λαός της Βασιλεύουσας δεν φοβόταν να εκφραστεί και πουθενά δεν ήταν πιο έκδηλο αυτό από τη Στάση του Νίκα. Τη λαϊκή εξέγερση δηλαδή που έλαβε χώρα στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα, με πρωταγωνιστές τους δήμους των «Πράσινων» και των «Βένετων», οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή που λάτρευαν τις αρματοδρομίες και ζούσαν για τις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης.
Με τα πολλά, ο Ιουστινιανός στέλνει τους στρατηγούς του, οι οποίοι εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και τους κατασφάζουν κυριολεκτικά: η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.
Δεν αποσταθεροποιούσαν όμως την αυτοκρατορία όλες οι εξεγέρσεις, όπως το περιστατικό με τον αιματοβαμμένο εμφύλιο που πήρε τέλος από μια εξέγερση στις φυλακές. Ο Αλέξιος Απόκαυκος προσπάθησε να ανακόψει την αυτονομιστική δύναμη του Ιωάννη Καντακουζηνού, άλλου ενός που ζήλεψε τον αυτοκρατορικό θρόνο εκμεταλλευόμενος τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ το 1341.
Ο λαός της Αδριανούπολης εξεγέρθηκε μέσα στον πανικό και όταν ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης κάλεσε τον Καντακουζηνό στην πόλη για να του την παραδώσει, οι Ζηλωτές εξεγείρονται και μαζί τους ξεσηκώνεται και ο λαός της Θεσσαλονίκης. Ο μέγας δούκας Απόκαυκος πρωτοστάτησε στους εμφύλιους πολέμους της εποχής του που σχετίζονταν με τη διαδοχή του βυζαντινού θρόνου και πάλεψε με τον αντιβασιλιά και αυτοανακηρυγμένο αυτοκράτορα τώρα Καντακουζηνό, αν και το τέλος του ήρθε από κει που δεν το περίμενε. Επιθεωρώντας τις νέες φυλακές της Κωνσταντινούπολης, έπεσε θύμα της στάσης των κρατουμένων, οι οποίοι και τον δολοφόνησαν τελικά τον Ιούνιο του 1345 διαδραματίζοντας από σπόντα σπουδαίο ρόλο στην αδελφοκτόνο μάχη για τον θρόνο.
Είμαστε πια σε μια εποχή που το Βυζάντιο δονείται από εμφύλιους σπαραγμούς, από πλήθος πραξικοπημάτων που εκδηλώνονται δηλαδή με θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ ορθόδοξων και αιρετικών, «Ησυχαστών» και «Ζηλωτών», αυτοκρατορικών και αντιαυτοκρατορικών. Στις σφετεριστικές περιπέτειες του Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1340 και στις μάχες του με τον οίκο των Παλαιολόγων, οι «Ησυχαστές» (μερίδα του ιερατείου) βρίσκουν την ευκαιρία να συγκρουστούν με τους «Ζηλωτές», ένα λαϊκο-θρησκευτικό κίνημα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη και αντιμετώπιζε με καχυποψία τη συνεργασία του μεγάλου εξουσιαστικού ιερατείου με την αριστοκρατική φεουδαρχία.
Πολλές αγροτικές εξεγέρσεις και ταραχές εναντίον της τοπικής αριστοκρατίας αλλά και της κεντρικής εξουσίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας λαμβάνουν χώρα σε Μακεδονία και Θράκη και στη Θεσσαλονίκη εξελίσσονται σε μια παρισινή κομμούνα πριν την εποχή της. Την άνοιξη του 1342, ο Καντακουζηνός, κατ’ εξοχήν εκφραστής των συμφερόντων της αριστοκρατίας, καταλαμβάνει με τη βοήθεια των Σλάβων τη Θεσσαλονίκη και οι Ζηλωτές εξεγείρονται και πάλι, θέλοντας να εκμεταλλευτούν την ολομέτωπη εμφύλια σύγκρουση Καντακουζηνού και Κωνσταντινουπολιτών.
Οι Ζηλωτές καταλαμβάνουν την εξουσία και ανακηρύσσουν την «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης», απαιτώντας την αυτονομία της και το δικαίωμα άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη σφοδρή αντίθεση των Ζηλωτών έναντι του Καντακουζηνού για να τον αποδυναμώσει, ελπίζοντας να εξασθενήσουν παράλληλα και οι δυο αντίπαλοί του. Γι’ αυτό και τηρεί ουδετερότητα απέναντι στην εξέγερση των Ζηλωτών.
Οι Ζηλωτές συνάπτουν προσωρινή συμμαχία με τον μέγα δούκα Απόκαυκο, οι εχθρικές διαθέσεις τους απέναντι στην αριστοκρατία επικρατούν όμως και ζητούν τώρα την αυτοδυναμία τους εκτελώντας τον γιο του. Για μια δεκαετία σχεδόν (1341-1349), οι Ζηλωτές έθεσαν την πόλη κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους και επιχείρησαν να εισαγάγουν πρωτοποριακές για την εποχή τους πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η Κομμούνα των Ζηλωτών αντιμετώπισε νικηφόρα με πολλές επιδρομές του αυτοκρατορικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, επικουρούμενες πότε από τους Σλάβους και πότε από τους Τούρκους. Οι συμβασιλείς πια Καντακουζηνός και Παλαιολόγος έστειλαν μεγάλες δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη και σώμα 20.000 ανδρών του τούρκικου στρατού και κατέσφαξαν τον πληθυσμό καταστρέφοντας την πόλη.
Η μόνιμη συνεργασία Σλάβων και Τούρκων με τους Βυζαντινούς του Καντακουζηνού κατά του λαϊκού στοιχείου και η μόνιμη εγκατάστασή τους στα ελλαδικά εδάφη προοιώνιζε το μέλλον της αυτοκρατορίας. Ο Καντακουζηνός συμμάχησε εξάλλου το 1352 με τον Σουλεϊμάν Πασά σε νέα εκστρατεία κατά του Ιωάννη Ε’, ο οποίος πολιορκούσε την Αδριανούπολη ενάντια στον διοικητή της που ήταν γιος του Καντακουζηνού (Ματθαίος Καντακουζηνός). Οι τουρκικές ορδές επιδόθηκαν σε εκτεταμένες σφαγές και λεηλασίες, πράξεις που στα μάτια του λαού έγιναν με τη συγκατάθεση ή έστω την ανοχή του συναυτοκράτορά τους.
Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν δηλαδή αυτοί που δίδαξαν στο σλαβικό και τουρκικό στοιχείο τον δρόμο προς την Ελλάδα αλλά και τον τρόπο να καταπνίγουν τα λαϊκά κοινωνικά κινήματα. Η μετέπειτα πορεία των πραγμάτων, ως διαμάχη μεταξύ «ενωτικών και ανθενωτικών», όχι μόνο δεν θα γλίτωνε τους αυτοκράτορες και τους ευγενείς από το σπαθί του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά θα ανέτρεπε τον ίδιο τον ρου της Ιστορίας προσυπογράφοντας την ηχηρή πτώση του Βυζαντίου.


