Διωγμός Ελλήνων από Κωνσταντινούπολη | 1965

Μια Επαναλαμβανόμενη Τραγωδία Διωγμών

Διωγμός Ελλήνων από Κωνσταντινούπολη: Στις 19 Απριλίου του 1965 η τουρκική κυβέρνηση προχώρησε στην απέλαση 6.000 Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης,  σηματοδοτώντας μια νέα φάση διωγμού της ελληνικής μειονότητας. Επρόκειτο για μια οργανωμένη ενέργεια που εντασσόταν στην ευρύτερη πολιτική στρατηγική της Τουρκίας, η οποία αξιοποίησε την ελληνική κοινότητα ως μοχλό πίεσης στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών εντάσεων γύρω από το Κυπριακό ζήτημα. Η απέλαση συνδυάστηκε και με άλλα μέτρα, όπως η απαγόρευση κυκλοφορίας στους Τουρκοκυπρίους στη Λευκωσία, υπογραμμίζοντας την αμοιβαία ένταση και την κλιμάκωση της κρίσης.

Διωγμός Ελλήνων από Κωνσταντινούπολη – Το χρονικό μια μακροχρόνιας καταπίεσης

Η μακρόχρονη πολιτική καταπίεσης και διωγμού της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και συνεχίστηκε μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Αν και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών, η τουρκική κυβέρνηση άρχισε να περιορίζει συστηματικά τα δικαιώματά τους, με μέτρα όπως ο φόρος πλούτου το 1942 και η απαγόρευση εξάσκησης πολλών επαγγελμάτων.

Καθοριστικό γεγονός ήταν το «πογκρόμ» της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, τα λεγόμενα «Σεπτεμβριανά», όπου οργανωμένος τουρκικός όχλος λεηλάτησε και πυρπόλησε ελληνικά καταστήματα, σπίτια, σχολεία και εκκλησίες, προκαλώντας μεγάλη ανασφάλεια και μείωση του ελληνικού πληθυσμού στην πόλη. Μέσα σε 10 χρόνια, η ελληνική κοινότητα συρρικνώθηκε δραματικά, από περίπου 80.000 σε 30.000 άτομα, λόγω συνεχών απελάσεων, δήμευσης περιουσιών και περιορισμών στην εκπαίδευση και τη θρησκευτική ζωή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η τουρκική κυβέρνηση χρησιμοποίησε την τοπική ελληνική μειονότητα ως μέσο πίεσης στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών εντάσεων για το Κυπριακό, ξεκινώντας μια οργανωμένη εκστρατεία απέλασης Ελλήνων που θεωρούνταν επικίνδυνοι ή επιζήμιοι για το κράτος. Το πρώτο κύμα απέλασης ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1964 και μέσα σε λίγους μήνες εκδιώχθηκαν χιλιάδες Έλληνες, με την ελληνική κοινότητα να μειώνεται δραματικά.

Ένα οργανωμένο σχέδιο

Το σχέδιο της απέλασης είχε προετοιμαστεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και υλοποιήθηκε με εντολές της τότε τουρκικής κυβέρνησης, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού έως τον Μάρτιο του 1965 και στη συνέχεια του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, και με την ενεργό συμμετοχή της αστυνομίας και της γενικής ασφάλειας, που επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς και υποχρέωναν τους απελαθέντες να υπογράψουν δηλώσεις συναίνεσης υπό πίεση.

Επρόκειτο για μια οργανωμένη κρατική εκστρατεία, η οποία ξεκίνησε επισήμως στις 16 Μαρτίου 1964 με τη δημοσίευση καταλόγων απελαθέντων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και την απέλαση των πρώτων οικογενειών λίγες μέρες αργότερα.

Η απέλαση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε με μονομερή καταγγελία της συμφωνίας Άγκυρας του 1952, η οποία παρείχε ορισμένα δικαιώματα στην ελληνική μειονότητα. Οι απελαθέντες ενημερώνονταν από αστυνομικούς είτε στα σπίτια τους είτε στους χώρους εργασίας τους και μεταφέρονταν στο «Ελληνικό Τμήμα» της Γενικής Ασφάλειας, όπου αναγκάζονταν να υπογράψουν δηλώσεις αποδοχής κατηγοριών και συναίνεσης στην απέλαση, συχνά χωρίς να μπορούν να διαβάσουν τα έγγραφα. Στα μέτρα που επιβλήθηκαν, οι απελαθέντες μπορούσαν να πάρουν μαζί τους μόνο 200-220 τουρκικές λίρες και έως δύο αποσκευές βάρους 20-40 κιλών, ενώ απαγορευόταν ρητά να πάρουν τιμαλφή ή οικοσκευές. Παράλληλα, δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί και απαγορεύτηκαν οι οικονομικές συναλλαγές που αφορούσαν την περιουσία τους. Με υπουργικά διατάγματα κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία τους και απαγορεύτηκε η απόκτηση νέας περιουσίας στην Τουρκία, ενώ επιβλήθηκαν περιορισμοί στην άσκηση πολλών επαγγελμάτων, καθώς και στην εκπαίδευση και τη θρησκευτική ζωή.

Η απέλαση συνοδεύτηκε από βίαιες πρακτικές, όπως η βίαιη συνοδεία στα κρατητήρια, η υποχρεωτική υπογραφή ψευδών δηλώσεων και η κράτηση όσων αντιδρούσαν μέχρι να υποκύψουν. Στις λίστες απελαθέντων συμπεριλήφθηκαν ακόμα και ασθενείς, ηλικιωμένοι, άτομα με ειδικές ανάγκες και ψυχικά ασθενείς. Η πολιτική αυτή παραβίασε τη Συνθήκη της Λωζάνης και βασικές αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το συγκρότημα του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου έγινε στόχος του Τουρκικού όχλου σε διάφορες περιπτώσεις το 1964-1965, όπως και αρκετές ορθόδοξες εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη.

Η Ελλάδα απέναντι στο γεγονός: Πολιτική Αστάθεια και Διπλωματική Αδυναμία

Η ελληνική πλευρά δεν μπόρεσε να αποτρέψει την τραγωδία. Η αντίδραση της υπήρξε περιορισμένη και αδύναμη, κυρίως λόγω της πολιτικής αστάθειας που επικρατούσε, λόγω σοβαρών διαφωνιών και συγκρούσεων ανάμεσα στον τότε εκλεγμένο πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, αρχηγό της Ένωσης Κέντρου και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ καθώς και των εξωτερικών πιέσεων. Παράλληλα η διεθνής συγκυρία, με την εμπλοκή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, περιόριζε τις δυνατότητες άμεσης και αποτελεσματικής παρέμβασης.

Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισε το ζήτημα κυρίως διπλωματικά, προσπαθώντας να ασκήσει πίεση στην Τουρκία μέσω διεθνών οργανισμών και συμμάχων, χωρίς όμως να καταφέρει να αποτρέψει τις απέλασεις ή να εξασφαλίσει ουσιαστική προστασία για την κοινότητα. Το 1964 ζήτησε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου η Σοβιετική Ένωση και ο πρόεδρος του Συμβουλίου καταδίκασαν τις απελάσεις. Οι δυτικές χώρες, όμως, απέφυγαν να αναμειχθούν ενεργά, προκειμένου να διατηρήσουν τη σταθερότητα στη στρατηγικά ευαίσθητη περιοχή, όπου Ελλάδα και Τουρκία ήταν σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Επί της ουσίας η αμερικανική και ευρωπαϊκή πολιτική απέφυγε να ασκήσει ουσιαστική πίεση στην Τουρκία, παρά τις εκκλήσεις και τις καταγγελίες, προτιμώντας να μην κλιμακωθεί η ένταση στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και του Κυπριακού.

Τύπος – Διεθνής Σιωπή

Ο εγχώριος και διεθνής τύπος αντιμετώπισε την απέλαση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964-1965 με περιορισμένη κάλυψη και συγκρατημένη στάση, παρά τη σοβαρότητα των γεγονότων. Στην Ελλάδα, ο τύπος μετέδωσε τα γεγονότα με έντονο συναισθηματισμό, αναδεικνύοντας τις ανθρώπινες τραγωδίες και την αδικία της απέλασης, ενώ καταγγελλόταν η βίαιη και αυθαίρετη συμπεριφορά των τουρκικών αρχών, η δήμευση περιουσιών και η τρομοκράτηση της ελληνικής κοινότητας

Διεθνώς, η κάλυψη ήταν περιορισμένη και οι περισσότερες δυτικές χώρες απέφυγαν να καταδικάσουν ανοικτά την Τουρκία, προκειμένου να διατηρήσουν τη σταθερότητα στη στρατηγικά κρίσιμη περιοχή, όπου Ελλάδα και Τουρκία ήταν σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Ο διεθνής τύπος, αν και αναφέρθηκε στα γεγονότα, δεν προκάλεσε μεγάλη διεθνή κινητοποίηση ή πίεση προς την Τουρκία, με αποτέλεσμα η απέλαση να περάσει σχεδόν απαρατήρητη σε παγκόσμιο επίπεδο. Η σιωπή αυτή επέτρεψε στην τουρκική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική εκρίζωσης της ελληνικής μειονότητας χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.

Η πραγματική βοήθεια

Η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, παρά την υποστήριξη που προσπάθησε να παράσχει η Αθήνα, βρέθηκε ουσιαστικά εγκαταλελειμμένη, με πολλούς εκδιωχθέντες να καταφεύγουν στην Ελλάδα όπου ιδρύθηκαν οργανώσεις όπως η «Εταιρεία των Εκδιωγμένων Ελλήνων από την Τουρκία» για την υποστήριξή τους. Επιπλέον, οργανώσεις όπως η «Μέριμνα Ποντίων Κυριών», που είχε ιδρυθεί 60 χρόνια πριν, ανέλαβε την υλική και κοινωνική υποστήριξη προσφύγων και εκδιωγμένων, προσφέροντας περίθαλψη, στέγη και βοήθεια στην εργασία, στην εκπαίδευση και την ευρύτερη κοινωνική ενσωμάτωση. Παρόμοιες προσπάθειες στήριξης υπήρξαν και από άλλες κοινότητες και φιλανθρωπικούς φορείς, ενώ η ελληνική κοινωνία προσπάθησε να απορροφήσει και να στηρίξει τους πρόσφυγες, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν.

Η διεθνής βοήθεια για τους εκδιωγμένους Έλληνες, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και αφορούσε περισσότερο την ιδιωτική πρωτοβουλία παρά οργανωμένους κρατικούς φορείς. Μια γνωστή και συγκινητική περίπτωση αφορά τη βοήθεια που πρόσφεραν Ιάπωνες ναυτικοί στους εκδιωγμένους Έλληνες, οι οποίοι τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να ζητήσουν τίποτα σε αντάλλαγμα, όπως καταγράφεται σε μαρτυρίες και ιστορίες που έγιναν γνωστές πρόσφατα.

Τραγικός Επίλογος

Στις 19 Απριλίου 1965 απελάθηκαν βίαια 6.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Μέσα σε μία ημέρα. Η απέλαση που έφτασε να αριθμεί συνολικά πάνω από 50.000 Έλληνες, είχε καταστροφικό αντίκτυπο στην ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, αποδυναμώνοντας την οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, ενώ ισχυροποίησε το τουρκικό στοιχείο οδηγώντας ουσιαστικά στον εκτουρκισμό της περιοχής. Έδωσε, επίσης, στην Τουρκία την ευκαιρία να ενδυναμωθεί εσωτερικά, καθώς η πολιτική αυτή συνέβαλε στην εδραίωση του εθνικιστικού κράτους και στην απομάκρυνση των μειονοτήτων που θεωρούνταν απειλή, ενώ έφερε την Ελλάδα αντιμέτωπη με μια ανθρωπιστική και διπλωματική κρίση χωρίς ουσιαστική διεθνή στήριξη.

Η ιστορική αυτή στιγμή παραμένει ορόσημο που καταδεικνύει τις συνέπειες της πολιτικής καταπίεσης και της έλλειψης διεθνούς στήριξης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η τραγωδία με αριθμούς

• Πριν τις απελάσεις, ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης ήταν περίπου 80.000 άτομα.


• Μετά τα μέτρα και τις μαζικές απελάσεις, ο αριθμός αυτός μειώθηκε δραματικά σε περίπου 30.000 το 1965.


• Το πρώτο κύμα απέλασης ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1964, με την ανακοίνωση καταλόγων απελαθέντων. Μέχρι τον Αύγουστο 1964 είχαν απελαθεί περίπου 5.000 Έλληνες.


• Μετά τον Σεπτέμβριο του 1964, εκδιώχθηκαν επιπλέον 10.000–11.000 Έλληνες.


• Συνολικά, πάνω από 30.000 Έλληνες υπήκοοι της Τουρκίας εκδιώχθηκαν μέσα σε λίγους μήνες.


• Στις 19 Απριλίου 1965, σε ένα από τα πιο μαζικά επεισόδια απέλασης, απελάθηκαν βίαια περίπου 6.000 Έλληνες μέσα σε μία ημέρα.


• Η ελληνική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη, που το 1950 αποτελούσε περίπου το 7,2% του πληθυσμού της πόλης, μειώθηκε σταδιακά στο 0,16% το 1979 και περίπου 0,03% το 1989.

Μοίρασε το άρθρο!