
Σε έξαρση βρίσκεται η λεγόμενη «υπεργρίπη», με τους ειδικούς να εκτιμούν ότι το νέο κύμα της γρίπης Α (H3N2) θα κορυφωθεί προς τα τέλη Ιανουαρίου, εξαιτίας της ιδιαίτερα υψηλής μεταδοτικότητάς της.
Μιλώντας στην ΕΡΤ, η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, τόνισε ότι απαιτείται αυξημένη προσοχή από τους πολίτες, επισημαίνοντας τη σημασία του εμβολιασμού ως βασικό μέτρο πρόληψης και αντιμετώπισης του νέου στελέχους.
Όπως εξήγησε, «το στέλεχος Κ αποτελεί έναν μεταλλαγμένο υποκλάδο της γρίπης Α και φαίνεται να είναι σημαντικά πιο μεταδοτικό». Παράλληλα, σημείωσε ότι στην Ευρώπη καταγράφεται έντονη αύξηση των κρουσμάτων, με τα συστήματα υγείας να βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Αντίστοιχα ανησυχητική είναι η εικόνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 3.000 θάνατοι, μεταξύ των οποίων και οκτώ παιδιά.
Σύμφωνα με την κ. Ψαλτοπούλου, τα βασικά μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς των αναπνευστικών λοιμώξεων, όπως η γρίπη Α, είναι ο εμβολιασμός, η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση των συμπτωμάτων και η αποφυγή άσκοπων κοινωνικών επαφών.
Την ίδια στιγμή, ο μεγάλος αριθμός κρουσμάτων στη χώρα μας προκαλεί έντονη πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, με τις υγειονομικές δομές να λειτουργούν στα όριά τους.
Οι συστάσεις των ειδικών
Ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός παραμένει το βασικότερο μέτρο προστασίας, ακόμη και αν γίνεται αργότερα μέσα στη σεζόν, καθώς μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου. Στην Ελλάδα παρέχεται δωρεάν εμβολιαστική κάλυψη, ενώ διατίθενται και ενισχυμένα εμβόλια για ηλικιωμένους, καθώς και ρινικό εμβόλιο για παιδιά.
Παράλληλα, οι ειδικοί συστήνουν: καλή υγιεινή χεριών, επαρκή αερισμό εσωτερικών χώρων, απομόνωση σε περίπτωση συμπτωμάτων και χρήση μάσκας σε χώρους με συνωστισμό. Σε άτομα υψηλού κινδύνου, συνιστάται η έγκαιρη έναρξη αντι-ιικής αγωγής με την εμφάνιση συμπτωμάτων, ακόμη και χωρίς θετικό τεστ.
«Η φετινή εικόνα υπενθυμίζει ότι η γρίπη παραμένει σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία», τονίζει η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, σημειώνοντας ότι η πρόληψη τις ημέρες αυξημένης κοινωνικής δραστηριότητας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την προστασία τόσο των ευπαθών ομάδων όσο και της κοινωνίας συνολικά.


