THOMAS COOK: Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ – ΠΩΣ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ Ο ΓΟΛΙΑΘ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Πιθανότατα, η 23η Σεπτεμβρίου 2019 είναι μια μέρα που θα απασχολεί για καιρό την τουριστική βιομηχανία. Έπειτα από 178 χρόνια αδιάλειπτης αλλά και επιτυχημένης λειτουργίας, η εμβληματικότερη τουριστική επιχείρηση της υφηλίου, ο όμιλος Thomas Cook βάζει οριστικά λουκέτο. Οι ποικίλες οικονομικές επιπτώσεις της κατάρρευσης του ομίλου Τhomas Cook αναμένεται να φανούν στο προσεχές διάστημα. Προεξοφλώ πως θα είναι κατακλυσμικές και πολυσήμαντες, αλλά ας εστιάσουμε στο συμβολικό.

thomas_cook.jpg
Αριστερά: Ταξιδιωτικοί πράκτορες του Thomas Cook στο Λονδίνο, 1959 / δεξιά: Γραφεία στο Kensington, 1992 (Daily Mail)

Γενεαλογικά, η δημιουργία του πρώτου τουριστικού πρακτορείου από τον προαναφερόμενο έθεσε τις βάσεις του σύγχρονου οργανωμένου φαινομένου, (καθετοποίηση του Ταξιδιού = οργανωμένα γκρουπ, σχεδιασμένες περιηγήσεις, κρουαζιέρες, εισαγωγή των travelers’ cheques και των vouchers κ.ά.).

Χωρίς υπερβολή, το πρώτο εκείνο «τουριστικό πακέτο» αποτέλεσε τη μήτρα μετασχηματισμού της ανθρώπινης μετακίνησης διαπλανητικά, προκαλώντας βαθμιαία την έκρηξη του Τουρισμού ως μαζικού φαινομένου – δηλαδή όπως τον κατανοούμε σήμερα. Υπό την έννοια αυτή, η εταιρεία του πιονιέρου Thomas Cook και των επιγόνων του δεν έδωσε απλώς μορφή στον μαζικό τουρισμό, αλλά ταυτίστηκε με την παγκόσμια τουριστική βιομηχανία.

Σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες, η εταιρεία κατέστη συνώνυμη της βρετανικής οικονομικής επέκτασης. Στα δεδομένα του ισχνού περιηγητικού ρεύματος της εποχής για τη Νότιο Βαλκανική, η Ελλάδα συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στους προορισμούς των ταξιδιών που οργάνωνε το πρακτορείο Thomas Cook το 1869. Επρόκειτο για ένα «ταξίδι 100 ημερών στην Ανατολή» που είχε ως ενδιάμεσους σταθμούς Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Τουρκία, Ελλάδα, Ιταλία.

Στον βαθμό που η χώρα μας εντάχτηκε στην agenda οργανωμένων ταξιδιών, συνάφθηκαν -για πρώτη φορά- εμπορικές συμφωνίες που αφορούσαν τους τομείς της μαζικής διακίνησης (ακτοπλοϊκές εταιρείες κ.ά.) και διαμονής σε επιλεγμένα καταλύματα (λ.χ. ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια). Επιχειρησιακά δε, η κλιμάκωση της ταξιδιωτικής κίνησης που συνδέεται με τη διεθνή συγκυρία μετά το 1882 (έτος εγκαθίδρυσης βρετανικής κατοχής στην Αίγυπτο) πολλαπλασίασε τη ροή επισκεπτών από τον αγγλοσαξονικό χώρο. Επιπρόσθετα, οι ανασκαφές στους «γενέθλιους τόπους» του Δυτικού Πολιτισμού διαφημίστηκαν ευρύτατα στην εκλεκτή μεγαλοαστική πελατεία του πρακτορείου, ενδυναμώνοντας καταλυτικά την επισκεψιμότητα στην Ελλάδα.

 
 

Σ’ αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, ο πρωτοπόρος Τhomas Cook άνοιξε υποκατάστημα στην Αθήνα, συμπεριλαμβάνοντας έτσι οργανικά την Ελλάδα στον μεσογειακό κύκλο περιήγησης (circuit) που οργάνωνε. Μάλιστα, ένα σημαντικό κομμάτι της φιλοξενίας για τους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες του 1896 στηρίχθηκε στην τεχνογνωσία και την οργάνωσή του.

Αλλά η σχέση της Ελλάδας με την Thomas Cook υπήρξε πολυκύμαντη. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ένας φωτισμένος Έλληνας επιχειρηματίας της εποχής, ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος (ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία»), έφτασε να διεκδικήσει σοβαρά το ενδεχόμενο επιχειρηματικής σύμπραξης με το πρακτορείο-γίγαντα στην «καθ’ ημάς Ανατολή». Ωστόσο, στα 1927, η εταιρεία εξαγοράστηκε από τον έτερο διεθνή κολοσσό της εποχής, τη Wagon-Litts.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η  πρόδηλη οικονομική εξουθένωση οδήγησε την κυβέρνηση των Εργατικών του C. Attlee στην εθνικοποίηση της εμβληματικής φίρμας (1948), προκειμένου να διασωθεί πρόσκαιρα. Σύντομα, όμως, η έκρηξη του μαζικού τουρισμού μετά το ‘50 οδήγησε την ιστορική επιχείρηση σε νέες δόξες. Στα 1973, επανιδιωτικοποιήθηκε από την τότε κυβέρνηση των Συντηρητικών, θεωρούμενη τότε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποκρατικοποίησης.

Οι αφισέτες του ταξιδιωτικού οργανισμού Thomas Cook είχαν τη δική τους αισθητική

Παρά το τεράστιο μερίδιο αγοράς που έφτασε εκ νέου να κατέχει, οι ραγδαίες ανατροπές στην τουριστική σφαίρα στις αρχές του 21ου αιώνα την οδήγησαν σε νέα αδιέξοδα. Η έφοδος των dot com εταιρειών και η «επανάσταση» των web-based operators μετασχημάτισαν ανεπίστρεπτα την τουριστική δραστηριότητα. Στις συνθήκες αυτές, η Thomas Cook οδηγήθηκε στη συγχώνευση με τη My Travel το 2007, επιλογή που αποδείχτηκε business-wise ακραία άστοχη. Το 2011 βρέθηκε ακόμα μία φορά στο χείλος του γκρεμού, διασωζόμενη οριακά.

Από τότε μέχρι σήμερα, ένας συνδυασμός ανέμπνευστης εταιρικής διακυβέρνησης, του Brexit-σε εκκρεμότητα, της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας που δεν ευνοεί ενέσεις ρευστότητας στο στριμωγμένο οικονομικά ευρωπαϊκό τραπεζικό περιβάλλον, και ασφαλώς της πίεσης από τους διαδικτυακούς ανταγωνιστές, έφτασαν να σπρώξουν τον Γολιάθ του Τουρισμού στο καναβάτσο.

Έχοντας πληρώσει 1,2 δισεκατομμύρια στερλίνες μόνο σε τόκους (!) την τελευταία οκταετία, η Thomas Cook επιχείρησε να διασωθεί πρόσφατα μέσω χρηματοδότησης από το κινεζικό όμιλο Fosun International. Όμως, η ανελαστικότητα μιας ομάδας πιστωτών της που ήγειρε νέες αξιώσεις  (ύψους 200 εκατομμύρια στερλίνες) στα βαριά χρέη της, σε συνδυασμό με την τρέχουσα πρωτοφανή πολιτική συγκυρία στη Βρετανία, συνέβαλε αναμφίβολα στην αρνητικότατη αυτή εξέλιξη, δηλαδή να τεθεί η εταιρεία υπό εκκαθάριση.

(AP image)

Με 22.000 υπαλλήλους, ~100 ιδιόκτητα αεροσκάφη (πλέον καθηλωμένα στο έδαφος), καθως και 600.000 ταξιδιώτες στα πέρατα της υφηλίου, περιμένουν τον επαναπατρισμό τους και ενόσω ανοιχτοί/ανεξόφλητοι παραμένουν λογαριασμοί σε τουριστικές εγκαταστάσεις στις πέντε ηπείρους, η κατάρρευση προκαλεί ένα πραγματικό σοκ, εξαναγκάζοντας τη βρετανική κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή ένα έκτακτο σχέδιο διαχείρισης κινδύνου.

Επιπρόσθετα, η ανησυχία δημιουργίας ενός domino effect στην παγκόσμια τουριστική βιομηχανία είναι πάνω από εύλογη. Και η ελληνική τουριστική αγορά, ανήκει σε εκείνες που είναι κατεξοχήν εκτεθειμένες σ’ αυτό. Ανεξόφλητα στους ξενοδόχους, πάνω από 1.200 υπάλληλοι της Thomas Cook στην ελληνική επικράτεια, αγωνία για τα συμβόλαια της επόμενης χρονιάς αλλά και για τις κατευθύνσεις της αγοράς στην επικείμενη ανακατανομή.

Αντίστροφα βέβαια, καθώς η πτώση της Thomas Cook προκαλεί αναπόδραστα έντονο γδούπο, το μερίδιο της πίτας μεγαλώνει για αυτούς που μένουν «ζωντανοί» (low cost carriers αλλά και το αντίπαλο δέος της -γερμανικών συμφερόντων- TUI). Σε κάθε περίπτωση, η φύση και η αγορά απεχθάνονται τα κενά. Όμως, οι όροι αναπλήρωσης «του παλιού που φεύγει καθώς ξεπροβάλλει το νέο» κάθε άλλο παρά ορατοί είναι ακόμη.

Vintage διαφημιστικά πόστερ παλιών καλών ημερών του άλλοτε ταξιδιωτικού κολοσσού Thomas Cook
 
 

Κατά την άποψή μου, η επιλογή της κυβέρνησης Β. Johnson να αρνηθεί να παράσχει «σανίδα σωτηρίας» στον όμιλο, δηλαδή ένα bail-out ύψους 150 – 200 εκατ. στερλίνες, εκτός από ιδεοληπτική θα αποδειχθεί πολλαπλά ατελέσφορη για το βρετανικό Δημόσιο και πολιτικά επιζήμια. Η άρνηση της οργανωμένης πολιτείας να αποσοβήσει την κατάρρευση, στο μέτρο που κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατά τη διατύπωση του Βρετανού πρωθυπουργού «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard), δείχνει -πέραν των άλλων- πως ο παλιός Etonian  είχε προφανώς κάκιστους βαθμούς στο μάθημα της «Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ιστορίας».

 
 
 
 

Μοίρασε το άρθρο!