H Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση

Καθώς εισερχόμαστε στην εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, που βασίζεται σε μια μεγάλη γκάμα νέων τεχνολογικών καινοτομιών από τη Βιοτεχνολογία μέχρι την Τεχνητή Νοημοσύνη (Α.Ι.), κι έχοντας απολαύσει τους καρπούς της Τρίτης Βιομηχανικής Επανάστασης, που βασιζόταν στην Πληροφορική, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στο διαδίκτυο, τείνουμε να ξεχνάμε τη Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση, που έλαβε χώρα στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα και, μέσω του μαζικού εξηλεκτρισμού, άλλαξε τον τρόπο παραγωγής αλλά και ζωής εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, οδήγησε σε βαθιές κοινωνικοπολιτικές τομές, αλλάζοντας το ρου του ανθρώπινου πολιτισμού. Κι όμως αυτή η μακρινή Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση, αν και συνέβη πριν από 130 χρόνια περίπου, έβαλε τα θεμέλια για τη σημερινή τεχνολογική έκρηξη και για τεχνολογίες όπως είναι το Internet, τα κινητά τηλέφωνα, οι φορητοί υπολογιστές κλπ. που επηρεάζουν καθημερινά τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη μας.    
 
Η κινητήριος δύναμη των εργατών-μεταναστών πίσω από το “αμερικανικό θαύμα”

O 19ος αιώνας ήταν μια εποχή μεγάλων και κοσμογονικών αλλαγών στις ΗΠΑ, που ξεπέρασαν πολλές δοκιμασίες, και μάλιστα υπαρξιακού τύπου, όπως ο πολυαίμακτος Εμφύλιος Πόλεμος (1861-63). Μέσα σε μερικές δεκαετίες οι ΗΠΑ επεκτάθηκαν από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό ωκεανό, εκσυγχρονίστηκαν, κατασκεύασαν τεράστιες υποδομές, όπως σιδηροδρομικά δίκτυα και λιμάνια, αξιοποιώντας τους, φαινομενικά ατέλειωτους, φυσικούς πόρους και τις αχανείς εκτάσεις τους. Για τους φτωχούς μετανάστες από την Ευρώπη, που αναζητούσαν τότε μια ευκαιρία για μια καλύτερή νέα ζωή, οι αχανείς ΗΠΑ είχαν αποκτήσει μυθικές διαστάσεις ως η «γη των ευκαιριών». Φάνταζαν ως ένα είδος «Γης της Επαγγελίας».

Νέες βιομηχανίες ξεφύτρωναν συνεχώς, κυρίως στις βορειοανατολικές Πολιτείες και κοντά στις Μεγάλες Λίμνες. Κατασκευάζονταν χιλιάδες χιλιόμετρα νέων σιδηροδρομικών γραμμών, που διέσχιζαν την απέραντη χώρα από ωκεανό σε ωκεανό, μεταφέροντας εκατομμύρια νεοφερμένους από την Ανατολή προς τη άγρια Δύση. Την κατασκευή αυτών των εκτεταμένων σιδηροδρομικών δικτύων ανελάμβαναν συνήθως εργολάβοι σιδηροδρομικών έργων, που κουβαλούσαν μαζί τους Βρετανούς ή Ιρλανδούς εργοδηγούς, ειδικευμένους τεχνίτες και την «αριστοκρατία» των εργατών.

Ωστόσο απαιτούνταν και δεκάδες χιλιάδες εργατικά χέρια, που έπρεπε να είναι μια αποδοτική και ευάγωγη δύναμη. Η πηγή τους δεν ήταν μόνον οι φθηνοί Κινέζοι εργάτες και οι φτωχοί νεοφερμένοι Ευρωπαίοι μετανάστες. Χιλιάδες ντόπιοι Αμερικανοί, κυρίως χωριατόπαιδα που τους αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «Μπομπότες», αναζητούσαν κι αυτοί μια ευκαιρία για ένα μεροκάματο στην κατασκευή των σιδηροδρόμων. Πολλοί στρατολογούνταν μεταξύ περιθωριακών και ανερμάτιστων ανθρώπων, πρόθυμοι να δουλέψουν σκληρά για ένα καλό μεροκάματο σε δύσκολες συνθήκες το οποίο, καθώς δεν είχαν οικογενειακές ή άλλες υποχρεώσεις, το έχαναν στη συνέχεια στο πιοτό ή στα χαρτιά. Ήταν μια κινούμενη στρατιά ανεξάρτητων εργατών, που δούλευαν στις παρυφές του βιομηχανικού κόσμου, και η ζωή τους -σύμβολο μιας ανεπίσημης λατρείας του ανδρισμού- σκανδάλιζε τους ευυπόληπτους πολίτες όλων των κοινωνικών τάξεων. Ένας από αυτούς τους χιλιάδες εργάτες, που αντιλήφθηκαν πως η  κατασκευή του δικτύου των αμερικανικών σιδηροδρόμων δημιουργούσε νέες ευκαιρίες, ήταν και φτωχός αλλά φιλόπονος Τόμας Άλβα Έντισον, που εξελίχθηκε αργότερα στον παραγωγικότερο εφευρέτη στην ιστορία των ΗΠΑ.
 
Η επεκτεινόμενη Αμερική στο επίκεντρο της νέας τεχνολογικής επανάστασης

Η Αμερική βρισκόταν τότε σε μια φάση που μεγάλωνε κι επεκτείνονταν αχαλίνωτα, κυρίως χάρη στο σιδηρόδρομο. Χρειάζονταν έτσι αυτά τα νέα «σιδερένια άλογα και άμαξες», τις ατμοκίνητες αμαξοστοιχίες, που μπορούσαν να μεταφέρουν χιλιάδες ανθρώπους από την ακτή του Ατλαντικού σ’ εκείνη του Ειρηνικού ωκεανού. Ο Τόμας Έντισον σε ηλικία δώδεκα ετών άρχισε να εργάζεται σκληρά πουλώντας εφημερίδες στους επιβάτες του σιδηροδρομικού σταθμού του Ντιτρόιτ και κατόπιν στο τρένο της γραμμής Ντιτρόιτ-Χιούρον. Αγαπούσε την επιστήμη και είχε στήσει ένα μικρό αυτοσχέδιο εργαστήριο σε μια γωνιά ενός βαγονιού τρένου. Τα δολάρια που κέρδιζε τα επένδυε αγοράζοντας καλώδια και χημικές ουσίες που χρησιμοποιούσε στα πρώτα του «πειράματα». Ξόδευε ατελείωτες ώρες διαβάζοντας βιβλία και εγχειρίδια για το πως να χρησιμοποιεί τον πρωτόγονο εξοπλισμό του. Είχε εκ φύσεως φιλοπερίεργο πνεύμα, εξερευνητικό. Ήταν γεννημένος πειραματιστής, πρόθυμος να δοκιμάσει τα πάντα για να βρει την καλύτερη λύση. Αυτό ήταν το όνειρο του.

Ήταν η εποχή που οι ΗΠΑ επεκτείνονταν ακάθεκτα προς την «Άγρια Δύση». Σιδηρόδρομοι, τηλεγραφικές γραμμές και δεκάδες νέες εφευρέσεις ωθούσαν δυναμικά στον εκσυγχρονισμό αυτής της απέραντης χώρας. Νέοι δρόμοι και σιδηρόδρομοι κατασκευάζονταν συνεχώς, κτίζονταν χιλιάδες οικισμοί, εκατοντάδες μικρές πόλεις κι εκατομμύρια άνθρωποι μετακινούνταν Δυτικά προς αναζήτηση νέας γης αλλά κι ευκαιριών πλουτισμού. Η συστηματική γεωργία εξαπλώθηκε στις απέραντες πεδιάδες των Μεσοδυτικών πολιτειών και η εκμηχάνιση τη γεωργικής παραγωγής προχωρούσε ταχύτατα με καινοτομίες, όπως οι θεριστικές μηχανές, που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ. Θεαματική άνοδο σημείωσε γενικώς η εφαρμογή της εφευρετικότητας κι επινοητικότητας στη γεωργία: ενώ το 1850 εκδόθηκαν στις ΗΠΑ μόλις 191 διπλώματα ευρεσιτεχνίας που αφορούσαν τη γεωργία, το 1871 ο αντίστοιχος αριθμός τους ξεπερνούσε τα 3.217! Ως αποτέλεσμα η γεωργική παραγωγή στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε, οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων αυξήθηκαν, και εισέρρεαν προς επένδυση άφθονα ευρωπαϊκά κεφάλαια, μαζί με εκατομμύρια φτωχούς Ευρωπαίους μετανάστες.
 
Τηλέγραφος: το «διαδίκτυο της Βικτωριανής εποχής»

Με το που έρχονταν στην Αμερική ένα μεγάλο τμήμα των Ευρωπαίων μεταναστών κατευθύνονταν στις εύφορες Μεσοδυτικές πεδιάδες, όπου αποκτούσαν εύκολα και φθηνά γη. Μικρές πόλεις φύτρωναν ξαφνικά από το πουθενά, σαν τα μανιτάρια ύστερα από τη βροχή. Κι όπου μετακινούνταν οι άνθρωποι πήγαινε μαζί τους και ο τηλέγραφος, ως βασικός τρόπος επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις. Ο τηλέγραφος ήταν το «διαδίκτυο της Βικτωριανής εποχής»: ένα εκλεπτυσμένο, για τα δεδομένα της εποχής, σύστημα μετάδοσης πληροφοριών με την ταχύτητα του φωτός. Ειδικά κατά την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου (1861-1864), όταν αποδείχθηκε και η χρησιμότητα του στις πολεμικές επιχειρήσεις, στη χάραξη στρατηγικής συντονισμένου αιφνιδιασμού και όχι μόνον για να μαθαίνουν οι γονείς, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τα πεδία των μαχών, αν οι γιοί τους ήταν ζωντανοί ή νεκροί. Οι Βόρειοι (Ένωση) νίκησαν τους Νότιους (Συνομοσπονδιακές Πολιτείες) γιατί είχαν πληθυσμιακή, οικονομική, βιομηχανική και προπαντός τεχνολογική υπεροχή σε τομείς όπως τα τηλεγραφικά δίκτυα και οι σιδηρόδρομοι, και όχι απλά διότι πολεμούσαν για έναν καλό σκοπό, όπως ήταν η κατάργηση της δουλοκτησίας. Και ο Τόμας Έντισον ήταν ένας Βόρειος, τυπικός Γιάνκης, ίσως πιο ευφυής, πεισματάρης, ανταγωνιστικός και οραματιστής από τον μέσο όρο. 

Την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου (1861-1864), όταν οι περισσότεροι Βόρειοι άνδρες άνω των δεκαοκτώ ετών είχαν στρατολογηθεί υποχρεωτικά, για να σταλούν στα σφαγεία των μαχών, χρειάζονταν εύστροφοι τηλεγραφητές, που μάλιστα δεν ήταν ακόμη σε ηλικία στράτευσης. Η ζήτηση για καλούς τηλεγραφητές ήταν αυξημένη και ο Έντισον ήταν ένας πολύ καλός νεαρός χειριστής του τηλέγραφου, ο οποίος μπορούσε να τηλεγραφεί ασταμάτητα επί 18 ώρες την ημέρα! Ήταν όμως και κάτι παραπάνω από καλός τηλεγραφητής. Ένας ανήσυχος, φιλοπερίεργος πειραματιστής και εν δυνάμει εφευρέτης. Κι αυτό ήταν κάτι που φάνηκε αμέσως στα πέντε χρόνια κατά τα οποία εργάστηκε ως τηλεγραφητής, μεταδίδοντας καθημερινά νέα και ρεπορτάζ για τις εφημερίδες σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων. Ταυτόχρονα, διαβάζοντας αυτά τα νέα, μπόρεσε να συμπληρώσει την ελλειπή του μόρφωση. Εξοικειώθηκε επίσης με τις τεχνολογικές εξελίξεις, τόσο πάνω στην τηλεγραφία, όσο και πάνω στο μυστηριώδη φαινόμενο του ηλεκτρισμού, που αποτελούσε μια πραγματική επιστημονική Terra Incognita, γεμάτη λαμπρές υποσχέσεις για το μέλλον.

Τα τηλεγραφικά γραφεία εκείνης της εποχής ήταν ουσιαστικά «μικρές σχολές ηλεκτρισμού» και ο Έντισον αποδείχθηκε ένας από τους καλύτερους «σπουδαστές» τους, καθώς επωφελήθηκε από τη συγκεκριμένη εργασία για να αποκτήσει ένα είδος τεχνολογικής εκπαίδευσης, το οποίο θα αποδεικνύονταν πολύτιμο για την εξέλιξη της εφευρετικής του σταδιοδρομίας. Οι χειριστές μάθαιναν τα πάντα για τον εξοπλισμό τηλεγραφίας, το πως λειτουργούσε, καθώς και για τη φύση και πρακτική διαχείριση του φαινομένου του ηλεκτρισμού. Μπορούσαν να εγκαθιστούν και να συναρμολογούν τον τηλεγραφικό τους εξοπλισμό. Να τον επιδιορθώνουν, όταν χρειαζόταν, αλλά και να τον βελτιώνουν, όπως έκανε ο μονίμως ανήσυχος νεαρός Τόμας Έντισον. Ανήσυχος γιατί τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο του ο Έντισον διάβαζε και πειραματιζόταν διαρκώς. Το εφευρετικό του ταλέντο, μαζί με την εργασιομανία του, άρχισαν να ξεδιπλώνονται αργά αλλά σταθερά εκείνη την περίοδο της τηλεγραφίας. Ο ίδιος, για πρώτη φορά στη ζωή του, άρχισε τότε να βλέπει τον εαυτό του ως έναν πετυχημένο μελλοντικό εφευρέτη, κυρίως στον τομέα του ηλεκτρισμού. Πίστεψε απόλυτα σ’ αυτή την ιδέα και της αφιερώθηκε ολοκληρωτικά, σε σημείο ώστε όλα τα άλλα να έχουν γι’ αυτόν δευτερεύουσα σημασία.
 
Το πρώτο «εργοστάσιο εφευρέσεων» στον κόσμο

Η Αμερική, την εποχή που ο Έντισον έκανε τα πρώτα εφευρετικά κι επιχειρηματικά του βήματα, φωτίζονταν ακόμη με γκαζόλαμπες και κινούνταν κυρίως με αλογάμαξες. Αδημονούσε περιμένοντας κάποιος κάποτε να φέρει την τεχνολογική επανάσταση ή τουλάχιστον να νικήσει το νυκτερινό σκοτάδι. Ο άνθρωπος αυτός έμελλε να είναι ο Τόμας Άλβα Έντισον που σε ηλικία τριανταενός ετών το 1879 ανακάλυψε τον πρώτο αποτελεσματικό ηλεκτρικό λαμπτήρα. Η ανακάλυψη αυτή έγινε στο εργαστήριο του στο Μένλο Παρκ του Νιου Τζέρσεϊ. Ήταν το πρώτο παγκοσμίως «εργοστάσιο εφευρέσεων» από όπου συχνά πυκνά ξεπηδούσε κι από μία νέα εφεύρεση η οποία είχε πάντα πρακτική εφαρμογή: από το απλό στυλό γραφής (Stencil-Pen No 196,747 πατέντα του Έντισον), που έγινε το αγαπημένο εργαλείο μαθητών και γραφιάδων, μέχρι τον λαμπτήρα πυρακτώσεως, που έφερε πραγματική επανάσταση αλλάζοντας τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Στο Μένλο Παρκ η ομάδα του Έντισον εργάζονταν πυρετωδώς σαν ένας. «Τα παιδιά εδώ δουλεύουν με εμένα, όχι για μένα. Όλοι μας είμαστε συνεργάτες για την ευημερία της χώρας μας και του κόσμου», έγραφε ο Έντισον σ’ ένα σημείωμα του, αποσιωπώντας φυσικά το γεγονός πως όλοι εργάζονταν πρωταρχικά για το δικό του συμφέρον και τη δική του δόξα. 

Ο Έντισον ξεκίνησε σε μια εποχή τεχνολογικής μεταμόρφωσης της Αμερικής. Μιας επαναστατικής, σε πολλά επίπεδα διαδικασίας, που άλλαξε την Αμερική και τον κόσμο. Ο ίδιος βρισκόταν στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων της εποχής του ή ήταν ο εξελικτικός επιταχυντής τους. Και κατοικούσε στη Νέα Υόρκη, στη νέα μητρόπολη του κόσμου, η οποία αποτελούσε ένα σύγχρονο «αλχημιστικό εργαστήρι» όπου καταύγαζε το νέο φως του ηλεκτρισμού, μαζί με πλήθος τεχνολογικών θαυμάτων και πρωτοποριών που ξεπηδούσαν καθημερινά.  Εδώ όπου οι πανάρχαιες γνώσεις του Παλαιού Κόσμου αναμείχθηκαν με την απελευθερωτική δυναμική του Νέου Κόσμου, κυοφόρησαν εξελίξεις και γέννησαν τη σύγχρονη εποχή μας. Δεν είναι υπερβολικό να ειπωθεί πως ο σημερινός μας κόσμος γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα.
 
Η εκρηκτική εξέλιξη της Νέας Υόρκης

Η εξέλιξη της Νέας Υόρκης, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, υπήρξε το λιγότερο εντυπωσιακή. Το 1800, αν και είχε αρχίσει να διακρίνεται ως κέντρο εμπορικών και οικονομικών δραστηριοτήτων της Ανατολικής Ακτής, είχε πληθυσμό μόλις 60.000 κατοίκων, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τη Φιλαδέλφεια, που ήταν ως τότε η πολυπληθέστερη πόλη των ΗΠΑ. Εννέα δεκαετίες αργότερα, το 1890, όταν το άστρο του Έντισον μεσουρανούσε, η Νέα Υόρκη μετατράπηκε σε μια κοσμοπολίτικη μητρόπολη με πληθυσμό 2,5 εκατομμύρια κατοίκους. Ο βασικός λόγος της τεράστιας πληθυσμιακής αύξησης και πολεοδομικής ανάπτυξης της Νέας Υόρκης ήταν η αθρόα μετανάστευση από την Ευρώπη. Η πόλη, με το πολύβουο λιμάνι της, ήταν η βασική πύλη εισόδου μεταναστών αλλά και προϊόντων από την Ευρώπη προς την αμερικανική ενδοχώρα.

Ο υπερατλαντικός δίαυλος ήταν φθηνός επειδή και οι ίδιοι οι μετανάστες αποτελούσαν «ωφέλιμο φορτίο», το οποίο η Αμερική χρειαζόταν για να εποικίσει τις αχανείς εκτάσεις στα Μεσοδυτικά της. Το λιμάνι της Νέας Υόρκης ήταν η κύρια πύλη εισόδου των εκατομμυρίων Ευρωπαίων μεταναστών και ο πρώτος τους σταθμός προτού οι νεοφερμένοι διοχετευτούν στην απέραντη αραιοκατοικημένη ενδοχώρα της. Γι’ αυτό και η Νέα Υόρκη της εποχής έμοιαζε με κοσμοπολίτικη μυρμηγκοφωλιά γεμάτη ανήσυχους ονειροπόλους…
 
Η Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα ως προμήνυμα του μέλλοντος

Με εντυπωσιακή ταχύτητα η Νέα Υόρκη έγινε το πληθυσμιακό, εμπορικό, χρηματοπιστωτικό και οικονομικό κέντρο των ΗΠΑ. Πλούτος άρχισε να συγκεντρώνεται και να σχηματίζεται σημαντική μεσαία τάξη, που από τότε αποτέλεσε το σύμβολο του αμερικανικού τρόπου ζωής.
Η Νέα Υόρκη εκείνης της εποχής ήταν ένα προμήνυμα του μέλλοντος, παρότι ζούσαν σε αυτή μόλις λίγο πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι, σε συνθήκες συνωστισμού και φτώχειας οι περισσότεροι, είναι η αλήθεια. Ήταν μια εποχή οικοδομικού οργασμού στο Μανχάταν. Η εφεύρεση του ανελκυστήρα, σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής των οικοπέδων, ώθησε τα σπίτια να ψηλώσουν. Άρχισαν έτσι να ξεφυτρώνουν οι πρώτοι ουρανοξύστες, που έγιναν και το σύμβολο ισχύος της ανερχόμενης αμερικανικής οικονομίας. Την ίδια εποχή το Lower East της Νέας Υόρκης ήταν η μεγαλύτερη φτωχογειτονιά στο Δυτικό κόσμο, όπου συνωστίζονταν 130 φτωχοί άνθρωποι σε έκταση μόλις χιλίων τετραγωνικών μέτρων! Τέτοιες τρομακτικές ανισότητες φαινόταν φυσιολογικές στους κυνικούς Νεοϋρκέζους, που μεγάλωσαν στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του σύγχρονου καπιταλισμού.

Η πλειονότητα ωστόσο των κατοίκων της ήταν οι φτωχοί, αθρόα αφιχθέντες, Ευρωπαίοι μετανάστες, που ήταν πρόθυμοι να κάνουν οποιαδήποτε εργασία προκειμένου να επιβιώσουν. Πολυτελείς κατοικίες και συνοικίες άρχισαν να χωρίζονται από τα τεράστια «γκέτο φτώχειας» του προλεταριάτου των μεταναστών. Οι βιομηχανίες άρχισαν να εξοβελίζονται στην περιφέρεια της πόλης και υψώθηκαν οι πρώτοι ουρανοξύστες που έγιναν παγκόσμια σύμβολα του αμερικανικού καπιταλισμού. Μια νέα εποχή γεννιόταν.
 
* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Μοίρασε το άρθρο!