96 ΧΡΟΝΙΑ από την ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ – Του Γρηγόρη Εδιρνέλη

96 ΧΡΟΝΙΑ από την ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

του Γρηγόρη Εδιρνέλη*

Την Τετάρτη 24η Ιουλίου 2019 συμπληρώνονται 96 χρόνια από την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923. Παρά την πάροδο του χρόνου και τις μετέπειτα εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, το σημαντικό αυτό συμβατικό κείμενο συνεχίζει να παραμένει ένα επίκαιρο, “living instrument”, (ζωντανό «όργανο») έλκοντας το ενδιαφέρον της παγκόσμιας πολιτικής και επιστημονικής κοινότητας.

Δίχως αμφιβολία, τόσο οι συγκυρίες που οδήγησαν στη διαπραγμάτευση και υιοθέτηση της Συνθήκης της Λωζάννης όσο και οι ουσιαστικές της ρυθμίσεις παρέχουν γόνιμο έδαφος για συζήτηση των πολλαπλών πτυχών, όχι μόνο από νομικής σκοπιάς αλλά σε συνδυασμό με την ιστορική και διπλωματική διάσταση που πρέπει να συνεξετάζονται για την αξιολόγηση των γεγονότων, πραγματικών και νομικών και των διαχρονικών συνεπειών τους.

Η Συνθήκη της Λωζάνης είναι ουσιαστικά η συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπεγράφη στις 24 Ιουλίου του 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και που συμμετείχαν επίσης στην Συνθήκη των Σεβρών (Βρετανική Αυτοκρατορία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ρουμανία και το Σερβο-Κροατο-Σλοβενικό κράτος). Την νέα συνθήκη υπέγραψε επίσης και η ΕΣΣΔ η οποία δεν συμμετείχε σε εκείνη των Σεβρών.

Η Τουρκία υποστηρίζει τα τελευταία χρόνια ότι στη Συνθήκη της Λωζάνης, με την οποία επικυρώθηκε η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα οποία είχαν απελευθερωθεί κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913) όπως επίσης και στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947) με την οποία η ηττημένη Ιταλία παραχώρησε στην Ελλάδα την κυριαρχία της Δωδεκανήσου, υπάρχουν νησιά, νησίδες και βραχονησίδες με αμφισβητούμενο καθεστώς αφού δεν αναφέρονται ονομαστικά και ξεχωριστά το καθένα τους στις συνθήκες αυτές.

Εκείνο όμως το οποίο πρέπει να τύχει της προσοχής μας είναι κυρίως το άρθρο 15 της συνθήκης της Λωζάνης στο οποίο και αναφέρονται επί λέξει τα εξής:
«Η Τουρκία
παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι: Της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου.»

Το άρθρο αυτό της συνθήκης είναι εκείνο που επανειλημμένα έχει αφήσει να εννοηθεί πως θέλει να επαναδιαπραγματευθεί ο Ταγίπ Ερντογάν. Πριν από δύο χρόνια περίπου σε μία από τις συχνές ομιλίες του είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:

«Η 15η Ιουλίου (ημέρα διεξαγωγής του πρόσφατου στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Τουρκία) είναι η επέτειος του δεύτερου πολέμου για την Ανεξαρτησία του Τουρκικού Έθνους. Και έτσι θα πρέπει να την θυμόμαστε. Μας απείλησαν με τη Συνθήκη του 1920 και μας έπεισαν να αποδεχθούμε τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Κάποιοι προσπάθησαν να μας εξαπατήσουν, παρουσιάζοντας τη Λωζάνη ως νίκη. Αλλά στη Λωζάνη παραχωρήσαμε τα (τώρα ελληνικά) νησιά, που αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου, θα ακουστείς απέναντι».

Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 16 της Συνθήκης της Λωζάνης:

Η Τουρκία δηλοί ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή διά της παρούσης Συνθήκης (Ίμβρος και Τένεδος), της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.”

Επίσης η Συνθήκη ορίζει πως τα νησιά και οι βραχονησίδες που κείνται σε 3 ναυτικά μίλια από την ακτή ανήκουν στην εθνική κυριαρχία του παράκτιου κράτους. Εντούτοις, η Συνθήκη δεν ρυθμίζει ρητά το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών που παράγουν τα νησιά του Αιγαίου και οι ακτογραμμές εκατέρωθεν του Αιγαίου.

Το σημείο αυτό έχει αποτελέσει σημείο ρήξης ανάμεσα στις γείτονες χώρες αναφορικά με την έκταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους με βάση το διεθνές δίκαιο, ιδίως μετά την κωδικοποίηση και προοδευτική εξέλιξη του διεθνούς δικαίου για το δίκαιο της θάλασσας και την ανάπτυξη των τεχνολογικών δυνατοτήτων για την πρόσβαση και εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων ορυκτών πόρων (κυρίως φυσικού αερίου και πετρελαίου).

Μολονότι ο Πρόεδρος της Τουρκίας έχει προσφάτως αμφισβητήσει το κύρος της Συνθήκης της Λωζάνης καλώντας σε αναθεώρηση των ελληνοτουρκικών συνόρων, τα επιχειρήματα αυτά δεν φαίνεται να στηρίζονται σε κάποιο συγκεκριμένο νομικό έρεισμα.

Με βάση το άρθρο 14(1α) της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συμβάσεων, η πρόθεση ενός Κράτους να δεσμευθεί από τις διατάξεις μίας σύμβασης εκφράζεται δια της επικυρώσεως της σύμβασης κι εφόσον ο εκπρόσωπος του Κράτους αυτού έχει υπογράψει την οικεία σύμβαση.

Εν προκειμένω, με την υπογραφή και επικύρωση της, η Συνθήκη της Λωζάνης κατέστη τμήμα της έννομης τάξης της Τουρκίας κατά το άρθρο 2 του Τουρκικού Συντάγματος του 1921.

Κατά δε το άρθρο 26 της Σύμβασης της Βιέννης, κάθε σύμβαση σε ισχύ, δεσμεύει τα μέρη της και πρέπει να εκτελείται με καλή πίστη.

Το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάνης έχει υπογραφεί και επικυρωθεί από όλα τα μέρη σημαίνει ότι τα μέρη της δεσμεύονται να εφαρμόζουν τις διατάξεις της κατά την αρχή pacta sunt servanda («τα συμπεφωνημένα πρέπει να τηρούνται».)

Εξ’ άλλου, η λογική των διεθνών συμβάσεων επιβάλλει ότι οι διατάξεις τους πρέπει να τηρούνται για την ανάγκη της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της διεθνούς κοινότητας. Η επίκληση περιστάσεων που ακυρώνουν μία διεθνή συνθήκη είναι εξαιρετικά σπάνια στην πράξη. Η ίδια η Σύμβαση της Βιέννης, άλλωστε, εισάγει ένα τεκμήριο διατήρησης των συμβάσεων σε ισχύ.

Με άλλα λόγια, κάθε σύμβαση που έχει υπογραφεί και επικυρωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της, τεκμαίρεται ότι είναι έγκυρη και δεσμεύει όλα τα μέρη της καθ’ όλη την διάρκειά της και μονάχα το άλλο μέρος φέρει το βάρος να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, επικαλούμενο και αποδεικνύοντας την συνδρομή περιστάσεων που επιφέρουν την ακυρότητα, λήξη ή αναστολή της σύμβασης.

Δεδομένου ότι η Τουρκική πλευρά δεν έχει προσκομίσει αποδείξεις περί της συνδρομή περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν την ακύρωση της Συνθήκης, προκύπτει ότι το τεκμήριο ισχύος της Συνθήκης της Λωζάνης παραμένει ισχυρό. Ως εκ τούτου, η Συνθήκη της Λωζάνης είναι σε ισχύ και τα μέρη δεσμεύονται να την εφαρμόσουν στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η Ελλάδα δεν έχει εκφέρει ποτέ και καμία διάθεση αμφισβήτησης των συνόρων της Τουρκίας αλλά είναι επίσης δεδομένο πως δεν πρόκειται ποτέ να δεχθεί οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, αφού μόνο να χάσει έχει, εάν συμφωνήσει σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Και εξηγούμαι:

Τα Διεθνή Δικαστήρια και οι διεθνείς επιτροπές γενικότερα έχουν την τάση του «Πόντιου Πιλάτου», να προσπαθούν δηλαδή να ικανοποιήσουν και τις δύο πλευρές, ανεξαρτήτως του «δίκαιου» ή του «άδικου» ενός προβαλλόμενου αιτήματος.

Αυτό σημαίνει πως στην περίπτωση που η Τουρκία διεκδικήσει π.χ εδάφη ή δικαιώματα στην ΑΟΖ, κ.λ.π. και η Ελλάδα δεχθεί να μπει στη λογική τέτοιας συζήτησης τότε, σίγουρα δεν θα ικανοποιηθούν όλα τα αιτήματα της Τουρκίας, όμως πιθανότατα κάποια από αυτά θα ικανοποιηθούν. Δεν πρόκειται, με απλά λόγια, να ακούσει «όχι» σε όλα. Συμπερασματικά λοιπόν, η Ελλάδα μόνο χαμένη θα μπορούσε να βγει από μία τέτοια διαπραγμάτευση, παρότι συγκριτικά με την συνθήκη των Σεβρών, η συνθήκη της Λωζάνης «ζημίωνε» την χώρα μας.

Συνεπώς, η αταλάντευτη προσήλωση των εκάστοτε κυβερνώντων στην συνθήκη της Λωζάνης είναι η πυξίδα που προασπίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας και αποτρέπει την ανάφλεξη διεκδικήσεων από τη φιλέριδα γείτονα χώρα αλλά επιπλέον ενισχύει την ειρήνη στην ευρύτερη ευαίσθητη και εύφλεκτη περιοχή των Βαλκανίων.

Ο Γρηγόρης Εδιρνέλης είναι δικηγόρος και δημοτικός σύμβουλος του δήμου Ωραιοκάστρου, επικεφαλής της ΔΚΠΩ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Μοίρασε το άρθρο!