Όταν το αρχαίο DNA πολιτικοποιείται

Ποια ευθύνη έχουν οι αρχαιολόγοι και οι γενετιστές όταν η έρευνά τους για τα προϊστορικά ευρήματα μετατρέπεται σε επιχειρήματα του 21ου αιώνα σχετικά με την εθνότητα; 

Οι Φιλισταίοι και ο Νετανιάχου

Πρόσφατα, με μια σειρά από tweets, δέκα αρχαίοι σκελετοί έγιναν γεωπολιτικά πιόνια. Πως; Στις αρχές του Ιουλίου μια νέα διεθνής γενετική επιστημονική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Φιλισταίοι, οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι των βιβλικών Ισραηλιτών, κατάγονταν από ανθρώπους που είχαν έρθει στην περιοχή της Παλαιστίνης από το Αιγαίο, τη Νότια Ευρώπη και τη Μεσόγειο στην αρχή της Εποχής του Σιδήρου.

Η συγκριτική μελέτη για πρώτη φορά σύγχρονου και αρχαίου DNA δέκα ανθρώπων που έζησαν πριν από 3.600 έως 2.800 χρόνια στην αρχαία παράκτια πόλη της Ασκελόν, κοντά στα νότια σύνορα του Ισραήλ με τη Λωρίδα της Γάζας, φωτίζει την καταγωγή των Φιλισταίων, ένα ζήτημα ιδιαίτερα φορτισμένο μέχρι σήμερα από επιστημονική πλευρά, αλλά και με σύγχρονες πολιτικές προεκτάσεις. Η Ασκελόν ήταν ένα από τα βασικά κέντρα των Φιλισταίων κατά την εποχή του Σιδήρου και οι σκελετοί από τους οποίους ελήφθησαν τα δείγματα, είχαν ανακαλυφθεί από Ισραηλινούς αρχαιολόγους το 2016.

Οι ερευνητές της νέας μελέτης, με επικεφαλής την ισραηλινής καταγωγής αρχαιογενετίστρια Μίχαλ Φέλντμαν του γερμανικού Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη της Ανθρώπινης Ιστορίας στην Ιένα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science Advances», βρήκαν βάσιμες γενετικές ενδείξεις ότι οι πρόγονοι των Φιλισταίων μετανάστευσαν στη Μέση Ανατολή από τα δυτικά και σταδιακά, μέσα στους επόμενους αιώνες, το DNA τους αναμίχθηκε με εκείνο των ντόπιων.

Σχολιάζοντας τη μελέτη, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου έγραψε μέσω του tweet: «Δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των αρχαίων Φιλισταίων και των σύγχρονων Παλαιστινίων, των οποίων οι πρόγονοι ήρθαν από την Αραβική Χερσόνησο στο ομόσπονδο κράτος του Ισραήλ χιλιάδες χρόνια αργότερα. Η σχέση των Παλαιστινίων με το ομόσπονδο κράτος του Ισραήλ δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τη σχέση των 4.000 χρόνων που έχει ο εβραϊκός λαός με αυτήν τη γη».

Η νέα έρευνα ωστόσο δεν είχε τίποτα να πει για τη γενετική ιστορία των Εβραίων ή των Παλαιστινίων ή τη σχέση που έχουν οι σύγχρονοι πληθυσμοί με τη γη. Αν και η λέξη «Παλαιστίνιος» προέρχεται από τον «Φιλισταίο», οι Παλαιστίνιοι δεν θεωρούνται ως απόγονοι των Φιλισταίων και φαίνεται ότι ο Νετανιάχου χρησιμοποίησε αυτό το άσχετο σημείο για να ξεκινήσει το επιχείρημά του. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα του Smithsonianmag, οι συντάκτες της μελέτης δεν έσπευσαν να σχολιάσουν αλλά προετοιμάζουν μια επίσημη απάντηση. Παρά τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι Εβραίοι και οι Παλαιστίνιοι είναι γενετικά στενά συνδεδεμένοι, ο Τύπος αλλά και οι ερευνητές  δεν απάντησαν στις ανακρίβειες των σχολίων του Νετανιάχου. 

Ο Tom Booth, ερευνητής στο εργαστήριο της αρχαίας γονιδιωματικής του Ινστιτούτου Francis Crick στο Λονδίνο, ανησυχεί για τη χρησιμοποίηση της μελέτης και υποστηρίζει ότι ο Νετανιάχου την αξιοποιεί παρερμηνεύοντάς την για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του για τα παλαιστινιακά δικαιώματα. «Πρέπει να καταδικάζετε κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιείται μια μελέτη για το παρελθόν με αυτόν τον τρόπο», λέει ο Booth. «Οι πρόγονοί μας και η ζωή πριν από 4.000 χρόνια δεν φέρουν και δεν έχουν σχέση με τις ιδέες του έθνους ή της ταυτότητας, ειδικά όπως τις αντιλαμβάνονται και τις προσεγγίζουν τα σύγχρονα έθνη».

Οι κατασκευαστές του Στόουνχεντζ ήταν μετανάστες από την Μικρά Ασία

Νωρίτερα φέτος, μια νέα γενετική έρευνα ανέλυσε και συνέκρινε το DNA 47 νεολιθικών σκελετών (ηλικίας 4.500 έως 6.000 ετών) που έχουν βρεθεί στη Βρετανία και αποκάλυψε ότι οι πρόγονοι των κατασκευαστών του Στόουνχεντζ ήταν αγρότες που, ξεκινώντας το ταξίδι τους προς τα δυτικά από την περιοχή της σημερινής Τουρκίας και της ανατολικής ακτής του Αιγαίου, αφού διέσχισαν τη Μεσόγειο, έφθασαν στην Ιβηρική και από εκεί -μέσω Γαλλίας- κατέληξαν στη Βρετανία περίπου το 4.000 π.Χ.

Γρήγορα, λόγω και του πολύ μεγαλύτερου αριθμού τους, αντικατέστησαν τους ντόπιους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, με εξαίρεση τη Δυτική Σκωτία. Οι απόγονοί τους κάποια στιγμή, περί το 3.000 π.Χ., άρχισαν να κτίζουν το μνημείο του Στόουνχεντζ, για λόγους που δεν είναι απολύτως σαφείς μέχρι σήμερα. Οι μετανάστες από την Μικρά Ασία «διαβάστηκαν» από κάποιες ελληνικές εφημερίδες ως Έλληνες και από κάποιες τούρκικες ως Τούρκοι.

Οι Μινωίτες, οι Μυκηναίοι και οι σημερινοί Έλληνες 

Μια άλλη αρχαιογενετική μελέτη, με επικεφαλής δύο Έλληνες γενετιστές του εξωτερικού, τον Ιωσήφ Λαζαρίδη του Τμήματος Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ της Βοστώνης και τον Γιώργο Σταματογιαννόπουλο του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον του Σιάτλ, η οποία δημοσιεύθηκε το 2017 στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό «Nature», εστίασε στην εποχή του Χαλκού (3η-2η χιλιετία π.Χ.).

Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι είχαν μεγάλες γενετικές συγγένειες μεταξύ τους παρά τις όποιες διαφορές τους, κατάγονταν και οι δύο κυρίως από τους πρώτους νεολιθικούς γεωργούς στην περιοχή του Αιγαίου, ενώ οι σημερινοί Έλληνες είναι γενετικά παρόμοιοι σε μεγάλο βαθμό με τους Μυκηναίους. Οι εθνικιστές στην Ελλάδα έσπευσαν να διακηρύξουν ότι «η 4000χρονη φυλετική συνέχεια των Ελλήνων έχει αποδειχθεί».

Αρχαιολόγοι VS Γενετιστές

Η Susanne Hakenbeck, σημαντική αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Cambridge εξηγεί πώς οι σχολιαστές στο φόρουμ υπεράσπισης της λευκής ανωτερότητας Stormfront συχνά χρησιμοποιούν γενετικές μελέτες στα επιχειρήματά τους για τη φυλετική ανωτερότητα. Για παράδειγμα, δύο μελέτες από το 2015 έδειξαν, μέσω της αρχαίας ανάλυσης DNA, ότι οι ομάδες νεαρών ανδρών από την κουλτούρα της Yamnaya της Ευρασιατικής στέπας κατέφυγαν στη Δυτική Ευρώπη και αναμείχθηκαν με τους τοπικούς πληθυσμούς, φέρνοντας μαζί τους και τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Οι ρατσιστές λευκοί υπερασπιστές φαντάστηκαν έναν μύθο προέλευσης για την φυλή των Αρίων. «Η έρευνα συχνά τροφοδοτεί ακροδεξιές αφηγήσεις, ειδικά όταν πρόκειται για μελέτες πληθυσμού στην Ευρώπη», λέει η Hakenbeck.

Αυτό το περιστατικό έγινε ξανά η αφορμή για να αποκαλυφθούν οι εντάσεις που αναπτύσσονται μεταξύ αρχαιολόγων και γενετιστών από τότε που οι αρχαίες μελέτες του DNA άρχισαν να κερδίζουν μεγάλη πολιτική προσοχή, ειδικά την τελευταία δεκαετία.

Οι πρόοδοι στην τεχνολογία έχουν καταστήσει δυνατή την εξαγωγή και ανάλυση του DNA από αρχαία οστά, δόντια και άλλες πηγές και οι μελέτες που προκύπτουν φανερώνουν αλήθειες που διαφορετικά θα ήταν αόρατες. Έτσι για παράδειγμα ανακαλύψεις, όπως ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι διασταυρώθηκαν με τους Νεάντερταλ που ζούσαν πριν από 100 χιλιάδες χρόνια στη Σιβηρία, αναγκάζοντάς μας να αναθεωρήσουμε και να μεταθέσουμε πίσω στον χρόνο την πρώτη μεγάλη μετανάστευση από την Αφρική του εξελικτικά σύγχρονου ανθρώπου (Homo sapiens) αποσταθεροποιούν τις παλιές αντιλήψεις των διακριτών φυλετικών και εθνοτικών ομάδων.

Η απόδειξη της ποικιλομορφίας και της συνεχούς κίνησης κατά το παρελθόν υπονομεύει τις έννοιες της φυλετικής και εθνοτικής καθαρότητας που έχουν χρησιμοποιηθεί ιστορικά για τη διάκριση και την καταπίεση ορισμένων σύγχρονων πληθυσμών.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σύγχρονες γενετικές μελέτες θα μπορούσαν πραγματικά να συνεισφέρουν πολύ θετικά στην αποδόμηση παλαιών μύθων», λέει ο David Wengrow, καθηγητής συγκριτικής αρχαιολογίας στο University College του Λονδίνου. «Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει το αντίθετο;».

Τα τελευταία χρόνια, αντιθέτως λοιπόν, οι αρχαιολόγοι και οι γενετιστές έχουν δει τα αρχαία ευρήματα του DNA να παρερμηνεύονται, μερικές φορές ως αποτέλεσμα υπεραπλούστευσης, άλλες φορές στην υπηρεσία πιο ολέθριων επιχειρημάτων για τη φυλή και την εθνικότητα.

Η ευθύνη των γενετιστών

Η Susanne Hakenbeck και άλλοι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι γενετιστές (άθελά τους ή όχι) συμβάλλουν κάποιες φορές στην τροφοδοσία αυτών των αντιεπιστημονικών επιχειρημάτων αναβιώνοντας σκοτεινές ιδέες για πολιτισμικές εισβολές και μεταναστεύσεις που πολλοί αρχαιολόγοι εγκατέλειψαν από τη δεκαετία του 1960. Έχουν την τάση να σκέφτονται διαφορετικούς πολιτισμούς ως σαφώς οριοθετημένες οντότητες και αν βλέπουν αλλαγή στους τύπους κεραμικών ή άλλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται σε έναν αρχαιολογικό χώρο, τα ερμηνεύουν κάποιοι ως στοιχεία εισβολής.

«Αυτό που βλέπουμε συχνά με τις αρχαίες μελέτες DNA και αποτελεί επιστημονικά μια επιστροφή στις αρχές του 20ου αιώνα, είναι το εξής. Οι γενετιστές μπορούν να πάρουν μερικά δείγματα από ορισμένους αρχαίους σκελετούς, να τα αποκαλούν με ένα [πολιτισμικό] όνομα, συνήθως επικαλούμενοι μια ιστορική πηγή, και λένε αυτοί οι σκελετοί είναι αυτοί οι άνθρωποι, και στη συνέχεια μιλάνε για εισβολή και αντικατάσταση πληθυσμών και φυλετικών ομάδων», λέει η Rachel Pope, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ. « Έτσι, μια πραγματικά συναρπαστική νέα επιστήμη προσαρμόζεται σε μια παλιά κατανόηση των κοινωνικών μηχανισμών. Είναι πολύ καταθλιπτικό και είναι πολύ επικίνδυνο».

Οι αρχαιολόγοι και οι γενετιστές μάχονται γενικά πολλές φορές σχετικά με το τι μπορούμε πραγματικά να μάθουμε από το DNA και ποιες παρανοήσεις κρύβονται πίσω από αυτό. Ενώ η φυλή και η εθνικότητα εκφράζουν ιστορικοκοινωνικά προσδιορισμένες αντιλήψεις, οι γενετιστές τείνουν ορισμένες φορές να τις αποσυναρμολογούν και να τις μετατρέπουν σε βιολογικά σημαντικές κατηγορίες. Έτσι, ο μύθος ότι το DNA μπορεί να μας πει κάτι οριστικό όσον αφορά την πολιτισμική ή εθνοτική ταυτότητά μας παραμένει, γεγονός που τροφοδοτείται και από το πρόσφατο αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα DNA και τις πολιτικές προεκτάσεις τους.

Η εκμετάλλευση του αρχαίου DNA είναι ίσως μόνο η τελευταία επανάληψη ενός μακρόχρονου προβλήματος. Της χρήσης αρχαιολογικών δεδομένων για πολιτικούς σκοπούς.

«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό δεν είναι καθόλου μοναδικό στους γενετιστές, αλλά είναι κοινό σε όλους τους κλάδους του ανθρώπινου παρελθόντος εδώ και πολύ καιρό», λέει ο Pontus Skoglund, ο οποίος ηγείται του αρχαίου εργαστηρίου γονιδιωματικής στο Ίδρυμα Francis Crick. Υπάρχει επίσης μια θλιβερή αποδοχή μεταξύ ορισμένων ερευνητών της γενετικής ότι ανεξάρτητα από το πώς ερμηνεύουν τα ευρήματά τους στα συμπεράσματά τους οι ίδιοι, θα περιμένουν πάντα οι πολιτικοί καλοθελητές, οι ρατσιστές, οι εθνικιστές να παρερμηνεύουν τα δεδομένα για τα δικά τους επιχειρήματα. Και ο Booth προσθέτει: «Δυστυχώς ανεξάρτητα από το τι κάνουμε, αυτού του είδους τα ευρήματα είναι τόσο σημαντικά για τους εθνικιστές και  αυτού του είδους τις απόψεις, που τα χειρίζονται και τα ταιριάζουν με την ατζέντα τους, ανεξάρτητα από το τι πραγματικά λένε τα ευρήματα».

Ωστόσο, πολλοί αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι ερευνητές της γενετικής πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί σχετικά με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν (ειδικά όταν πρόκειται για πολιτισμικές ετικέτες) και πιο ενεργητικοί στις απαντήσεις τους όταν τα ευρήματά τους παρερμηνεύονται και πολιτικοποιούνται. Αναγνωρίζουν επίσης ότι πρέπει να συνεργαστούν με γενετιστές για να βρουν λύσεις που οδηγούν σε καλύτερες ερμηνείες και καλύτερες παρουσιάσεις μελετών αρχαίων DNA.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΕΛΕΒΑΝΗ

Μοίρασε το άρθρο!