Τα Στενά του Ερντογάν

Τα τελευταία χρόνια η ερντογανική Τουρκία κινείται προς την κατεύθυνση της ισλαμοποίησής της, με την αποδόμηση του κοσμικού κεμαλικού κράτους, καθώς και με τη σταδιακή απομάκρυνσή της από το Δυτικό γεωπολιτισμικό μπλοκ. Ταυτόχρονα αναζητά νέες ισορροπίες μεταξύ Δύσης και Ανατολής, διεκδικώντας «ζωτικό χώρο», ενεργειακούς πόρους, επιρροή και ρόλο αναθεωρητικής και επεκτατικής περιφερειακής δύναμης στη λεγόμενη Ενδιάμεση Περιοχή, την αχανή δηλαδή έκταση που συνδέει τη Δυτική Ευρώπη με την Άπω Ανατολή.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ
 
Το φαραωνικό σχέδιο του Istanbul Kanal

Από την επέμβασή της στη Συρία, στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, την διεκδικητική και επιθετική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, τις συνεχείς προκλήσεις σε Κύπρο και Αιγαίο, ως τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος, η Τουρκία του Ερντογάν εμφανίζεται άλλοτε ως «ταύρος εν υαλοπωλείο» κι άλλοτε ως «τοξικός γεωπολιτικός παίκτης», που απειλεί τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής. Η πολιτική της προκαλεί σοβαρή δυσαρέσκεια και ενόχληση σε Ευρώπη και Αμερική, που διστάζουν όμως να αντιδράσουν δυναμικά, παρά μόνον με χλιαρές κυρώσεις, από φόβο μην τυχόν και απολέσουν έναν τόσο σημαντικό οικονομικό εταίρο και σύμμαχο. 

Ωστόσο η απειλή των όποιων Δυτικών κυρώσεων δεν κάνει «το αυτί του Σουλτάνου να ιδρώνει».  Ο Ερντογάν φαίνεται να προχωρά απρόσκοπτα στα σχέδια του, παρά τη σοβαρή οικονομική κρίση στο εσωτερικό της χώρας και τα τόσα πολλά ανοικτά μέτωπα, προωθώντας το αφήγημα της ανερχόμενης νεοοθωμανικής, «ισχυρής και ανεξάρτητης», Τουρκίας η οποία είναι δήθεν «περικυκλωμένη» από έναν ανίερο συνασπισμό χωρών και δυνάμεων που θέλουν να την καθηλώσουν και να της στερήσουν τη «φυσική» αποστολή της, δηλαδή να κυριαρχήσει στον κόμβο της Αφροευρασίας. Φαραωνικά σχέδια όπως η κατασκευή ενός νέου, μήκους 45 χιλιομέτρων, «Καναλιού της Κωνσταντινούπολης» (Istanbul Kanal), που οραματίζεται ο Ερντογάν για να παρακάμψει τα Στενά του Βοσπόρου, προκαλεί επιπρόσθετους πονοκεφάλους και αντιδράσεις. Ο Ερντογάν φιλοδοξεί έτσι να παρακάμψει η Τουρκία της Σύμβαση του Μοντρέ, που αφορά τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια, και δεν κάνει λόγο για επιπλέον κανάλια και διώρυγες. Σε αυτά η Τουρκία θα είναι ο μοναδικός κλειδοκράτορας, που θα έχει και τον απόλυτο έλεγχο, και τα κέρδη, από τη διέλευση των πλοίων.
 

Οι απόστρατοι ναύαρχοι ανησυχούν για τα σχέδια Ερντογάν

Οι πρόσφατες συλλήψεις απόστρατων ναυάρχων στην Τουρκία, οι οποίοι μέσω επιστολής, την οποία υπέγραψαν 104 πρώην στρατιωτικοί, καλούσαν την κυβέρνηση να μην αποσυρθεί από τη Σύμβαση του Μοντρέ (1936), που καθορίζει το σημερινό καθεστώς των Στενών, και ασκούσαν δριμεία κριτική στον Ερντογάν κάνοντας λόγο για ισλαμοποίηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, προκάλεσαν ακόμη μία τεχνητή κρίση στο εσωτερικό της χώρας. Ο καχύποπτος, ακόμη και στις ιδανικότερες συνθήκες, Ερντογάν, θεώρησε αυτή την κίνηση ως «έμμεσο πραξικόπημα» και πατάχθηκε με συλλήψεις και καταστολή. Κατασκεύασε έτσι ακόμη έναν «εσωτερικό εχθρό» χρήσιμο για να αποπροσανατολίσει τους, όλο και λιγότερο, ψηφοφόρους του καθώς και μια φοβική κοινή γνώμη, που αντιμετωπίζει κρίση οικονομική και πανδημική, και υφίσταται καθημερινή «πλύση εγκεφάλου» για να πειστεί πως οι πάντες απειλούν την Τουρκία. 

Το γεγονός ότι οι απόστρατοι Τούρκοι ναύαρχοι ανησυχούν ότι μια επικείμενη αλλαγή της Σύμβασης του Μοντρέ θα θέσει την Τουρκία σε τροχιά «σιδηροδρομικής σύγκρουσης» με πολύ ισχυρές δυνάμεις και θα την απομακρύνει μοιραία από τη Δύση, με ότι αυτό συνεπάγεται, φανερώνει το πόσο οριακά και ριψοκίνδυνα κινείται πλέον η ερντογανική Τουρκία. Τόσο η Συνθήκη της Λωζάνης (1923), όσο και η Σύμβαση του Μοντρέ (1936), αποτελούν η μία τη  «ληξιαρχική πράξη γέννησης» του σύγχρονου τουρκικού κράτους και η άλλη ένα «σύμφωνο χειραφέτησης» από τον ασφυκτικό έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων. Και οι δύο μαζί όμως άνοιξαν το δρόμο στον Κεμάλ Ατατούρκ και στους Κεμαλιστές διαδόχους του για την εδραίωση μιας κοσμικής Τουρκίας και για την γεωπολιτική πρόσδεσή της στο Δυτικό Μπλοκ. 

Ο σημερινός Ερντογάν είναι ρεβιζιονιστής. Επιθυμεί να αλλάξει τη Συνθήκη της Λωζάνης, αλλά αυτό προς το παρόν δεν είναι εύκολο και εφικτό, και γι’ αυτό επιχειρεί το «ξήλωμα του πουλόβερ» αναθεωρώντας ή ακυρώνοντας τη Συνθήκη του Μοντρέ. Δεν θα είναι έκπληξη μάλιστα αν το 2023, εφόσον παραμείνει ισχυρός και στην ίδια θέση, να αποφασίσει ακόμη και την «επιστροφή» της τουρκικής πρωτεύουσας από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη.
 
Ο σημαντικότερος γεωστρατηγικός κόμβος της Ευρασίας

Τα Στενά, δηλαδή ο Βόσπορος και τα Δαρδανέλια, που συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο  και τη Μεσόγειο Θάλασσα, και κατ’ επέκταση με τον κόσμο, αποτελούν τον σημαντικότερο γεωστρατηγικό κόμβο της Ευρασίας, επηρεάζοντας διεθνείς σχέσεις, μεταφορές, συγκοινωνίες και οικονομία, καθώς και τις παγκόσμιες ισορροπίες. Είναι μια περιοχή γεωοικονομικής διαμετακόμισης διηπειρωτικής αλληλεπίδρασης, καθώς χωρίζουν και ενώνουν την Ευρώπη με την Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο. Κατέχουν δηλαδή μια κεντρική θέση στον άξονα Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης και βρίσκονται σε σημείο τομής των βασικών γεωπολιτικών, γεωοικονομικών και γεωπολιτισμικών αξόνων και σφαιρών επιρροής, που καθορίζουν περιφερειακές και παγκόσμιες ισορροπίες.

Δεν είναι τυχαίο που το πεπρωμένο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθορίστηκε από τις ρυθμίσεις του καθεστώτος των Στενών. Όταν οι Οθωμανοί είχαν τον απόλυτο έλεγχο των Στενών κι έβαζαν οι ίδιοι τους κανόνες στη ναυσιπλοΐα μεταξύ Μεσογείου και Μαύρης Θάλασσας ήταν και ένιωθαν πολύ ισχυροί, όπως άλλωστε και οι Βυζαντινοί προκάτοχοι τους. Επί τέσσερις σχεδόν αιώνες οι Οθωμανοί είχαν πλήρη κατοχή, κυριαρχία και έλεγχο επί των Στενών και έδιναν όποτε ήθελαν άδεια διέλευσης των εμπορικών πλοίων των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης. Με ανταλλάγματα φυσικά. Έτσι «ο απόλυτος έλεγχος της Μαύρης Θάλασσας και των Στενών κατέστη το βασικότερο στοιχείο της κλασικής κυριαρχίας του Οθωμανικού κράτους στην Αφροευρασία» (Αχμέτ Νταβούτογλου, Στρατηγικό Βάθος, σελ. 257).
 
Από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) στη  Σύμβαση του Μοντρέ (1936)

Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), την οποία επέβαλε η νικήτρια Ρωσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθιερώθηκε ο ελεύθερος διάπλους των Στενών στο ρωσικό εμπόριο και οι Οθωμανοί απώλεσαν έτσι τον απόλυτο έλεγχο που είχαν, κάτι που σηματοδότησε και την αρχή της παρακμής της γεωπολιτικής ισχύος τους, Κατά τον 19ο τα Στενά ήταν ο χώρος στον οποίο αντικατοπτριζόταν κατευθείαν τόσο το «Μεγάλο Παιχνίδι», δηλαδή ο ανταγωνισμός στην Ευρασία μεταξύ Ρωσίας και Μεγάλης Βρετανίας, όσο και, κατά το δεύτερο μισό του 20ο αιώνα, ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Δύσης. Ενώ κατά τη διάρκεια του Α’ Π. Πολέμου η Μάχη της Καλλίπολης (1916) υπήρξε μια «απεγνωσμένη μάχη σωτηρίας» της καρδιάς του Οθωμανικού κράτους, η Ανακωχή του Μούδρου (1918), που σήμαινε και την κατάληψη των Στενών από τις Συμμαχικές Δυνάμεις, συνήφθη στη Λήμνο, η οποία βρίσκεται ακριβώς στη «μύτη» των Δαρδανελίων.

Στη συνέχεια η ίδρυση της Διεθνούς Επιτροπής των Στενών σήμαινε τη μετατροπή της Τουρκίας σε υποτελές κράτος των νικητριών δυνάμεων. Η κυριαρχία της Τουρκίας επί των Στενών υπέστη σοβαρή μείωση προς όφελος της διεθνούς χρήσης τους και της αποστρατιωτικοποιησής τους.

Το 1936 η Σύμβαση του Μοντρέ κατάργησε την  Επιτροπή των Στενών και οι αρμοδιότητές της περιήλθαν στην Τουρκία, η οποία μπορούσε πλέον να επαναστρατιωτικοποιήσει τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψιν της τα θέματα ασφαλείας των Παρευξείνιων χωρών. Η τουρκική κυριαρχία στα Στενά ισχυροποιήθηκε με την απαγόρευση διάπλου των Στενών σε εμπορικά πλοία εμπόλεμων χωρών, το δικαίωμα του ελέγχου των διερχόμενων εμπορικών πλοίων κ.ά. Αυτή η σύμβαση ήταν αποτέλεσμα διεργασιών των ενδοευρωπαϊκών συσχετισμών ισχύος, που στη συγκεκριμένη φάση λειτούργησαν υπέρ της Τουρκίας.


 
Στενά, Σοβιετική Ένωση, Ψυχρός Πόλεμος και ΝΑΤΟ

Η Σοβιετική Ένωση είχε δυσαρεστηθεί τότε με αυτές τις αλλαγές και έθεσε και πάλι ζήτημα Στενών μετά τον Β’ Π. Πόλεμο ως νικήτρια δύναμη και πάλι. Οι απαιτήσεις που εκδήλωσε η Μόσχα επί των Στενών και των περιοχών του Καρς και Αρδαχάν στα βορειοανατολικά, υπήρξαν και οι πρώτες απειλές προς το καθεστώς που προέκυψε για την Τουρκία με τη Σύμβαση του Μοντρέ. Οι απειλές αυτές οδήγησαν στην εγκατάλειψη της «επιτήδειας ουδετερότητας» της Τουρκίας, για την οποία φημιζόταν η Άγκυρα κατά τη διάρκεια του Β’ Π. Πολέμου, και την υιοθέτηση ενός στρατηγικού προσανατολισμού προς τη Δύση, που οδήγησε και στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ (1952).

Από τη μία ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1944-1949) και από την άλλη οι σοβιετικές πιέσεις στην Τουρκία για τα Στενά αποτέλεσαν τους προάγγελους του Ψυχρού Πολέμου που κράτησε μισό αιώνα. Στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και του Ψυχρού Πολέμου (1945-1991) τα Στενά αναβαθμίστηκαν και επαναξιολογήθηκαν στη βάση μιας στρατηγικής που εμπόδιζε τη σοβιετική θαλάσσια προσπέλαση προς τη Μεσόγειο, προς τις «θερμές θάλασσες». Η μόνιμη παρουσία της Σοβιετικής Αρμάδας Μεσογείου, που μετά το 1991, αναβαπτίστηκε σε Ρωσική Ναυτική Δύναμη Μεσογείου, αναβάθμισε επίσης τη στρατηγική αξία των Στενών ως βασικού θαλάσσιου δρόμου ανεφοδιασμού της από τη ναυτική βάση της Σεβαστούπολης (Κριμαία).
Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ η σημασία των Στενών επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο ως γεωοικονομικός κόμβος μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας, που ενίσχυε τη θέση της Τουρκίας. Το γεγονός ότι αποτελούν τον σημαντικότερο στρατηγικό κόμβο της Ευρασίας προσφέρει πολλά προνόμια αλλά και πολλούς κινδύνους.
 
Στενά-Αιγαίο και οι επιπτώσεις μιας αναθεώρησης της Σύμβασης του Μοντρέ

Σε κάθε περίπτωση τα Στενά αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή του στρατηγικού πλεονεκτήματος της Τουρκίας, αν και αυτό το πλεονέκτημα εξουδετερώνεται ή συμπληρώνεται με τον γεωστρατηγικό έλεγχο που ασκεί η Ελλάδα στα νησιά του Αιγαίου, τα οποία αποτελούν προέκταση και συμπλήρωμα της άμυνας των Στενών. Και αυτό δυσαρεστεί και αγχώνει την Τουρκία. Δεν αρκεί δηλαδή να ελέγχει κανείς τα Στενά, εφόσον ο έλεγχος του Αιγαίου βρίσκεται σε άλλη δύναμη. Θα πρέπει αυτές οι δύο δυνάμεις να συνεργάζονται για να επιτρέπουν ή να παρεμποδίζουν από κοινού την διέλευση από τη Μεσόγειο προς τη Μαύρη Θάλασσα, κάτι που είναι πολύ σημαντικό στην εποχή μας με την προσάρτηση της Κριμαίας (2014) στη Ρωσία και τα ανοικτά μέτωπα στην ανατολική Ουκρανία και στον Καύκασο.

Υπό αυτό το πρίσμα οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταβολή του καθεστώτος των Στενών μέσω της κατάργησης ή αναθεώρησης της Σύμβασης του Μοντρέ, στην οποία προσβλέπει η πολιτική του Ερντογάν, θα μπορούσε να ανοίξει εκ νέου τους «ασκούς του Αιόλου» στο Γεωστρατηγικό Τρίγωνο Μαύρη Θάλασσα  – Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειο, παρασύροντας αναπόφευκτα και την Ελλάδα, που είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί ψύχραιμα και προσεκτικά τις εξελίξεις και να μην αντιδρά σπασμωδικά.

Μοίρασε το άρθρο!