«Στέγνωσε» η αγορά

Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 8,1% τον Νοέμβριο αποτελεί την πιο πρόσφατη αρνητική επίδοση για την ελληνική οικονομία αλλά και τη χειρότερη από τον Μάρτιο του 2012. Την ίδια στιγμή, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος βρισκόταν στο 2,8% το δεύτερο τρίμηνο του 2019, επιβραδύνθηκε από τον Ιούλιο και μετά.

«Μαύρα μαντάτα» όμως προέκυψαν και για τους εκπροσώπους του εμπορικού κόσμου στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι οποίοι κάνουν τον απολογισμό των γιορτών, διαπιστώνοντας ραγδαία πτώση του τζίρου σε σχέση με τον προηγούμενο Δεκέμβρη. Ειδικότερα, χαμηλότερες ήταν οι επιδόσεις για 2 στα 3 καταστήματα του Πειραιά, σε αντίστοιχους ρυθμούς κινήθηκε και η Αθήνα, πτώση 30% παρατηρήθηκε στην αγορά του Βόλου, υποτονική υπήρξε η κίνηση και στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Μεγάλη πτώση τζίρου καταγράφηκε σε Λάρισα και Πάτρα.

 Πρόκειται για μια εικόνα που ήταν ήδη αναμενόμενη από την αρχή του μήνα, την οποία οι παράγοντες της αγοράς αποδίδουν στην έλλειψη ρευστότητας στην αγορά και επικρίνουν τους χειρισμούς της κυβέρνησης, εκτιμώντας που η ουσιαστική «εξαέρωση» του κοινωνικού μερίσματος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο.

Δεν είδαν «φως» μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, μόνο τα πολυκαταστήματα «την γλίτωσαν»

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του γραμματέα του Εμπορικού Συλλόγου της Πάτρας: «Δυστυχώς, η κίνηση στα καταστήματα της πόλης δεν πήγε καλά μέσα στις γιορτές. Οι συνάδελφοι στον κλάδο της ένδυσης και υπόδησης υπολογίζουν την πτώση του τζίρου τους περίπου στο 30%. Καλύτερα πήγαν τα δώρα και τα παιχνίδια αλλά οι πολυεθνικές παίρνουν τη μερίδα του λέοντος από την κίνηση. Η απώλεια του κοινωνικού μερίσματος είναι σημαντική, καθώς εργαζόμενοι των 400-500 ευρώ που έριχναν τα χρήματα στην αγορά φέτος έμειναν εκτός, όπως και οι συνταξιούχοι. Επιπλέον, πολύ μεγάλο κομμάτι των χρημάτων που έπεσαν στην αγορά πήγαν στα μεγάλα πολυκαταστήματα και τις πολυεθνικές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τοπική οικονομία.»

Αντίστοιχες είναι οι εκτιμήσεις και από τον αντιπρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου Αθηνών και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Συνομοσπονδίας και Επιχειρηματικότητας Νίκο Κογιουμτζή, ο οποίος σημειώνει: «Φαίνεται ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις θα έχουν αρνητικό πρόσημο σε σχέση με την περσινή εορταστική περίοδο και τα πολυκαταστήματα, οι πολυχώροι και οι αλυσίδες θα παραμείνουν στα ίδια σε σχέση με πέρυσι. Αυτά τα δύο έχουμε ουσιαστικά ως προσλαμβάνουσες και ως ακούσματα και από την Αθήνα αλλά και από όλη τη χώρα» τονίζει και προσθέτει:

  «Αυτό είναι απόρροια της δυσκολίας στην οποία έχουν υπεισέλθει τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ύστερα από μια δεκαετή κρίση κι όταν πια πλέον βρισκόμαστε στον αστερισμό των δόσεων. Ξέρουμε πολύ καλά ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν τρεις και τέσσερις στο τέλος του μήνα… 4,4 εκατομμύρια συμπολίτες μας χρωστάνε στην εφορία, πάνω από 100 δισ. είναι ληξηπρόθεσμα στην εφορία, υπάρχουν υποχρεώσεις προς τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τις τράπεζες, άρα καταλαβαίνετε ότι δεν περισσεύει σχεδόν τίποτα αυτή τη στιγμή για την αγορά».

Στις εκπτώσεις χωρίς πολλές προσδοκίες

Όπως επισημαίνουν όσοι παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις, ήταν οι κυβερνητικές επιλογές που «στέγνωσαν» την αγορά, καθώς το κοινωνικό μέρισμα, που χρηματοδοτούσε βασικές καταναλωτικές ανάγκες τα προηγούμενα τρία χρόνια, στην ουσία «αξαϋλώθηκε». Μάλιστα, για όσους γνωρίζουν τα αυτονόητα, το κοινωνικό μέρισμα που έφτανε στην αγορά από τις αρχές Δεκέμβρη επέστρεφε στο τέλος του χρόνου στα κρατικά ταμεία μέσω της φορολογίας του αυξημένου τζίρου.

Πλέον, οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου φαίνεται να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στις χειμερινές εκπτώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από τη Δευτέρα 13 Ιανουαρίου, χωρίς όμως να έχουν ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες. Άλλωστε, οι νέες κυβερνητικές ανακοινώσεις οι οποίες έβαλαν «στον πάγο» τόσο την 13η σύνταξη όσο και την προοπτική αύξησης του κατώτατου μισθού μόνο ευοίωνο μέλλον δεν προδικάζουν.

Μοίρασε το άρθρο!