Σκόρπιες πινελιές στον καμβά της ιστορίας του Ωραιοκάστρου

Σκόρπιες πινελιές στον καμβά της ιστορίας του Ωραιοκάστρου-

Κείμενο γραμμένο για τις ανάγκες ντοκιμαντέρ για την εγκατάσταση των Ποντίων στο Ωραιόκαστρο υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Νεότερης Πολιτιστικής κληρονομιάς του ΥΠΠΟ. Παραγωγή Ένωση Ποντίων Ωραιοκάστρου και Φίλων και του συλλόγου ‘’Φάρος Ποντίων’’.

του Δημητρίου Σ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)

Εάν στεκόμασταν τριακόσια χρόνια πριν, επάνω ψηλά στην κορυφή του Σιβρί τεπέ, θα βλέπαμε καραβάνια από καμήλες να διασχίζουν τον κάμπο του Ωραιοκάστρου (Νταούντ Μπαλί το ‘λεγαν τότες) μεταφέροντας πυρίτιδα για τον στρατό του Σουλτάνου. Για τον στρατό του, που τότε πολεμούσε στο Βελιγράδι, ή στη Βιέννη; Ποιος ξέρει; Πιο πέρα στις όχθες του Γαλλικού ποταμού, πλάι στο Γραδεμπόρι (σημερινή Πεντάλοφος) θα βλέπαμε να ορθώνεται το περίφημο Σελανίκ μπαρούτχανεσί, που πάει να πει, πυριτιδοποιείο της Θεσσαλονίκης.
Εκατό χρόνια πριν, κάποιες φωτογραφίες που έχουν διασωθεί από την εποχή του Μεγάλου Πολέμου (1914-1918), εδώ στο σημερινό Ωραιόκαστρο, αποτυπώνεται ένας τόπος άδενδρος, σχεδόν γυμνός, άφιλος. Πουρνάρια και βλάστηση χαμηλή με σχετικά λιγοστά βοσκοτόπια. Ισχνή κι η ανθρώπινη παρουσία. Εκεί κάτω στο Παλαιόκαστρο όπου στέκει η εκκλησιά του Αγίου Αθανασίου, στο γύρισμα του περασμένου αιώνα υπήρχαν μοναχά περίπου είκοσι πέντε οικογένειες χριστιανικές και μια μόνο μουσουλμανική. Ιδού κάποια από τα ονόματά τους: Ζάπρας (δάσκαλος του χωριού την περίοδο 1901-1902), Μπαζάκας (υποδηματοποιός), Βαλκάνης, Ουζούνης, Κούντης, Καλόνης, Μπούκλας (πρόεδρος του χωριού μετά το 1912), Βαρδαλής, Σλαμπέας, Σαραμούδης, Τελιούσης κ.α.
Υπήρχαν όμως και οι οικογένειες Βλάχων από τα Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου πού ‘ρχονταν εδώ για χειμαδιά με τα κοπάδια τους. Από του Αη Δημήτρη την εορτή κινούσαν και χείμαζαν εδώ μέχρι του Αη Γιώργη την άνοιξη, πριν γυρίσουν πίσω στην εύρωστη τότε κωμόπολή τους στα 1.200 μέτρα ψηλά.

Η απαρχή…
Η πρώτη παρουσία πρόσφυγα από τον Πόντο στο Ωραιόκαστρο (Νταούντ Μπαλί τότε), ανιχνεύεται ήδη από το έτος 1919. Ο παπα-Χρυσόστομος Σιδηρόπουλος ήταν ο πρώτος και φιλοξενήθηκε σε κάποια οικία του σημερινού Παλαιοκάστρου. Τον ακολούθησε ο έτερος ιερωμένος, ο Νικόλαος Τσαφαρίδης από το Καρς του Καυκάσου. Σύντομα έφθασαν άλλες είκοσι έξι οικογένειες από τον Καύκασο περί το 1920 και εγκαταστάθηκαν κατά μήκος της σημερινής οδού 25ης Μαρτίου. Οι μισές από το χωριό Καρατάς που βρισκόταν στην περιοχή του Μπακού, πλάι στην Κασπία Θάλασσα κι άλλες από το Καρς, το Βερισάν, το Μαγαρατζί. Οι Καυκάσιοι πρόσφυγες ήταν εκείνοι που υπέφεραν περισσότερο απ’ όλους μέχρι να φθάσουν στην Ελλάδα. Αυτοί και οι Ρωμιοί του Δυτικού Πόντου. Όσοι επέζησαν υπέστησαν απίστευτες ταλαιπωρίες. Οι προπάτορες των οικογενειών Καρολίδη, Ματσουκατίδη, Καϊσίδη, Οικονομίδη, Νικολαίδη, Τσαμεσίδη, Τσαφαρίδη και άλλων, είχαν πολλά να ιστορήσουν για τα δεινά που υπέστησαν. Η οικογένεια Ματσουκατίδη έλαχε να είναι εκείνη που γέννησε το πρώτο παιδί των προσφύγων στον νέο τους τόπο το έτος 1921. Τον Γεώργιο Ματσουκατίδη (Ζώρας).
Ακολούθησαν άλλες 64 οικογένειες από την περιοχή της Τραπεζούντος. Οι 30 από αυτές από το Χατς εκεί στις ράχες του όρους Ζύγανα, άλλες από την Τσιμερά και καμιά δεκαπενταριά από το Σταυρίν. Καθώς κι από Κελόνισα, Μπας-Μουζενα, Χάραβα, Αε-Φωκά, Σάντα και από αλλού. Από αυτούς, οι Σταυριώτες ήταν στην πλειονότητά τους κρυπτοχριστιανοί και είχαν διπλά βαπτιστικά ονόματα, χριστιανικά και μουσουλμανικά.
Πάντως, όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο, είναι σίγουρο πως βρέθηκαν σ’ ένα περιβάλλον αφιλόξενο. Αφιλόξενο, όχι μόνον ως προς τον χώρο αλλά και τους λιγοστούς ανθρώπους που ζούσαν εδώ.
Λοιπόν, τι βρήκαν εδώ σε τούτον εδώ τον τόπο οι πρόσφυγες όταν έφθασαν; Τι είδους άνθρωποι ζούσαν εδώ; Πως τους δέχθηκαν;
Ξέρουμε όλοι πολύ καλά τι γίνηκε τότε τα χρόνια εκείνα. Πάνω από ένα 1,2 εκατομμύριο Ρωμιοί ξεκληρίστηκαν από τη Μικρασία και καμιά τετρακοσαριά χιλιάδες μουσουλμάνοι πήραν τον αντίστροφο δρόμο κι εγκαταστάθηκαν στους νέους τόπους τους. Απλό ακούγεται, μια ανταλλαγή διμερώς αποδεκτή (Ελλάς, Τουρκία) και διεθνώς ενορχηστρωμένη και επικυρωμένη.
Πόσο διαφορετική, πόσο σκληρή είναι όμως η πραγματικότητα!
Μέσα στα κείμενα με τις επαίσχυντες υπογραφές των σπουδαίων ανδρών, εμφιλοχωρούν αμέτρητες ιστορίες θλίψης, πόνου, απόγνωσης, θανάτου. Εν προκειμένω η πληθώρα των σχετικών περιγραφών αποδεικνύεται απελπιστικά ανεπαρκής. Ούτε ο λόγος, ούτε ακόμη κι η μουσική μπορούν να εκφράσουν έστω και αμυδρά το τι συνέβη. Έκτοτε, το μοντέλο της Συνθήκης της Λοζάνης, εφαρμόστηκε και αλλού. Κάτι ανάλογο συνέβη και με το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν 11.000.000 Γερμανοί (ναι, έντεκα εκατομμύρια!) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στην ανατολική Ευρώπη και να εγκατασταθούν σε εδάφη της κατεχόμενης από τους συμμάχους Γερμανίας. Ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ (αυτή η αιμοβόρα μαϊμού όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο ποιητής Έζρα Πάουν), στήριξαν την όλη επιχείρηση στην εμπειρία της Λοζάνης.
Ιστορικές αναλογίες υφίστανται και στην περίπτωση των γενοκτονιών των Αρμενίων και των Ρωμιών της Ανατολίας. Οι Νεότουρκοι και ο Μουσταφά Κεμάλ, υπήρξαν οι διδάσκαλοι του Χίτλερ. Αλλά και των Άγγλων, κυρίως, μετά το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία και την Παλαιστίνη, όπως και των Βέλγων, των Γάλλων και άλλων «χριστιεπωνύμων» εθνών. Άραγε έφθασε η ώρα, τούτον τον αιώνα που διανύουμε, όλοι αυτοί, οι Άραβες, οι Αφρικανοί και οι Ασιάτες, να πάρουν το αίμα τους πίσω; Θα τους επιστραφούν άραγε τα χρόνια της Ιστορίας που τους κλέψαμε εμείς οι Δυτικοί; Πιθανόν… θα δείξει…
Οι μνήμες των προσφύγων, των ταπεινών ανθρώπων που ξεσπιτώθηκαν κι απ’ τις δυό πλευρές του Αιγαίου, πάντως, δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς των πολιτικών και των γραφειοκρατών ότι, όλα όσα έγιναν αποσκοπούσαν στο γενικότερο καλό. Ας το ομολογήσουμε: οι πρόσφυγες ουδέποτε και ουδαμού γης, υπήρξαν καλοδεχούμενοι. Τουλάχιστον στις μαζικές κλίμακες όπως συνέβη τότε, αλλά και σήμερα. Ισχύει.
Ούτε οι πρώτοι πρόσφυγες εδώ στο Ωραιόκαστρο υπήρξαν ευπρόσδεκτοι. Αντιμετώπισαν καχυποψία, απομόνωση και συχνά εχθρότητα. Ευτυχώς δεν παρατηρήθηκαν εδώ στο Ωραιόκαστρο ακραίες συμπεριφορές όπως αλλού. Στην περιοχή των Σερρών για παράδειγμα, όπου είχαμε εμπρησμούς καταυλισμών προσφύγων, φόνους και βιασμούς γυναικών από ντόπιους ελλαδίτες. Είναι γνωστή πια η ιστορία με κάποιον πρόγονο ενός «εθνάρχη» που πρωτοστάτησε στα ντροπιαστικά γεγονότα. Πάντως, η παράδοση εδώ στον τόπο μας, δεν διέσωσε παρόμοιες τραγικές καταστάσεις. Και η διαπίστωση αυτή, δεν εδράζεται πάνω στα λιγοστά συγγράμματα και εργασίες που εκπονήθηκαν. Που συνήθως στρογγυλοποιούν τα πράματα για λόγους πολιτικούς. Τι εννοώ; Όταν ένας πρώην ή εν ενεργεία δήμαρχος γράφει ή χρηματοδοτεί ένα «επιστημονικό» σύγγραμμα αναφορικά με την ιστορία του τόπου του, φροντίζει πρώτιστα να είναι αρεστός σε όλους ανεξαιρέτως τους ψηφοφόρους του. Οι ιστορίες όμως που λέγονται στα καφενεία, στα παρακάθια και τα μουχαμπέτια, είναι πολύ διαφορετικές και συχνά άγριες. Υπήρχαν οι κόντρες, πολύ περισσότερο μάλιστα από τη στιγμή που οι πρόσφυγες γίνηκαν πλειοψηφία και ανέλαβαν την πολιτική διοίκηση εδώ στο Ωραιόκαστρο ήδη από τα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Κάτι διαπληκτισμοί για τα βοσκοτόπια, για την κυριότητα των γαιών, κάποιες ατελέσφορες εκατέρωθεν δίκες, επεισοδιακές (και γραφικές ενίοτε) πολιτικές αντιπαραθέσεις, έως ότου περάσει σχεδόν μια γενιά και παραπάνω μέχρι να μετριαστούν τα πάθη και να συναφθούν οι πρώτοι γάμοι μεταξύ βλάχων, ή ντόπιων και προσφύγων. Από την άλλη πάλι υπήρξαν και λιγοστές περιπτώσεις όπου οι πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν με ανθρωπιά. Ο Κουφωνάκης, άδειασε από τον στάβλο τα ζώα του, τον άσπρισε και φιλοξένησε αρκετές οικογένειες προσφύγων τον παγερό χειμώνα του 1924.
Χρειάζεται όμως να ειπωθεί και τούτο. Η άλλη όψη στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου. Όταν οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες άρχισαν να φθάνουν κατά χιλιάδες στα μέρη του Πόντου, ως αποτέλεσμα της προσάρτησης της Βοσνίας Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία το 1911 και κυρίως μετά το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), οι Ρωμιοί του Δυτικού Πόντου αντέδρασαν έντονα. Ύψωναν ανθρώπινο τείχος στις εισόδους των χωριών τους και κρατώντας την εικόνα της Παναγιάς (και με τα όπλα τους εμφανώς «κρυμμένα»…), προέβαιναν σε έντονα διαβήματα στις οθωμανικές αρχές προκειμένου να αποτρέψουν την εγκατάσταση των μουσουλμάνων προσφύγων στα χωριά και στα ίδια τα σπίτια τους, όπως απαιτούσαν οι βαλήδες και οι μουτασερίφηδες. Και συχνά το πετύχαιναν.

Από ξερότοπος, «σμαράγδι».
Οι πρώτοι πρόσφυγες του Ωραιοκάστρου, αγάπησαν αυτόν τον τόπο. Και πριν περάσει μια γενιά τον έκαμαν αγνώριστο. Από ξερότοπος μετατράπηκε σε τόπο δασωμένο, καταπράσινο κι ευλογημένο. Ίσως θέλησαν να τον κάμουν να μοιάσει με τον τόπο που άφησαν πίσω. Ήξεραν όμως ότι αυτό μόνον κατ’ ελάχιστον ημπορούσαν να το κατορθώσουν. Στις συντροφιές τους αναπολούσαν ιστορίες για τα κυνήγια τους εκεί στα σκιερά δάση του Πόντου, που μόλις μετά βίας οι ηλιαχτίδες τρυπούσαν τα πράσινα σκοτάδια. Τα έλατα, τις οξιές και τις βαλανιδιές, την παχιά χλόη, τα θεόρατα πουρνάρια, και τα πελώρια αγκαθωτά βάτα και τα δύσβατα μονοπάτια που άλλοτε χάνονταν και ύστερα ξεπρόβαλλαν μέσα στη βλάστηση. Με το όπλο στο χέρι, την ανάσα κομμένη και τις αισθήσεις όλες σε εγρήγορση, αναζητώντας, προσμένοντας το θήραμα. Ιστορούσαν με νοσταλγία τα παρχάρια, τις χλωροφορεμένες πλαγιές, όταν αντιβοούσαν τα ορμάνια από τα κουδούνια των ζωντανών, τις φωνές και τα τραγούδια, αντάμα με την ακατάσχετη φλυαρία των τζιτζικιών. Το κριθαρένιο ψωμί με τα συμφάγια, τις ατέλειωτες πορείες με τα γαϊδουράκια φορτωμένα με κιούπια βούτυρο και τρανά τσουβάλια με οκάδες μαλλί. Κι ύστερα η γλυκόλαλη λύρα κι οι χοροί που ξεσπούσαν αίφνης ωσάν μπόρα Μαγιάτικη.
Οι Ωραιοκαστρίτες ήταν ικανότατοι κυνηγοί. Από τα μέρη του Πόντου ακόμα. Αμέτρητα δίστιχα που διασώθηκαν και τραγουδιούνται, το μαρτυρούν. Η παράδοση εκείνη πέρασε και στις επόμενες γενιές. Τις εποχές τους κυνηγιού, τους βλέπεις και σήμερα αξημέρωτα να πίνουν τον καφέ τους στο καφενείο του χωριού (που τώρα γίνηκε πόλις πολυάνθρωπη) πριν κινήσουν για το βουνό εις αναζήτησιν θηραμάτων αλλά και κυνηγητικών εμπειριών. Ανάμεσά τους ο Τάσος ο Πολυχρονίδης, ο επονομαζόμενος και ‘’Λεζάντας’’. Να προέρχεται το παρατσούκλι αυτό από την παραστατικότητα, το πάθος με το οποίο ιστορεί τα κυνηγητικά τους κατορθώματα, πάντοτε διανθισμένα με ευφυέστατα και χαριτωμένα ψεύδη; Ποιος ξέρει; Μαζί κι ο Γιάννης ο Κελεσίδης, ο Σίμος κι ο Γιώργος Αντωνιάδης ο Γιάννης και Τάσος Παπαδόπουλος και άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός. Τα καφενεία του Γιοπάζ, του Αμερικάνου, του Οικονομίδη και άλλων υπήρξαν παλιότερα σημεία όπου συγκεντρώνονταν και που αντιλαλούσαν από τις φωνές, τα γέλια και τα πειράγματά τους.
Ήδη μια γενιά μετά την πρώτη εγκατάσταση των προσφύγων στο Ωραιόκαστρο, όπως μαρτυρά ο συνεργάτης της Ποντιακής Εστίας Χρήστος Καλαουζίδης εν έτει 1958, ο τόπος μετατράπηκε σ’ ένα «λαμπερό σμαράγδι ανάμεσα στις ξέφωτες εξοχές της Δυτικής Θεσσαλονίκης». Το χωριό, όμως, η πόλις, είναι πρώτα οι άνθρωποί της. Και τούτον τον τόπο οι άνθρωποι τον ανάστησαν και του ‘δωκαν τον χαρακτήρα του. Σε χρόνια που η ζωή ήταν δύσκολη και αυτό μπορεί να το δει κανείς ζωγραφισμένο στα πρόσωπα των πρώτων οικιστών, να το δει στους δρόμους και στις γειτονιές, στις αυλές πίσω από τις ορθάνοιχτες πόρτες των σπιτιών τους, αυτοί δεν το έβαζαν κάτω, πάλευαν. Κι η απόδειξη; Μια πληθώρα παλιών φωτογραφιών που ο Σύλλογος Ποντίων Ωραιοκάστρου και Φίλων φρόντισε να διασώσει εκδίδοντας λευκώματα και πραγματοποιώντας εκθέσεις. Το Ωραιόκαστρο της εποχής εκείνης, πλάι στη φτώχια στις αντιπαλότητες και τα οικογενειακά, φυλετικά και πολιτικά πάθη, υπήρχε ένας άλλος κόσμος. Ένας κόσμος ευγένειας, εντιμότητος, σκληρής δουλειάς, αλτρουισμού και το κυριότερο, αφοσίωσης σε μιαν ιδέα. Και η ιδέα αυτή όσο κι αν δεν την είχαν συνειδητοποιήσει και εκλογικεύσει οι κάτοικοί της, εν τούτοις ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα τους. Η ιδέα ότι: «ό,τι πολύτιμο έχουμε, είναι αυτό που έχουμε κοινό με τους άλλους». Οι παλιοί Ωραιοκαστρίτες, της πρώτης και δεύτερης γενιάς, το ήξεραν καλά αυτό. Είχαν μια πίστη και μιαν αγάπη για τον τόπο τους που μόνο μ’ εκείνη που έχει ένας πιστός στο Θεό του μπορεί να συγκριθεί. Αυτό που είχαν κοινό, ήταν ο τόπος που ζούσαν. Το Ωραιόκαστρο. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό το μικρό θαύμα που πραγματοποίησαν. Μετέτρεψαν αυτόν τον ξερότοπο σε πράσινο «σμαράγδι»… Υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες της δεκαετίας του ‘50 και ’60 του περασμένου αιώνα που δείχνουν παιδιά του σχολείου να φυτεύουν δένδρα τις Κυριακές αλλά και μεγαλύτερους σε παρόμοιες εξορμήσεις. Μας έρχεται στο νου κάτι πιο πρόσφατο. Στην αρχή του αιώνα μας με το σύλλογο των εθελοντών. Πρωτοστάτης και εμπνευστής ο κυρ–Παναγιώτης Ισχνόπουλο πού ‘βαλε στόχο να φτιάξει λίμνη στο Ωραιόκαστρο (ναι, λίμνη!) και τα κατάφερε. Και δίπλα του η Ήβη Κόκκινου, ο Κελεσίδης, ο κ. Αλεξιάδης, ο κ. Βαρδαλής, ο κ. Σαπουντζής και πολλοί άλλοι που βάλθηκαν να μετριάσουν την ακαταμάχητη επέλαση του τσιμέντου και της ασφάλτου που φαίνεται πια πως έχουν εδραιώσει την κυριαρχία τους στο τόπο μας.
Τον διάλεξαν άραγε οι πρώτοι πρόσφυγες αυτόν τον τόπο για έρθουν να εγκατασταθούν; Δεν ξέρουμε πώς βρέθηκαν εδώ κι όχι αλλού. Το σίγουρο είναι πως στην πλειονότητά τους ήταν βουνίσιοι. Από τα ορεινά του βιλαετίου της Τραπεζούντας. Το Σταυρίν για παράδειγμα βρίσκεται στα 1.600 μέτρα ψηλά. Η Τσιμερά λίγο πιο κάτω. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ οικισμός σε τέτοιο υψόμετρο. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης εκεί και την ανάλογη διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανθρώπων εκείνων.
Οι πρόσφυγες μετέφεραν εδώ και το πνεύμα της κοινοτικής αλληλεγγύης και αγαθής συνύπαρξης. Ήταν εμποτισμένοι με τούτο το πνεύμα. Έτσι ήταν μαθημένοι. Εκεί στον Πόντο που ζούσαν, δεν περίμεναν από το κράτος, την πολιτεία, να τους λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Η Οθωμανική διοίκηση ήταν επικεντρωμένη μόνον στην είσπραξη των φόρων. Δεν έφτιαχνε ούτε συντηρούσε γεφύρια, δρόμους, σχολεία ή κοινωφελή κτίρια. Αυτά ήταν ευθύνη των απίστων (γκιαούρηδων). Όλοι μαζί συνεισέφεραν ώστε να τελειώσει ένα έργο στο χωριό τους, ανάλογα με τις δεξιότητες και τις οικονομικές δυνατότητες του καθένα. Και βέβαια υπήρχαν οι λιγοστοί πάμπλουτοι ευεργέτες που πρόκοψαν στα μέρη της τσαρικής Ρωσίας, οι οποίοι συνεισέφεραν μεγάλο μέρος του πλούτου τους στον τόπο τους. Χρειάζεται να θυμίσουμε ότι οι Ρωμιοί στις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου ονομάζονταν «βασιλιάδες του σταριού»; Ή τους εργολάβους που αναλάμβαναν δημόσια έργα και τους περίφημους ουσταμπάσηδες, που πάει να πει: επιστάτες έργων;
Στα 1910 στο Σταυρίν του Πόντου, όταν το γεφύρι της Καλογριάς παρασύρθηκε από πλημμύρα, ήταν ο ευεργέτης Χατζή–Παναγιώτης Ασσερής που το ανήγειρε εκ νέου προσφέροντας 650 λίρες. Η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα έγραφε: Δαπάνη Χ’’Παναγιώτου και Σοφίας Ασσερή.
Αναφέρθηκε το Σταυρίν πριν και οι δώδεκα οικογένειες που εγκαταστάθηκαν εδώ. Και πως οι κάτοικοί του ήταν κρυπτοχριστιανοί. Πίστευαν στον Μωάμεθ στα φανερά, μα είχαν τον Χριστό στην καρδιά τους. Ίσως όμως κάποιοι από αυτούς αποδέχονταν αμφότερα τα δόγματα, εξ ου και η έκφραση: ντο Τούρκος, ντο Ρωμαίος, ο Θεόν τ’ ουλωνών εν…
Εν προκειμένω ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη οικογένεια κρυπτοχριστιανών Κασίμ–ζατέ. Ο Δημήτριος Ι. Παπαδόπουλος (Σταυριώτης) που εγεννήθη το έτος 1895 και πέθανε το έτος 1977 στη Θεσσαλονίκη (είναι θαμμένος στο Ωραιόκαστρο), γράφει στο βιβλίο του «Αρχείον Σταυρίν»:
Η δράσις της οικογνείας Κασίμ –ζατέ (Κασιμίδαι – Δημητριάδαι) ήτο ποικίλη, εκτεινόμενη από Τραπεζούντος μέχρι Σταυρίν και εκείθεν μέχρι Κιμισχανέ (Αργυρούπολη Πόντου) και Ερζιγκιάν. Κατά την παράδοσιν, ένας εκ της οικογενείας αυτής εχρημάτισεν βαλής (πασάς) Τραπεζούντος μόνον επτά ημέρας διότι επροδόθη ότι ήτο κρυφός και εδολοφονήθη υπό των Τούρκων. Ένα άλλο μέλος της οικογενείας, ο Κασίμ–ζατέ Σουλεϊμάν Τσαμπάζ, αγωγιάτης αγράμματος, ηρνήθη επισήμως τον χριστιανισμόν, κρυφίως όμως ήτο φανατικός οπαδός του. Απεβίωσεν εν Τραπεζούντι. Η σωρός αυτού μετεφέρθη κατ’ επιθυμίαν του εις το Σταυρίν, ως να ήτο ασθενής προς αλλαγήν κλίματος και ετάφη χριστιανοπρεπώς. Βλαστός της οικογενείας αυτής και ο Ιωάννης Κασιμίδης (Σουλεϊμάν). Είχεν τρεις υιούς, Εγιούπ εφέντην (Κυριάκον), Παχτσίτ (Θεόδωρο) και Κιαμίλ αγά (Γεώργιο), εξ ων ο πρώτος μετά της οικογενείας του παρέμεινεν εν Τουρκία ως Τούρκος, οι δε δύο άλλοι μετά των οικογενειών των υπήχθησαν εις την ανταλλαγήν και κατελθόντες εις Ελλάδα εγκαταστάθησαν εις το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Ο υιός του Κυριάκου Τεμέλ εφέντης (Γεώργιος) διέπρεψεν εις την εξέλιξιν της νέας Τουρκίας. Εσπούδασε τούρκικα και είχε μεγάλην ισχύν παρά τη τουρκική Κυβερνήσει. Η οικογένεια αυτή διεξήγε μεγάλον εμπόριο και ανελάμβανε την ταχυδρομικήν υπηρσίαν Τραπεζούντος – Αργυρουπόλεως – Ερζιγκιάν. Επίσης πολλάκις παρέσχεν οικονομική και ηθικήν βοήθειαν εις του Σταυριώτας και επροστάτευσεν αυτούς από κακοποιούς, διασώσασα αυτούς από φοβερούς κινδύνους κατά τα τελευταία προ της ανταλλαγής χρόνια…
Ο Δημήτριος Κασιμίδης της ιδίας οικογενείας, ωστόσο, δικηγόρος, νέος, φέρελπις και υποψήφιος βουλευτής με την ΕΡΕ του «εθνάρχη» Καραμανλή, υπήρξε άτυχος. Έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το έτος 1956. Κι ήταν μόλις 33 ετών. Έτερος αξιομνημόνευτος πολιτικός άνδρας του τόπου μας, υπήρξε ο κ. Μαντρατζής, στην οικία του οποίου επί γερμανικής κατοχής έδρευε η υποδιοίκηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στο χωριό. Το βιογραφικό του πλουσιότατο! Ήδη το 1926 ήταν μέλος διοίκησης του 6ου Πανκαυκασιακού Συνεδρίου έχοντας λάβει τις περισσότερες ψήφους. Την ίδια χρονιά τον βλέπουμε υποψήφιο με το Αγροτικό κόμμα στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, μέλος της διοικούσας επιτροπής του Γεωργικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και το 1929 στις γερουσιαστικές εκλογές υποψήφιος του Εργατικού και Αγροτικού όμματος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου καθώς και δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης. Πέθανε το έτος 1952.
Οι Σταυριώτες του Ωραιοκάστρου, αλλά και οι υπόλοιποι πρόσφυγες, είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους τη χρήση της τουρκικής γλώσσας. Να θυμίσουμε φυσικά ότι όλοι οι Ρωμιοί του Πόντου ήταν εξ ανάγκης δίγλωσσοι στην πατρίδα τους. Όπως άλλωστε κι εδώ, οι κάτοικοι των Νέων Χωρών. Νέες Χώρες θυμίζουμε ότι τότε ονομαζόταν τα εδάφη που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Και οι κάτοικοι του Νταούντ Μπαλί, λοιπόν, μιλούσαν πολύ περισσότερες γλώσσες. Οι Μεγαλολιβαδιώτες Βλάχοι, τετραπέρατοι έμποροι και επιχειρηματίες (πέρα από τσελιγκάδες και ποιμένες) μιλούσαν τ’ αρμάνικα, (γλώσσα λατινογενή) μεταξύ τους, αλλά και γκρέκικα (όπως αποκαλούσαν τα ελληνικά) κι άλλες γλώσσες, όπως τούρκικα, εβραίικα (στο μεσοπόλεμο υπήρχε εβραίος τυροκόμος στα Μεγάλα Λιβάδια), ακόμη και γύφτικα. Το ίδιο και οι σλαβόφωνοι κάτοικοι του Παλαιοκάστρου, όπως και στη Νεοχωρούδα και παραδίπλα στο Γραδεμπόρι (Πεντάλοφος). Ακόμη κι οι αγράμματοι κάτοικοι, λοιπόν, εκατό χρόνια πριν ήταν πολύγλωσσοι σε τούτα τα μέρη της Μακεδονίας. Χρειάζεται άραγε να θυμίσουμε ότι η ίδια η πόλη της Θεσσαλονίκης πριν και μετά την ανταλλαγή, και πριν γίνει και πάλι ελληνική μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, ήταν μια πολυεθνική – πολυπολιτισμική πόλις; Στην οποία οφείλει άλλωστε την αξία της και την ομορφιά της;
Το λοιπόν, δεν άκουγε κανείς την τούρκικη γλώσσα στο Ωραιόκαστρο από την αρχή της εγκατάστασης των προσφύγων. Ούτε ακόμη και από τους κλωστούς Σταυριώτες πλην ελαχίστων περιπτώσεων, καθώς επέζησαν κάποιες τούρκικες εκφράσεις και προσφωνήσεις. Εκείνο που έχει να παρατηρήσει κανείς, στη δεύτερη και τρίτη γενιά των προσφύγων είναι ότι οι παλαιοί γέροντες και γερόντισσες που είχαν γεννηθεί στον Πόντο, απέτρεπαν τους νεότερους να μιλούν την ρωμαίικη (ποντιακή) γλώσσα μεταξύ τους και κυρίως όταν υπήρχαν ξενομερίτες παρόντες. Όχι ασφαλώς γιατί τη θεωρούσαν υποδεέστερη, αλλά γιατί επιθυμούσαν την γρηγορότερη (και γλωσσική) ένταξη των νέων στην ελληνική κοινωνία. Μέσα στο σπίτι, βέβαια, κυριαρχούσε η ποντιακή με τον πλούτο, την εκφραστικότητα και την πανάρχαια ιστορία της.
Υπάρχει και κάτι επιπλέον που συνηγορεί στην άποψη ότι η ελληνικότητα τόσο των Ποντίων προσφύγων όσο και των ντόπιων και βλαχόφωνων κατοίκων είναι αδιαμφισβήτητη. Ποια; Η μεταξύ τους φαγωμάρα. Για τρία χρόνια οι Καυκάσιοι του Νταούντ Μπαλί δεν πήγαιναν στην εκκλησιά όπου λειτουργούσε ο παπα-Χρυσόστομος και σαράντα τρεις από αυτούς ζήτησαν εγγράφως από την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης να διοριστεί δεύτερος ιερέας. Δεν έγιναν ποτέ γνωστοί οι λόγοι αλλά… εδώ που τα λέμε, δεν θέλει και πολύ…. Από την άλλη έχουμε τη μαρτυρία Βλάχου που πούλησε πρόβατά του σε πρόσφυγα, παρόλο που έτερος Βλάχος συντοπίτης του πρόσφερε κατά πολύ μεγαλύτερο τίμημα. Εάν δεν είναι αυτά δείγματα ακραιφνούς ελληνικότητος, τότε ποια είναι;

Τα πρόσωπα και τα ταλέντα τους…
Ο «Πατριάρχης της Λύρας», κατά κόσμον Γώγος Πετρίδης, ερχόταν συχνά στο Ωραιόκαστρο. Είχε μόνον φίλους εδώ. Στα πανηγύρια τον 15αύγουστο ερχόταν συχνά μαζί με άλλους λυράρηδες, ενώ δεν έλλειπε και από γάμους και ονομαστικές εορτές. Είχε και τους «μαθητές» του, ή μάλλον μιμητές. Πολλοί προσπαθούσαν να τον «αντιγράψουν» λίγοι τα κατάφερναν αλλά κι αυτοί, μέχρι να ανακαλύψουν τους προσωπικούς δρόμους στο παίξιμο της λύρας.
Πόσους λυράρηδες μπορεί να ακούσει κανείς ξυπνώντας το πρωί και πηγαίνοντας από το σπίτι του στην οδό Καβασίτου μέχρι το ζαχαροπλαστείο του πατέρα του (κυρ-Στέλιου) μια απόσταση 150 μέτρων; Στη γωνία στην οδό Κομνηνών άκουγες το αργόσυρτο, το γλυκόπικρο παίξιμο του κυρ-Φοίκου του τσαγκάρη. Διαγωνίως απέναντι ο μπακάλης ο Γιάννης ο Τομπάζης ήταν λιγότερο ικανός λυράρης (μάλλον αδέξιος), αλλά εξ ίσου συμπαθής και επίμονος. Ανηφορίζοντας την Κομνηνών όλο και κάποιος μερακλής θα έκρουεν την λύραν στο καφενείο του Θόδωρου του Αμερικάνου, ενώ δίπλα στο ζαχαροπλαστείο, ο Κώστας ο Κεβρεκίδης (υλικά οικοδομών) είχε περισσότερους ακροατές παρά πελάτες. Με δυό λόγια, μιλάμε για μια κανονικότατη, άνωθεν μουσική επιβολή -κυριαρχία για την ακρίβεια- από την οποία ήταν αδύνατον να αποδράσει κανείς. Λογικό, όταν εκτίθεσαι σε ακούσματα ποντιακής λύρας τέσσερις φορές, σε χρονικό διάστημα μόλις πέντε λεπτών για απόσταση 150 μέτρων, δεν είναι διόλου περίεργο να εμποτιστείς, ή μάλλον να καταδικαστείς ισοβίως εις ποντιακά μουσικά δεσμά. Η λατρεμένη φωνή της Κάλας, του Καζαντζίδη και οι μεγαλειώδεις συμφωνίες του Μπετόβεν, αποδείχθηκαν πρόσκαιρη ανακούφιση, ανεπαρκή γιατροσόφια απέναντι στον παντοδύναμο μεταστατικό υιό της λύρας της Ποντικής…
Μπορεί η Καλαμαριά να διέθετε τον καλύτερο λυράρη, τον Γώγο τον Πετρίδη, το Ωραιόκαστρο όμως διέθετε έναν από τους καλύτερους εν Ελλάδι χορευτές. Θαρρείς και τα πόδια του δεν πατούσαν στη γης όταν εχόρευε. Μιλάμε για τον Δημητράκη τον Μοσκώφ (Μοσκοφόπουλο), που στα μεγάλα του κέφια, ημπορούσε να χορέψει τον χορό Σέρα ανάποδα! Δεν είναι υπερβολή. Πώς ανάποδα; Με τα χέρια στη γη και τα πόδια στον ουρανό. Ακόμη κι ένας χορός πήρε το όνομά του (χορός Μοσκώφ) από τον ιδιαίτερο τρόπο που αυτός τον δίδαξε. Ένας λυράρης δεν είναι σπάνιο να ονοματίσει και να καθιερώσει έναν σκοπό που επινόησε. Έναν χορό όμως;
Εάν όσα είπαμε για τον Δημητράκη τον Μοσκώφ φαίνονται υπερβολικά (δίχως ασφαλώς να είναι), υπάρχει και το όνομα ενός άλλου Ωραιοκαστρίτη χορευτή πού όσες «υπερβολές» κι αν λεχθούν, και πάλι θα ‘ναι λειψές. Αυτός τους ξεπερνούσε όλους, και υπήρξε αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος Πόντιος χορευτής. Καλούσης τ’ όνομά του κι ήταν γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο τρόπος που χόρευε, τα πατήματά του, τα τσαλίμια του και μια αργόσυρτη αρχοντιά που διακόπτονταν από αιφνίδια ξεσπάσματα, αποτύπωναν θαρρείς την μεγαλειώδη και τραγική ταυτόχρονα ιστορία του Πόντου. Ο τρόπος που χόρευε καθιερώθηκε στο χρόνο και ενσωματώθηκε οριστικά. Υπήρξαν όμως και αντάξιοι συνεχιστές του. Ο Δαμιανός Χαραλαμπίδης είναι ένας από αυτούς. Δεν είχε πάθος μόνο για το χορό, αλλά και για τη διδασκαλία του. Μια ολόκληρη γενιά διδάχθηκε από αυτόν και η δράση του δεν περιορίστηκε, ούτε στον τόπο που τον γέννησε, ούτε και μεταξύ των απανταχού εν Ελλάδι Ποντίων. Υπήρξε και διδάσκαλος ακόμη και σε αλλοεθνείς μέσα από τα διάσημα σεμινάριά του. Ο Χαράλαμπος Χατζηγιαννίδης ήταν επίσης άριστος χορευτής στο συγκρότημα του Ξιμίτ στη Σαλονίκη, που εμφανίστηκε στην κινηματογραφική ταινία ‘’Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου’’ με τον Νίκο Ξανθόπουλο. Τούτος ο τελευταίος υπήρξε και κατασκευαστής λυρών έχοντας αποσπάσει και βραβείο. Παλαιότεροι και σίγουρα ικανότεροι στην κατασκευή του οργάνου υπήρξαν οι Ωραιοκαστρίτες Γιάννης Κομεσίδης και μπαρμπα-Μιχάλης Ματσουκατίδης.
Την ώρα που θα εμφανιζόταν οι Μακεδών Καρασσαβίδης, Κυριάκος Σιδηρόπουλος, Αριστοτέλης Τσαφαρίδης και Κώστας Χαραβόπουλος σε εκδηλώσεις συλλόγων και εορτές, όπως και στο πανηγύρι του 15αυγουστου στο Ωραιόκαστρο, την περίμεναν όλοι πώς και πώς! Η δεύτερη γενιά Ποντίων του Ωραιοκάστρου (άλλωστε κι ο Μοσκώφ ανήκε σ’ αυτήν) φάνηκε πως ξεπέρασε την πρώτη. Η τρίτη μάλλον δεν υστερεί. Απλώς της λείπει εκείνη η πατίνα του χρόνου που θα της δώσει την αδιαμφισβήτητη αξία που της πρέπει.
Ο Χρύσανθος με τη θεία λαλιά του, εκείνους τους απίθανους λαρυγγισμούς του, την αξεπέραστη εκφορά – προφορά του λόγου στο τραγούδι και τις ενοχλητικές παραξενιές του (το λέω κομψώς), είχε κι αυτός πολλούς φίλους στο Ωραιόκαστρο και το επισκεπτόταν συχνά. Στα πανηγύρια τον 15αύγουστο όταν εόρταζε η Παναγιά μας, καθώς και σε γάμους, σε μουχαμπέτια και σε ονομαστικές εορτές πολλών φίλων που είχε στον τόπο αυτό. Έκαμε και τις «αρπαχτές» του όταν τον καλούσαν επιχειρηματίες να τραγουδήσει εδώ στο χωριό, καθότι η συμμετοχή του κόσμου ήταν δεδομένη. Για όσους δεν είναι Πόντιοι, ας ακούσουν εκείνο τον ασύλληπτο ύμνο: ‘’Μάνα μου μάνα’’, σε ποίηση Νίκου Γκάτσου και μουσική του Χάλαρη και θα εννοήσουν…
Το λοιπόν, το Ωραιόκαστρο μπορεί να μην ανέδειξε κάποιον ευρύτερα γνωστό τραγουδάνο, είχε όμως πολλούς που τα κατάφερναν πολύ καλά. Ειδικά κάποιοι παλιότεροι γέροντες, πρώτης και δεύτερης γενιάς, έψελναν τα ποντιακά δίστιχα εντελώς ξεχωριστά. Έμοιαζε να ανοίγει από τα έγκατα της γης του Πόντου μια σχισμή απ’ όπου ανέβλυζε ένας ήχος απόκοσμος, βαθύς, πλούσιος σε μέταλλα και κάθε είδους μουσικά «ιχνοστοιχεία»… δια τούτο και ιαματικός…
Είναι τυχεροί όσοι πρόλαβαν τους γέροντες τραγουδάνους της πρώτης γενιάς προσφύγων. Μπορούσε να τους συναντήσει κανείς στο Παρακάθ’, εκείνον τον ναό της παραδοσιακής μουσικής του Πόντου που διαφέντευε ένας απίθανος τύπος που άκουγε στο όνομα Αχιλλέας Βασιλειάδης. Που η εικόνα και η λαλιά του ήταν η ολοζώντανη ιστορία του Πόντου και της προσφυγιάς. Εκείνοι οι γέροντες δεν τραγουδούσαν ακριβώς. Ερμήνευαν. Είχες την αίσθηση ακούγοντάς τους ότι η ρίζα της λαλιάς τους βαστούσε από τα χρόνια του Ομήρου. Διότι τι ήταν τα Ομηρικά Έπη, αν όχι η μελωδική ιστορική παράδοση ενός λαού (πρώτου απ’ όλους) που την κατέγραψε και την διέσωσε εις τους αιώνες; Μέσα από τη λαλιά τους, λοιπόν, ακούγοντάς τους, ένοιωθες να ξεδιπλώνεται ολάκερη η ιστορία του ρωμαίικου Πόντου. Και την είπαν, και συνεχίζουν να τη λένε. Όπως κάποτε κάποιοι άλλοι ιστόρησαν την άλωση της Τροίας και τις περιπέτειες του Οδυσσέα.
Για να αποκτήσει μιαν αίσθηση αναλογίας κάποιος που δεν είναι ποντιακής καταγωγής, μπορεί να ακούσει τον Τσιτσάνη να τραγουδά, ή μάλλον να απαγγέλει-ερμηνεύει-ψέλνει, το τραγούδι του: το παπόρι απ’ την Περσία. Καλλίφωνο τραγουδάνο δεν τον λες, υπάρχει όμως κανείς που έψαλε κείνον τον «Ακάθιστο Ύμνο» των χασικλήδων, καλύτερα απ’ αυτόν;
Σχετικό περιστατικό: Βαρύς χειμώνας, αρχές της δεκαετίας του ’90 στο χασάπικο του Παναγιώτη Τουσκοφίδη, βραδάκι. Τσίπουρο, σαλαμοκάσερο, ελιές και καυτερές πιπεριές με ψωμί. Γύρο από το τραπέζι τέσσερις άνδρες στο άνθος των γηρατειών τους κι ένας κατά πολύ νεότερος. Ιστορίες από τα παλιά έδιναν κι έπαιρναν. Ο ένας διέκοπτε τον άλλον λέγοντας: θυμού τον λόγο ‘ς, που πάει να πει στα ελλαδίτικα, θυμήσου τι έχει να πεις… Την παρέα συμπληρώνει και έτερος νεαρός τότε, ο Παυλάκης ο Τσαφάρ(ιδης) και κάποια στιγμή ξεκρεμά την λύρα από τον τοίχο κι αρχινά να κρούει… Λίγο μετά εμφανίζεται ο Δημητράκης ο Γιοπάζ από το καφενείο παραδίπλα και ζητά ρετσίνι για τις χορδές της λύρας του. Κάθεται στη συντροφιά και σύντομα ξεσπά μια κόντρα μεταξύ των δύο νεαρών λυράρηδων για το ποιος ξέρει πιο πολλά δίστιχα. Ο τρίτος νεότερος (τότε) της παρέας τους διακόπτει λέγοντας: αμ’ έπος αμ’ έργον. Τον κοιτούν απορημένα μη κατανοώντας την έκφραση. Η οποία ωστόσο σύντομα ξεκαθαρίστηκε. Μετά από λίγα λεπτά, ένα μπουκάλι ουίσκι Johnny Walker από τον ζαχαροπλαστείο του κυρ-Στέλιου τοποθετήθηκε προκλητικώς και θορυβωδώς επάνω στο τραπέζι, με την ακόλουθη εξήγηση-παρότρυνση: παίξτε εναλλάξ κι όποιος κολλήσει και πει το ίδιο δίστιχο δυό φορές, χάνει το μπουκάλι. Πέρασαν κοντά δυό ώρες μέχρι να αναδειχθεί ο νικητής. Καθότι αμφότεροι οι διαγωνιζόμενοι ήσαν ικανοί γνώστες της ποντιακής ποίησης. Ναι, ποίησης. Διότι περί ποιήσεως πρόκειται όταν αναφερόμαστε στα ποντιακά δίστιχα. Ουχί περί στιχοπλοκιών. Εν τέλει, από το αποτέλεσμα του ιδιόμορφου αυτού μουσικού διαγωνισμού, υπήρξε ένας κερδισμένος και δύο χαμένοι. Περίεργο ε; Γιατί δύο χαμένοι; Το ουίσκι το κέρδισε φυσικά ο Γιοπάζ, καθότι ο Τσαφάρ τραγούδησε για δεύτερη φορά το:Την Τραπεζούνταν ελάστα, εννέα μαχαλάδες, και για τ’ εμέν κι ευρέθανε, στραβοί προξενητάδες.
Που πάει να πει στα ελλαδίτικα: Την Τραπεζούντα γύρισα, εννέα μαχαλάδες και για εμένα δεν βρέθηκαν στραβοί προξενητάδες.
Και εκτός από τον Τσαφάρ που έχασε το ουίσκι, χαμένος βγήκε κι αυτός που το πρόσφερε και που προκάλεσε αυτή τη μουσική κόντρα. Τι έχασε; Ένα αξιόλογο από κάθε άποψη ερωτικό ραντεβού, καθότι όσο ερωτευμένη μπορεί να είναι μια κυρία, δεν μπορεί να περιμένει πάνω από μια ώρα στημένη στην παγωνιά τον σύντροφό της (κινητά δεν υπήρχαν τότε). Κι άντε μετά να εξηγήσει κανείς σε μια γυναίκα που τυγχάνει να μην είναι και ποντιακής καταγωγής, την σοβαρότητα της κατάστασης. Τι να της εξηγήσεις, εδώ που τα λέμε; Τι να της πεις; Σ΄έστησα γιατί άκουγα ποντιακά δίστιχα;
Καταστάσεις σαν αυτές, λοιπόν, μπορεί να μη ήταν συχνές στο Ωραιόκαστρο, υπήρχαν όμως, συνέβαιναν. Διόλου δεν προξενούσαν εντύπωση όταν λάμβαναν χώρα. Όπως ένα βράδυ που ρουφώντας φρέσκα νοστιμότατα στρείδια ζεσταμένα σε λαμαρίνα με λεμονάκι, δεν μπορεί παρά να τα παρατήσεις και να αφοσιωθείς στην ακρόαση του Κώτσου του Χαραβόπουλου που με τη γέρικη, ραγισμένη, εκφραστική λαλιά του, το μεστό παίξιμο της λύρας, σ’ έπαιρνε απ’ το χέρι και σε πήγαινε εκεί ψηλά…
Εξέβα απάν’ σο Ποζ-Τεπε, είδα την Τραπεζούντα
Έμορφοι στέκ’ νε σο μεϊτάν, ασκεμοι σην Δαφνούντα…
Από μουσικούς τίποτα άλλο το Ωραιόκαστρο! Υπήρξαν ανέκαθεν γλεντζέδες και μουχαμπετλήδες. Λυράρηδες; Ποιον να πρωτοαναφέρει κανείς. Τον Σπύρο τον Ρωμανίδη (Σπυρίκος) τον Κώστα Χαραβόπουλο, τον Κώστα τον Κεβρεκίδη, αλλά και τον πιο σπουδαίο και παλαιότερο τον μπάρμπα Χρήστο τον Ιωαννίδη; Και νέα φυντάνια ξεφυτρώνουν διαρκώς. Απ’ την τωρινή γενιά ξεχωρίζει ο Κωνσταντίνος Παναγιωτίδης του Χρήστου. Αλλά και μικρά πιτσιρίκια πριν φθάσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, που μπορεί να τα απολαύσει κανείς τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς να ψέλνουν τα ρωμαίικα κάλαντα παίζοντας την λύρα. Παίξιμο αδέξιο, άγουρο, αλλά πόσο ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο!
Πλάι στους λυράρηδες κι ένας απίστευτος κλαριντζής. Ο Χαράλαμπος Παυλίδης (Μήτας) με τον επίσης κλαριντζή και νταουλτζή υιό του τον Δημήτρη. Σε αρκετές παλιές φωτογραφίες βλέπουμε και τον Δημήτρη Τομπάζη να παίζει ακορντεόν και που την αγάπη του για την μουσική την κληροδότησε στον υιό του που διευθύνει σήμερα μια από τις καλύτερες μουσικές σχολές εν Ελλάδι.
Αλλά υπήρχαν και τα ποντιακά στέκια που ίδρυσαν Ωραιοκαστρίτες επιχειρηματίες στη Σαλονίκη. Ήταν εκείνος ο απίθανος τύπος που άκουγε στο όνομα Γιάννης Μαχαιρόπουλος, (όνομα και μη χωριό) που στο ‘’Κέντρον Διασκεδάσεώς’’, του την ‘’Κομπαρσίτα’’, άκουγες σχεδόν μόνο ποντιακά, όπως και η περίφημη ‘’Λεμόνα’’ των Σταυριωτών Βασίλη και Λευτέρη Δημητριάδη επάνω στη οδό Λαγκαδά, πλάι στον ιστορικό ‘’Ζυγό’’, που άφησε εποχή.

Επιχειρείν… και πολιτική…
Από το μεσοπόλεμο ήδη το Ωραιόκαστρο υπήρξε τόπος παραθερισμού χάρη στο υπέροχο κλίμα του και την κοντινή του απόσταση από τη Θεσσαλονίκη. Μεταπολεμικά πάνω από διακόσιες οικογένειες νοίκιαζαν κάμαρες και σπίτια και περνούσαν εδώ τους θερινούς μήνες. Το κοινοτικό συμβούλιο έκανε το παν για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν. Σε ύδρευση, φωτισμό, καθαριότητα και οδικό δίκτυο. Και τα κατάφερε αρκετά καλά, αν και με απίστευτες δυσκολίες. Οι πρώτοι πολιτικοί άρχοντες φαίνεται πως δεν είχαν χρόνο να σπαταλήσουν για προσωπικές ή ιδεολογικές διαφορές. Κι αυτό φαίνεται από το ότι οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνοντας ομοφώνως. Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν ήταν ατέλειωτα. Η κρατική αρωγή πενιχρή, αλλά καθώς είπαμε, οι πρώτοι πρόσφυγες ήταν μαθημένοι αλλιώς. Δεν περίμεναν από τους άλλους να κάνουν αυτό που μπορούσαν αυτοί.
Ήταν ημέρα Κυριακή 1η Μαίου 1929 όταν για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε το εκλεγμένο κοινοτικό συμβούλιο και ευλογήθηκε από τον ιερέα του Αγίου Αθανασίου. Το αποτελούσαν οι: Κωνσταντίνος Χαραβόπουλος, Δημήτριος Παπαδόπουλος, Χρήστος Τριανταφυλλίδης, Παύλος Εξαδάκτυλος και Θεμιστοκλής Τομπάζης. Ο μέν πρώτος Χαραβόπουλος (48 ετών) γίνηκε πρόεδρος, ο δε Δημήτριος Παπαδόπουλος (40 ετών) αντιπρόεδρος.
Πριν από 100 χρόνια τα καταστήματα ελάχιστα. Τρία μπακάλικα Ζαραφίδης, Νικολαίδης, Χαραβόπουλος) και δύο καφενεία (Καρασσαβίδης, Χριστοδουλίδης) και η πλειονότητα των κατοίκων ασχολούνταν με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες. Μεταπολεμικά προστέθηκαν κι άλλες επιχειρήσεις, όπως το παντοπωλείο του Μίσα του Ματσουκατίδη, του Γεωργιάδη Αχιλλέα και του Στέλιου Κυριακίδη του επονομαζόμενου και Τσαλαβρά. Μπορεί τα πρώτα χρόνια οι πρόσφυγες να ζύμωναν στην πλειονότητά τους ψωμί στα σπίτια τους, το οποίο ζύγιζε έως και τρία και τέσσερα κιλά κι έφθανε για μια βδομάδα για την οικογένεια, αλλά τον πρώτο φούρνο του χωριού τόλμησε και τον έστησε εκείνος ο υπέροχος άνθρωπος ο Κυριάκος Κυριακίδης, που ήταν και άριστος γνώστης κλαδέματος των αμπελιών. Ψητοπωλεία και ταβέρνες υπήρχαν ήδη προπολεμικά στη σημερινή Λεωφόρο Δημοκρατίας (Ιωάννου Μεταξά τότε). Ο ‘’Παράδεισος’’ του ξενοδόχου Λαζαρίδη που διέθετε και ένα από τα πρώτα επιβατικά αυτοκίνητα του Ωραιοκάστρου μάρκας Μερσεντές και αργότερα οι ταβέρνες των Ρωμανίδη ‘’Κελαηδούν τα πουλιά’’ και ‘’Κληματαριά’’ του Ιορδάνη. Αρχές της δεκαετίας του ’60 λειτούργησε και το πρώτο καφε-ζαχαροπλαστείο από τον αείμνηστο κυρ-Στέλιο Παπαδόπουλο, υιό του επί σειράν ετών αντιπροέδρου της κοινότητος Ωραιοκάστρου Δημητρίου Παπαδόπουλου που έφυγε από τη ζωή νέος, σε ηλικία 44 ετών το 1934. Την ίδια εποχή περίπου λειτούργησε στην ίδιο οδό για πολλά χρόνια και η περίφημη ταβέρνα του μπάρμπα-Φώτη Ντέμκα με τα νοστιμότατα σουτζουκάκια του που για πολλά χρόνια συγκέντρωναν πολλούς καλοφαγάδες απ’ όλη τη Σαλονίκη.
Σήμερα οι επιχειρήσεις είναι πάμπολλες. Καθότι το Ωραιόκαστρο δεν είναι πια εκείνο ξέραμε όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στις απαρχές τους 2ου μισού του 20ου αιώνα (στο άνθος των γηρατειών μας σήμερα). Ελάχιστα έχουν παραμείνει όπως ήταν. Ακόμη και το άρωμα, η μυρωδιά τους μοιάζει να έχει χαθεί. Το Ωραιόκαστρο είναι πια μια μεγαλούπολη. Το χωριό των ντόπιων, των Βλάχων και των προσφύγων επιβιώνει μόνον μέσα από τις αναμνήσεις των παλιών κατοίκων αλλά και χάρη στις προσπάθειες κυρίως της Ένωσης Ποντίων Ωραιοκάστρου και Φίλων, όπως και άλλων συλλόγων. Το Ωραιόκαστρο αστικοποιήθηκε αφήνοντας οριστικά πίσω τις συνήθειες και τις ασχολίες των παλιών κατοίκων. Κι η εξέλιξη αυτή όπως είναι φυσικό έχει τόσο τις αρνητικές όσο και τις θετικές πλευρές της.

Κατακλείδα…
Ας κλείσουμε τούτη την μικρή αναδρομή με τις ελάχιστες πινελιές στην πρώιμη ιστορία της πόλης μας με τις κραυγαλέες παραλείψεις (για παράδειγμα δεν αναφέρθηκε τίποτα για τις πρώιμες θεατρικές παραστάσεις που δίδονταν, για τους ιστορικούς αθλητικούς συλλόγους και τόσα άλλα) με ένα εύλογο(;) ερώτημα. Είμαστε περήφανοι εκατό χρόνια μετά με την εικόνα της σημερινής πόλης μας; Ήταν η εξέλιξη του σημερινού Ωραιοκάστρου αυτό που πρόγονοί μας ποθούσαν για τη νέα τους πατρίδα; Δεν ξέρουμε. Οπότε δεν απομένει τίποτα άλλο από μια προσωπική κρίση του γράφοντος που πιθανότατα δεν απηχεί την άποψη της πλειοψηφίας των παλαιών και νέων κατοίκων.
Γίνηκαν πολλά σε τούτα τα χρόνια, δρόμοι, πάρκα, νέα κτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις. Πάρα πολλά. Γίνηκαν όμως και «εγκλήματα». Εννοώ πολεοδομικά και πολιτικοοικονομικά «εγκλήματα». Αυτός ο τόπος που θα μπορούσε χάρη στην πλεονεκτική φυσική του θέση, το υπέροχο κλίμα του και την μικρή απόστασή του από την πόλη, να είναι ένα πραγματικό «σμαράγδι» όπως το χαρακτήρισε ο αρθρογράφος της Ποντιακής Εστίας εν έτη 1958, δυστυχώς δεν είναι. Έλλειψη οράματος από τους πολιτικούς άρχοντες, εύκαμπτη, ευλύγιστη μέση απέναντι στις απαιτήσεις μεγαλοεργολάβων και το δέλεαρ του γρήγορου πλουτισμού (όχι μόνον των πολιτικών αλλά και ημών των ιδιοκτητών) με την συνέργεια πάντα της εκτεταμένης κρατικής διαφθοράς, οδήγησαν τα πράματα σε μια μη αναστρέψιμη πορεία. Χρειάζεται να θυμίσουμε εδώ ότι, με βάση καταγεγραμμένες στατιστικές, οι Τοπικές Αυτοδιοικήσεις και η Πολεοδομίες κρατούν τα σκήπτρα της διαφθοράς εν Ελλάδι; Μάλλον όχι.
Αλλά δεν χάθηκαν όλα. Ο τούτος τόπος έχει ακόμη ομορφιές να αξιοποιήσει. Έναν απίστευτα όμορφο ορεινό όγκο όπου μπορούν να γίνουν θαύματα, αρκεί να βρεθούν ικανοί δημοτικοί άρχοντες με όραμα και με ισχυρές ηθικές αντιστάσεις στις πολιτικές, επιχειρηματικές και οικονομικές πιέσεις. Κυρίως όμως, οι πολίτες του Ωραιοκάστρου παλαιοί και επήλυδες, να ενστερνιστούν την όσο το δυνατόν άμεση συμμετοχή στον έλεγχο της διαχείρισης των κοινών, και κυρίως αγάπη για τον τόπο αυτό.
Τόση αγάπη όση έδειξαν εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες που έφθασαν εδώ διωγμένοι από την πατρίδα τους, με μοναδικές αποσκευές, την διάθεσή τους για δουλειά και προκοπή.
Αυτά…

Μοίρασε το άρθρο!