Πώς εμπλέκεται η Ελλάδα στην Ουκρανική κρίση: Η ελληνική πτυχή της αμερικανορωσικής σύγκρουσης

Η ουκρανική κρίση, η οποία σοβεί από τον Χειμώνα του 2014, αναζωπυρώθηκε το τελευταίο διάστημα, ως αφορμή της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, με αιχμή την  επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, την οποία η Μόσχα εκλαμβάνει ως γεωπολιτική «αυλή» της.

Αυτή η επιδείνωση, η οποία απειλεί να κλιμακωθεί ακόμη και σε «θερμή» σύγκρουση – έστω όχι ευρείας κλίμακας – λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο και του σκληρού ανταγωνισμού για τον έλεγχο των ενεργειακών δρόμων, σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, η οποία χοντρικά ορίζεται από τον αρκτικό κύκλο μέχρι το Ιράν.

 ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Στο παραπάνω πολύπλοκο και πολύπλευρο «παζλ» έχει εμπλοκή και η Ελλάδα μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης και της βάσης της Σούδας. Και τα δύο αποτελούν σημαντικούς κόμβους για τις αμερικανικές δυνάμεις. 

► Για το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, το οποίο έχει χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ ως «ζωτικός κόμβος» για τις στρατιωτικές της δυνάμεις, υπήρξαν πριν από λίγο καιρό διπλωματικές – πλην σαφείς – προειδοποιήσεις από τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ. Στα μέσα Ιανουαρίου, σχολιάζοντας τη μεταφορά δυτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία μέσω της αμερικανικής βάσης της Αλεξανδρούπολης, ο Σεργκέι Λαβρόφ έστειλε μήνυμα στην ελληνική κυβέρνηση: «Κατανοώ ότι η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. […] Ομως,  εμπιστευόμαστε τους Ελληνες φίλους μας ότι με τη σοφία τους θα κάνουν την επιλογή που ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις τους».

► Για τη βάση της Σούδας, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) Μάικλ Κάρπεντερ, δήλωσε στην «Καθημερινή», ότι «θα φροντίσουμε να ενισχύσουμε την αποτρεπτική ισχύ μας μαζί με τους Ελληνες φίλους μας. Και, ξέρετε, ο κόλπος της Σούδας δεν είναι μυστικό ότι αποτελεί ένα από τα βασικά στρατηγικά μας πλεονεκτήματα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε.».

 

Ο Κωνσταντίνος Φίλης, Διευθυντής IGA, Αναπληρωτής Καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος και αναλυτής διεθνών θεμάτων του Ant1, για να φωτίσει πλευρές αυτής της «ελληνικής πτυχής» της ουκρανικής κρίσης.

«Οι ΗΠΑ δεν θα πολεμήσουν για τους Ουκρανούς»

Ο κ. Φίλης ξεκαθαρίζει εξαρχής, ότι «δεν υπάρχει περίπτωση απευθείας στρατιωτικής εμπλοκής μεταξύ ΗΠΑ – Ρωσίας ή ΝΑΤΟ – Ρωσίας». «Αυτό είναι σαφές» τονίζει. «Ακόμη και στο χειρότερο σενάριο, δηλαδή η Ρωσία να εισβάλλει στην Ουκρανία – το οποίο επίσης δεν το θεωρώ πιθανό – πάλι το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να εμπλακεί ως ΝΑΤΟ. Θα έχει στείλει οπλισμό στην Ουκρανία, θα της έχει παράσχει οποιουδήποτε είδους βοήθεια, αλλά να δούμε στρατιώτες υπό το “καπέλο” του ΝΑΤΟ, να μάχονται Ρώσους στρατιώτες, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.».

«Άλλωστε», όπως εξηγεί ο κ. Φίλης, «η Ουκρανία δεν είναι κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ, άρα δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5. Αυτός είναι πολύ βασικός λόγος και όχι τυπικός, γιατί αν οι ΝΑΤΟϊκοί και δη οι Αμερικανοί, ήθελαν να πάρουν αυτό το ρίσκο, θα είχαν επιχειρήσει να εντάξουν την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ. Ο βασικός λόγος που δεν την έχουν εντάξει είναι επειδή αντιλαμβάνονται ότι μία τέτοια κίνηση – δεδομένης της ζωτικής σημασίας που έχει η Ουκρανία για τη Ρωσία – θα τους έφερνε κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα σε αντιπαράθεση στρατιωτικού χαρακτήρα με τους Ρώσους. Και αυτό θέλουν να το αποφύγουν στο πλαίσιο του ρεαλισμού. Διότι είναι πολλά τα μέτωπα που έχουν για να φτάσουν σε σύγκρουση με τη Μόσχα για χάρη της Ουκρανίας.».

Η θέση της Ελλάδας – Η διπλωματική διάσταση

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της Ελλάδας στην ουκρανική κρίση, ο Κ. Φίλης βλέπει δύο διαστάσεις: «Η μία διάσταση είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει το διπλωματικό εκτόπισμα και δεν έχει κάποια ουσιαστική εμπλοκή στο ουκρανικό, για να μπορέσει να παίξει έναν ρόλο διαμεσολαβητή. Επίσης, δεν έχει αναπτύξει και αυτή τη δεξιότητα, όπως έχουν κάνει άλλες χώρες ανάλογου, ή και μικρότερου, μεγέθους από εμάς. Αυτό βέβαια δεν αναπτύσσεται μέσα σε μήνες, αλλά σε δεκαετίες. Εφόσον αυτό δεν μπορούμε να το καταφέρουμε ή δεν το επιδιώκουμε στα Βαλκάνια, αντιλαμβάνεστε πόσο πολύ πιο δύσκολο, ή και αδύνατο δηλαδή, είναι να το καταφέρουμε σε μία τέτοιου είδους σύρραξη, η οποία έχει πολλές περιφερειακές και διεθνείς διαστάσεις», μας λέει και προθέτει:

«Άρα λοιπόν η μία πτυχή είναι εάν η Ελλάδα θα μπορούσε να παίξει έναν τέτοιο ρόλο: Δεν μπορεί. Κακώς, διότι αυτό θα ήταν πολύ καλή διάσταση για την ελληνική διπλωματία διαχρονικά, δηλαδή να θεωρούνταν η Ελλάδα μια χώρα που θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο. Αλλά αυτόν τον ρόλο δεν τον αναπτύσεις από τη μια στιγμή στην άλλη. Και η ύπαρξη ελληνικών πληθυσμών σε ένα κομμάτι της Ουκρανίας και δη στο επίδικο, από μόνο του ως συνθήκη, δεν προσφέρει τέτοια δυνατότητα. Άλλωστε και η Τουρκία που επιχείρησε να το κάνει – η οποία έχει καλές σχέσεις με τη Ρωσία, προμηθεύει με drones την Ουκρανία – έχει αποτύχει. Η χώρα που προσπαθεί να διαμεσολαβήσει αυτή τη στιγμή, σε “αντικατάσταση” ενδεχομένως της Γερμανίας – έστω κι αν είναι σε κάποιου είδους συνεννόηση με το Βερολίνο – είναι η Γαλλία. Η οποία ασκεί και την προεδρία της ΕΕ. Συνεπώς μιλάμε για τέτοια μεγέθη.».

Η θέση της Ελλάδας – Η στρατιωτική διάσταση

Σε ό,τι αφορά στο στρατιωτικό σκέλος του ελληνικού ρόλου, ο Κ. Φίλης εξηγεί, ότι «η αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη θεάται από τους Ρώσους ως μία προσπάθεια των Αμερικανών να εδραιώσουν την παρουσία τους στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και του Εύξεινου Πόντου. Και μάλιστα, χωρίς αυτό να περνάει μέσα από την Τουρκία – η οποία βρίσκεται πιο κοντά στη Ρωσία από ό,τι η Ελλάδα, αναμφισβήτητα – με αποκλειστικό στόχο όμως τη Μόσχα. Δηλαδή οι Ρώσοι θεωρούν ότι η παρουσία των Αμερικανών στην Αλεξανδρούπολη, στρέφεται εναντίον της Ρωσίας και μόνο. Κανενός άλλου. Και αυτό είναι λογικό ότι ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά τους και απέναντι στην Ελλάδα.».

Η «σκιά» της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Για τον Κωνσταντίνο Φίλη, η εξέλιξη αυτή στις ελληνορωσικές σχέσεις «έρχεται σε συνέχεια της διαφωνίας, για να το πω κομψά,  που υπήρχε μεταξύ Ελλάδας – Ρωσίας με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών και όσων ακολούθησαν».

Και εξηγεί: «Διότι είναι ένα πράγμα η ρωσική διαφωνία, η οποία ήταν εύλογη γιατί η Συμφωνία των Πρεσπών άνοιγε την πόρτα στην Βόρεια Μακεδονία για να μπει στο ΝΑΤΟ, κάτι το οποίο δεν το ήθελε η Ρωσία. Είναι άλλο πράγμα το τι έκαναν οι Ρώσοι και ρωσικά συμφέροντα κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα και πώς επιχείρησαν να πυροδοτήσουν εντάσεις για να υπονομεύσουν τη συμφωνία. Επιπλέον αυτό που ακολούθησε με τις απελάσεις, ακόμη και αν ήταν μια ορθή ενέργεια της ελληνικής πλευράς εκείνη τη στιγμή, οπωσδήποτε ενίσχυσε το αίσθημα των Ρώσων, ότι η Ελλάδα, και λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών, λειτουργεί ως ενεργούμενο των Αμερικανών στην περιοχή». 

«Έρχεται λοιπόν και η Αλεξανδρούπολη, ως κερασάκι στην τούρτα», συνεχίζει ο Κ. Φίλης, «για να επιβεβαιώσει στο μυαλό των Ρώσων ιθυνόντων, ότι η Ελλάδα είναι ταυτισμένη με τις ΗΠΑ και αν χρειαστεί μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργούμενο αυτών, ακόμα και σε βάρος της Ρωσίας».

Ερωτηθείς εάν δκαίως το προσλαμβάνουν έτσι οι Ρώσοι, ο κ. Φίλης απαντά: «Η Ελλάδα από την Γιάλτα και μετά, ανήκει στη δυτική σφαίρα επιρροής. Και μάλιστα, μετά τη Γιάλτα, μετά το 1945 δηλαδή, προϊόντος του χρόνου, έμπαινε όλο και περισσότερο στον πυρήνα των δυτικών υπερεθνικών οργανισμών, όπως το ΝΑΤΟ το 1952, η ΕΟΚ, αργότερα η ΕΕ, η Ευρωζώνη κλπ. Είμαστε στον στενό πυρήνα της Δύσης».

Όμως σημειώνει «αυτό, ειδικά από τη μεταπολίτευση και μετά, δεν σήμαινε ότι η Ελλάδα δεν είχε ανοιχτά τα αυτιά της και τα μάτια της προς τη Ρωσία, ακόμη και στα χρόνια της ΕΣΣΔ και του Ψυχρού Πολέμου. Ήδη από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου – ακόμη περισσότερο – προσπαθήσαμε, παρά το ότι “ανήκαμε στη Δύση”, να έχουμε μια ισορροπία στη σχέση μας με την τότε ΕΣΣΔ και με τη Ρωσία αργότερα».

«Και είναι αλήθεια ότι  πολλές φορές η Ελλάδα για τη Ρωσία θεωρούνταν ως ένας ευνοϊκά διακείμενος, προς τη Ρωσία, ΝΑΤΟϊκός και Ευρωπαίος εταίρος. Δεν είμαστε ούτε Πολωνία, ούτε Βαλτικές, ούτε Βρετανία, Δεν είμαστε μια χώρα που θέλουμε τη σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία. Αντιθέτως αντιλαμβανόμαστε, ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, χωρίς τη Ρωσία θα είναι λειψή και προβληματική.».

 

«Δεν πρέπει να κλείσουμε τη “ρωσική πόρτα”…»

«Από την άλλη», συνεχίζει ο Κ. Φίλης, «η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνα και με την Συμφωνία των Πρεσπών και με την ενδυνάμωση των σχέσεων Τουρκίας – Ρωσίας (που πρόκειται να οδηγήσει ακόμη και στην κατασκευή πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας) και λόγω της Αλεξανδούπολης και λόγω των διαφωνιών που έχουμε σε πολλά θέματα – ενώ στο παρελθόν συμφωνούσαμε σε πολλά – δεν είμαστε στην ίδια κατεύθυνση με τη Ρωσία. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι πρέπει να κλείσουμε την πόρτα στη Ρωσία και το ίδιο συμβαίνει και με την Κίνα.

Για δύο λόγους:

  1. Το να θεωρούμαστε δεδομένοι από τους εταίρους μας – είτε τους Ευρωπαίους, είτε περισσότερο τους Αμερικανούς – μόνο καλό δεν μας κάνει. Δηλαδή το να θεωρούμαστε ότι σπεύδουμε να υιοθετήσουμε τις απόψεις τους απέναντι σε Ρωσία και Κίνα δεν μας κάνει έναν χρήσιμο εταίρο. Μας κάνει αντιθέτως έναν απόλυτα προβλέψιμο εταίρο, στον οποίο δίνεται μικρότερη σημασία. Χωρίς να λέω να γίνουμε απρόβλεπτοι τύπου Τουρκίας.
  2. Δεν μπορούμε να μην συντασσόμαστε με την ενιαία ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη Ρωσία, με την προϋπόθεση όμως, ότι ανάλογα ενιαία θα ήταν και απέναντι στην Τουρκία. Αν καταφέρναμε – που δεν έχουμε καταφέρει – να συνδέσουμε την πολιτική της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία με την πολιτική της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία, γιατί, κακά τα ψέματα, υπάρχουν ομοιότητες στον τρόπο που συμπεριφέρονται αυτές οι δύο χώρες, τότε θα δεχόμουν να ευθυγραμμιζόμασταν με την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσία, χωρίς αστερίσκους. Το να ευθυγραμμιζόμαστε όμως με αυτή την πολιτική χωρίς αστερίκους, ενώ αλλάζει η πρόσληψη έναντι της Τουρκίας, είναι διαφορετικό».

Σε αυτό το σημείο ο Κ. Φίλης μας καλεί να λάβουμε υπόψην τα εξής: «Πρώτον, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, η Ρωσία δεν είναι. Και αυτό προφανώς επηρεάζει πολλούς. Αυτό είναι σημαντικό. Δεύτερον, η Γερμανία έχει μια ήπια πολιτική έναντι και των δύο».

Σε κάθε περίπτωση επαναλαμβάνει ότι «η Ελλάδα δεν πρέπει να ταυτίζεται με πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα απέναντι στη Ρωσία και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα γιατί αυτό αλλοιώνει τη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής μας». Διότι «είναι ένα πράγμα να θέλουμε να πάμε στο Σαχέλ, για να ικανοποιήσουμε τους Γάλλους που τους θέλουμε μαζί μας για να κατοχυρωθούμε περισότερο έναντι της Τουρκίας και είναι άλλο πράγμα να στρεφόμαστε εναντίον της Ρωσίας παίζοντας παιχνίδια τρίτων, τα οποία δεν έχουν κανένα πρακτικό αντίκρυσμα για μας.».

Τι πρέπει να κάνει τώρα η Ελλάδα;

Ποια στάση λοιπόν πρέπει να κρατήσει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα απέναντι στην ουκρανική κρίση και τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των ισχυρών δυνάμεων; «Στάση αρχών» απαντά ο Κ., Φίλης. «Δεν μπορούμε να πηγαίνουμε με μία λογική αντιρωσική όπως πηγαίνουν οι Πολωνοί, οι Βαλτικοί, οι Βρετανοί και, σε κάποιο βαθμό, οι Αμερικανοί. Πρέπει να πάμε με μία πολιτική και στάση αρχών.».

Και ποια είναι η πολιτική αρχών απέναντι στην Ουκρανία; Για τον Κ. Φίλη αυτή η πολιτική πρέπει να ορίζεται από τέσσερις σταθερές σε συνδυασμό:

  1. «Θα πρέπει να γίνει σεβαστή η εδαφική ακεραιότητα της χώρας αυτής από όλους, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας. Πράγμα το οποίο η Ρωσία το 2014 με την Κριμαία δεν το έκανε. Ούτε αργότερα με την facto απόσχιση του Ντονμπάς και των ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας.
  2. Δεν μπορούμε να εποβάλουμε κυρώσεις σε κάποια χώρα, αν αυτή δεν έχει κάνει κάποια ενέργεια σε βάρος του διεθνούς ή οποιασδήποτε μορφής δικαίου. Αν δηλαδή η Ρωσία εισβάλει στην Ουκρανία, κόντρα στο διεθνές δίκαιο, τότε ναι, πρέπει να επιβάλουμε κυρώσεις. Όσο όμως αυτό δεν το κάνει δεν έχουμε κανέναν λόγο να το πράξουμε.
  3. Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τη Ρωσία να παραμείνουν οπωσδήποτε και πάση θυσία ανοιχτοί. Ακόμη και ο Μπλίνκεν λέει ότι πρέπει να αφήσουμε ανοιχτούς τους διαύλους με τη Μόσχα. Και αυτό είναι κάτι που η ελληνική πλευρά πρέπει να το τονίζει σε κάθε περίσταση.
  4. Το σημαντικότερο: Η χρήση της Αλεξανδρούπολης δεν πρέπει να γίνει, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και άνευ όρων, για σκοπούς οι οποίοι μπορεί να είναι επιθετικού χαρακτήρα και να στρέφονται σε βάρος οποιασδήποτε χώρας, πολλώ δε μάλλον της Ρωσίας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να το επιτρέψει αυτό.».

Και καταλήγει: «Καλό είναι αυτό το τετράπτυχο η Ελλάδα να το διαμηνύσει εγκαίρως προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, προς πάσα κατεύθυνση και δημόσια. Πρέπει να το καταστήσουμε σαφές από τώρα και να το επαναλαμβάνουμε. Ότι αυτή είναι μία στάση αρχών της Ελλάδας και μία στάση λογικής και μετριοπάθειας μέσα σε αυτή τη λαίλαπα που κινδυνεύουμε να καταστεί η σύγκρουση  στην Ουκρανία αυτοεκπληρούμενη προφητεία.».

Μοίρασε το άρθρο!