Ο μύθος του Σουλτάνου

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απείλησε πριν λίγες ημέρες ότι η χώρα του θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ. Παράλληλα ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, χαρακτήρισε τη Ρωσία ως «στρατηγικό εταίρο» της χώρας – για πρώτη φορά. 

Σύμφωνα με το Foreign Policy, αυτά είναι λόγια άνευ ουσίας. Ο Ερντογάν μπορεί να είναι θυμωμένος με την Ουάσιγκτον αλλά τελικά η Άγκυρα θα κάνει ότι χρειάζεται για να αποκαταστήσει τους δεσμούς της με τη Δύση. Αυτό δεν αρκεί για να βγάλει την Τουρκία από την οικονομική κρίση, αλλά ο Ερντογάν έχει λίγες επιλογές αν θέλει να αποφύγει μια χειρότερη πολιτική κατάρρευση, καθώς έχει μεγάλη εξάρτηση από τις δυνάμεις του τουρκικού κράτους που θα δυσκολευτούν να χωνέψουν μια μόνιμη απομάκρυνση από τις ΗΠΑ και προσέγγιση με την Ρωσία. 

Στα μέσα Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι η Τουρκία, υπήρξε «πρόβλημα για μεγάλο χρονικό διάστημα». Κι αυτό είναι αλήθεια από την αμερικανική σκοπιά. Αλλά επίσης οι ΗΠΑ υπήρξαν πρόβλημα για την Τουρκία. Σήμερα η λίστα των παραπόνων της Ουάσιγκτον εναντίον της Άγκυρας περιλαμβάνει την κράτηση του Αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον, την αντίθεσή της στη στήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους στη Συρία και τη βαθύτερη σχέση της με τη Ρωσία, από την οποία η Τουρκία συμφώνησε να αγοράσει τέσσερις πυραύλους S-400 έως το 2019. Ωστόσο, από την πλευρά της Τουρκίας, όλες αυτές οι κινήσεις φαίνονται λογικές. 

Κατά αρχήν αναφορικά με την περίπτωση του Μπράνσον. Ο πάστορας συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 2016 μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού. Κατηγορήθηκε για δεσμούς με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν που εδρεύει στις ΗΠΑ και τον οποίο η Άγκυρα κατηγορεί ότι ήταν πίσω από το πραξικόπημα. Έχει επίσης συνδεθεί με το PKK. Ανεξάρτητα με την εγκυρότητα αυτών των κατηγοριών, ο Μπράνσον αποτελεί σημαντικό χαρτί διαπραγματεύσεων για την Άγκυρα που ελπίζει να τον ανταλλάξει με τον Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, πρώην αναπληρωτή γενικό διευθυντή της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, που καταδικάστηκε σε φυλακή στις ΗΠΑ για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων προς το Ιράν και αποτελεί απειλή για τον Ερντογάν. Η Τουρκία μπορεί τελικά να επιστρέψει τον πάστορα, αλλά πιστεύει ότι θα ήταν άδικο να το πράξει χωρίς να πάρει κάτι σε αντάλλαγμα.

Στη Συρία οι Κούρδοι αποτέλεσαν επί μακρόν σύμμαχο των ΗΠΑ ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος. Η Τουρκία, ωστόσο, φοβάται τι θα ακολουθήσει μετά την ίδρυση της αυτόνομης κουρδικής περιοχής της Ροζάβα στη βόρεια Συρία. Όμως ο Ερντογάν γνώριζε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιτύχει τις φιλοδοξίες της στη Συρία – συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας προς την Μουσουλμανική Αδελφότητα – μέσω της συνεργασίας με τις ΗΠΑ, γι’ αυτό και οι δυο χώρες συνεργάστηκαν αρχικά για την πτώση του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ. 

Η τρίτη πληγή στη σχέση μεταξύ της Άγκυρας και της Ουάσιγκτον – δηλαδή η στροφή της Τουρκίας στη Ρωσία, μπορεί να νοηθεί ως πράξη απελπισίας εκ μέρους της Άγκυρας, όπως σημειώνει το Foreign Policy. Οι φιλοκουρδικές πολιτικές των ΗΠΑ στη Συρία θεωρούνται από την Άγκυρα ως μια υπαρξιακή απειλή. Η Τουρκία δεν βλέπει άλλη εναλλακτική λύση παρά να επιδιώξει τη συνεργασία της Ρωσίας και του Ιράν για να ανατρέψει τις κουρδικές φιλοδοξίες. Η συμμαχία Ρωσίας – Τουρκίας δεν είναι φυσικά μια εύκολη συμμαχία. Φτάνει να θυμηθεί κανείς ότι το 2015 η Τουρκία έριξε ένα ρωσικό μαχητικό κοντά στα σύνορα με τη Συρία. 

Και γενικότερα, ωστόσο, η ευθυγράμμιση με τη Ρωσία είναι δύσκολη για το τουρκικό κράτος. Το μεγαλύτερο μέρος της ελίτ της Άγκυρας από την οποία εξαρτάται πολιτικά ο Ερντογάν αντιπροσωπεύει μια πολιτική παράδοση βαθιά εχθρική προς τη Μόσχα. Αυτοί οι δεξιοί Τούρκοι εθνικιστές βλέπουν τη Ρωσία ως τον βασικό εχθρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υποδουλωτή του τουρκικού λαού. Ιστορικά είναι σταθερά φιλοαμερικανοί. Και θα παρέμεναν αν δεν υπήρχε η υποστήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους. Στους κόλπους τους περιλαμβάνεται και ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, αρχηγός του εθνικιστικού MHP (Γκρίζοι Λύκοι), ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια έχει συμμαχήσει με το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν. 

Η στήριξη του Μπαχτσέλι ήταν ζωτικής σημασίας για τον Ερντογάν. Κατ΄ αρχήν θα είχε χάσει τις εκλογές τον Ιούνιο αν ο Μπαχτσέλι δεν έδινε εντολή στους οπαδούς του να τον ψηφίσουν. Εξίσου σημαντικό είναι όμως το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του MHP είναι βαθιά εδραιωμένοι στο τουρκικό κράτος. Το κόμμα επέλεξε μάλιστα να μην μπει ανοιχτά στην κυβέρνηση αλλά ασκεί έμμεσα εξουσία, καταλαμβάνοντας χιλιάδες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα οι Γκιουλενιστές έχουν απομακρυνθεί από αυτόν με τις εκκαθαρίσεις του Ερντογάν που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου. Τα στελέχη του MHP είναι τώρα στην κορυφή. Και ο Ερντογάν δεν είναι ένας νέος σουλτάνος που επιβάλλεται πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα εξαρτάται από τον Μπαχτσελί και το MHP. 

Ενδιαφέρον έχει το παράδειγμα του διορισμού του Χουλουσί Ακάρ, πρώην αρχηγού του γενικού επιτελείου, ο οποίος είναι γνωστός εθνικιστής του MHP. Σύμφωνα με τους εθνικιστικούς κύκλους ο Ερντογάν τοποθέτησε τον Ακάρ υπουργό Άμυνας μετά από αίτημα του Μπαχτσελί. Ο Ακάρ δεν εμπιστεύεται τις ΗΠΑ, ούτε και τη Ρωσία. Στην πρώτη δήλωσή του ως υπουργός Άμυνας, τόνισε τη σημασία της κινητοποίησης «εθνικών πόρων» για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ασφάλειας της Τουρκίας. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που το MHP ασκεί εξουσία από τα παρασκήνια. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, τα στελέχη του MHP κινητοποιήθηκαν για να συντρίψουν τη δημοκρατική αριστερά που ήταν τότε σε άνοδο. Με την υποστήριξη του κρατικού μηχανισμού, της γραφειοκρατίας και του στρατού, οι εξτρεμιστές του MHP σκότωσαν χιλιάδες Αριστερούς ανοίγοντας το δρόμο για ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα το 1980. 

Μοίρασε το άρθρο!