Ο επικίνδυνος πόλεμος φθοράς ΗΠΑ – Κίνας

Ο καθηγητής του Χάρβαρντ, Γκράχαμ Αλισον, υποστήριξε, σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2017, ότι κάποια στιγμή θα ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ ΗΠΑκαι Κίνας. Το συγκριτικό μοντέλο του για τις σημερινές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, ήταν οι συνθήκες που οδήγησαν στον Πελοποννησιακό πόλεμο τον 5ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, όπως σημειώνεται σε δημοσίευμα της Monde diplomatique, διέφυγε ένα κρίσιμο στοιχείο από τον καθηγητή: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα βρίσκονται ήδη σε πόλεμο μεταξύ τους. Ακόμη και αν η σημερινή βραδύκαυστη σύγκρουσή τους μπορεί να μην προκαλέσει την άμεση καταστροφή ενός συμβατικού θερμού πολέμου, οι μακροπρόθεσμες συνέπειές της θα μπορούσαν να αποδειχθούν όχι λιγότερο δυσάρεστες.

Διότι πόλεμος δεν υπάρχει μόνο όταν ακουστούν τα πρώτα πυρά. Στη σημερινή, νέα εποχή του κλιμακούμενου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, πόλεμος σημαίνει πολύ περισσότερα από την στρατιωτική μάχη και μπορεί να διεξάγεται ακόμα και όταν οι ηγέτες των αντιμαχόμενων δυνάμεων συναντώνται και διαπραγματεύονται πάνω από ένα πλούσιο γεύμα, όπως έκαναν ο Ντόναλντ Τραμπκαι ο Ξι Ζιπίνγκ το 2017. «Εγκαινιάζοντας» μια «καυτή» νέα έκδοση ενός Ψυχρού Πολέμου.

Οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για ένα μακροπρόθεσμο οιονεί πόλεμο, πριν ακόμη την είσοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Η προετοιμασία αυτή συνίσταται στην αυξανόμενη οικονομική και διπλωματική πίεσηστην Κίνα και στη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στην γεωπολιτική «αυλή» της. Με την άφιξη του Τραμπ, αυτή η τακτική κλιμακώθηκε, με μια ακόμη πιο στοχοπροσηλωμένη αντιμετώπιση της Κίνας ως εκ των βασικότερων αντιπάλων σε έναν ανταγωνισμό για παγκόσμια οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή. Αυτός ο ανταγωνισμός περιλαμβάνει τον πολυσυζητημένο «εμπορικό πόλεμο» του Τραμπ με την Κίνα, με στόχο την αντιστροφή της αναπτυξιακής πορείας του Πεκίνου.

Πρόκειται επίσης για έναν τεχνολογικό πόλεμο που έχει σχεδιαστεί για να αποτρέψει το ενδεχόμενο να ξεπεραστούν οι ΗΠΑ σε βασικούς τεχνολογικούς τομείς. Είναι επίσης ένας διπλωματικός πόλεμος που αποσκοπεί στο να απομονώσει το Πεκίνο και να εμποδίσει τα φιλόδοξα σχέδιά για παγκόσμια ηγεμονία. Είναι και κυβερνο-πόλεμος, που σε μεγάλο βαθμό δεν υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, ενώ περιλαμβάνει και μια σειρά από στρατιωτικά μέτρα.

Όλο το παραπάνω μπορεί να μην είναι πόλεμος με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά για τους ηγέτες των δύο πλευρών, έχει ακριβώς την ίδια αίσθηση.

Γιατί η Κίνα;

Τα ΜΜΕ και η πολιτική σκηνή της Ουάσιγκτον εξακολουθούν να επικεντρώνονται στις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας των αποκαλύψεων σχετικά με την φερόμενη εμπλοκή της Μόσχας στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 και τη συνεχιζόμενη εισαγγελική έρευνα. Στο παρασκήνιο, όμως, τα ανώτερα στρατιωτικά και διπλωματικά στελέχη στην Ουάσιγκτον βλέπουν την Κίνα, όχι τη Ρωσία, ως τον κύριο αντίπαλο της χώρας.

Στην Ανατολική Ουκρανία, στα Βαλκάνια, στη Συρία, στον κυβερνοχώρο και στον τομέα των πυρηνικών όπλων, η Ρωσία αποτελεί όντως απειλή για τους στόχους και τις επιθυμίες της Ουάσινγκτον. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την Le Monde diplomatique, ως «petro-state», δηλαδή ως οικονομία προσανατολισμένη κατά κύριο λόγο στo πετρέλαιο, η Ρωσία στερείται του είδους της δύναμης που θα της επέτρεπε να αμφισβητήσει πραγματικά τις ΗΠΑ ως κυρίαρχη δύναμη του κόσμου.

Η Κίνα, όμως, είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Με την τεράστια οικονομία, την αυξανόμενη τεχνολογική ικανότητα, το διηπειρωτικό, οικονομικό σχέδιο – «μαμούθ», «Μία ζώνη, ένας δρόμος» και τον επιταχυνόμενο εκσυγχρονισμό των στρατιωτικών δυνάμεών της, η Κίνα θα μπορούσε να φτάσει ή ακόμα και να υπερβεί την αμερικανική εξουσία σε παγκόσμια κλίμακα.

Οι φόβοι της Ουάσινγκτον για μια «ανατέλλουσα» Κίνα καταγράφηκαν ξεκάθαρα τον Ιανουάριο με την εκπόνηση της έκθεσης της CIA για την Παγκόσμια Αξιολόγηση Απειλών για το 2019. Το συμπέρασμά της: «Εκτιμούμε ότι οι ηγέτες της Κίνας θα προσπαθήσουν να επεκτείνουν την παγκόσμια οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εμβέλεια της χώρας, χρησιμοποιώντας τις στρατιωτικές δυνατότητες της Κίνας και τις επενδύσεις σε εξωτερικούς πόρους και υποδομές στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας “Μια ζώνη, ένας δρόμος”, για να μειώσουν την επιρροή των ΗΠΑ».

Για να αντιμετωπίσει αυτές τις προσπάθειες, κάθε κλάδος της αμερικανικής κυβέρνησης αναμένεται να κινητοποιήσει τις δυνατότητές του για να ενισχύσει την αμερικανική – και να μειώσει την κινεζική – εξουσία. Στα έγγραφα του Πενταγώνου, αυτή η στάση συνοψίζεται από τον όρο «overmatch», που μεταφράζεται ως αέναη διατήρηση της αμερικανικής παγκόσμιας υπεροχής έναντι της Κίνας (και όλων των άλλων δυνητικών αντιπάλων). «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρήσουν το “overmatch”» αναφέρει η στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας διατηρώντας ένα «συνδυασμό ικανοτήτων σε επαρκή κλίμακα για να αποτρέψει την επιτυχία του εχθρού», ενώ παράλληλα πρέπει να «διαμορφώνει το διεθνές περιβάλλον για να προστατεύσει τα συμφέροντά μας».

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει ισοτιμία μεταξύ των δύο χωρών. Το μόνο αποδεκτό καθεστώς για την Κίνα είναι αυτό μιας σαφώς υποδεέστερης εξουσίας. Για να διασφαλιστεί αυτό το αποτέλεσμα, οι ΗΠΑ πρέπει να αναλαμβάνουν δράση σε καθημερινή βάση για να περιορίσουν ή να παρεμποδίσουν την άνοδο της Κίνας.

Η ιστορική πείρα δείχνει, όπως εξηγεί ο Άλισον στο βιβλίο του, ότι αυτή η εξίσωση – μια κυρίαρχη δύναμη που επιδιώκει να διατηρήσει το καθεστώς της κυριαρχίας της και μια αναδυόμενη δύναμη που επιδιώκει να την – έχει σχεδόν πάντα οδηγήσει σε συμβατικές πολεμικές συγκρούσεις. Στον σημερινό κόσμο, όμως, όπου η ένοπλη σύγκρουση μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε ενδεχομένως να τελειώσει με μια αμοιβαία πυρηνική εξόντωση, η άμεση στρατιωτική σύγκρουση είναι μια εξαιρετικά μη ελκυστική επιλογή για όλες τις πλευρές.

Αντ ‘αυτού, οι κυβερνητικές ελίτ έχουν αναπτύξει και άλλα πολεμικά μέσα – οικονομικά, τεχνολογικά και συγκαλυμμένα – για την επίτευξη τέτοιων στρατηγικών στόχων. Με αυτόν τον τρόπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη σε πλήρη κατάσταση μάχης σε σχέση με την Κίνα.

Εμπορικός πόλεμος

Όσον αφορά την οικονομία, η γλώσσα προδίδει την πραγματικότητα πολύ ξεκάθαρα. Ο οικονομικός πόλεμος του Τράμπ με την Κίνα περιγράφεται ανοιχτά ως ακριβώς τέτοιος: «Πόλεμος». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ανώτεροι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου, ξεκινώντας από τον πρόεδρο και τον υπουργό Εμπορίου, Ρόμπερτ Λίτισερ, το βλέπουν ακριβώς έτσι: Ως μέσο «κονιορτοποίησης» της κινεζικής οικονομίας, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα της χώρας αυτής να ανταγωνίζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες σε όλα τα άλλα επίπεδα και τομείς.

Φαινομενικά, στόχος της απόφασης του Τραμπ, τον Μάιο του 2018, να επιβάλει δασμούς ύψους 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις κινεζικές εισαγωγές και να τους αυξήσει, το Σεπτέμβριο, στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια, ήταν να διορθώσει μια εμπορική ανισορροπία μεταξύ των δύο χωρών, προστατεύοντας παράλληλα την αμερικανική οικονομία, έναντι αυτού που χαρακτηρίζεται ως κινεζική «κακοήθης συμπεριφορά». Οι εμπορικές πρακτικές της «αποτελούν μια σοβαρή απειλή για τη μακροπρόθεσμη υγεία και ευημερία της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών», όπως το έθεσε ο Αμερικανός πρόεδρος, όταν ανακοίνωσε τον δεύτερο γύρο των δασμών.

Ωστόσο, εξετάζοντας τα ζητήματα που υπέβαλαν οι Κινέζοι διαπραγματευτές στην εμπορική αντιπροσωπεία των ΗΠΑ τον περασμένο Μάιο, αποδεικνύεται ότι η πρωταρχική πρόθεση της Ουάσιγκτον δεν ήταν να διορθώσει αυτή την εμπορική ανισορροπία, αλλά να εμποδίσει την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας.

Μεταξύ των όρων που πρέπει να υιοθετήσει το Πεκίνο για να λάβει δασμολογικές ελαφρύνσεις, σύμφωνα με έγγραφα που διέρρευσαν από Αμερικανούς διαπραγματευτές και διαδόθηκαν στα κινεζικά κοινωνικά δίκτυα, είναι:

  • Η αναστολή όλων των κρατικών επιδοτήσεων σε προηγμένες μεταποιητικές βιομηχανίες που εντάσσονται στο πρόγραμμα Made in China 2025, μια προσπάθεια που καλύπτει 10 βασικούς οικονομικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων της αεροπορικής βιομηχανίας, των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, της ρομποτικής, των μικροτσίπ υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης.
  • Η αποδοχή αμερικανικών περιορισμών στις επενδύσεις σε ευαίσθητες τεχνολογίες χωρίς αντίποινα
  • Το άνοιγμα των τομέων των υπηρεσιών και της γεωργίας – στους οποίους οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν εγγενές πλεονέκτημα – στον πλήρη αμερικανικό ανταγωνισμό.

Στην πραγματικότητα, σημειώνει η ανάλυση, αυτό πρέπει να θεωρηθεί απλά ως κήρυξη οικονομικού πολέμου. Η αποδοχή τέτοιων απαιτήσεων εκ μέρους της Κίνας, θα σήμαινε την αποδοχή μόνιμου καθεστώτος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, με την ελπίδα να συνεχιστεί μια κερδοφόρα εμπορική σχέση μαζί τους. Αλλά, όπως το έθεσε ο Εσβαρ Πρασάντ, καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, αυτός ο κατάλογος «διαβάζεται σαν όροι παράδοσης και όχι ως βάση διαπραγμάτευσης».

 Τεχνολογικός πόλεμος

Η πρόθεση της Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο να καταστρέψει την οικονομία της Κίνας για σήμερα και αύριο, αλλά για δεκαετίες. Αυτό οδήγησε σε μια έντονη, μαζική εκστρατεία με στόχο να την στερήσει από την πρόσβαση σε προηγμένες τεχνολογίες και να παραλύσει τις κορυφαίες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας.

Οι Κινέζοι ηγέτες έχουν από καιρό συνειδητοποιήσει ότι, για να επιτύχουν οικονομική και στρατιωτική ισορροπία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει να κατακτήσουν τεχνολογίες αιχμής που θα κυριαρχήσουν στην παγκόσμια οικονομία του 21ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, τωντηλεπικοινωνιών πέμπτης γενιάς, των ηλεκτρικών οχημάτων και της νανοτεχνολογίας.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι το Πεκίνο έχει επενδύσει σε σημαντικό βαθμό στην επιστημονική και τεχνολογική εκπαίδευση και βοηθά το ξεκίνημα καινοτόμων επιχειρήσεων, με τον ίδιο τρόπο που οι αμερικανικές καινοτομίες στην πληροφορική και την αεροδιαστημική αρχικά χρηματοδοτήθηκαν και ενθαρρύνθηκαν από το υπουργείο Άμυνας. Οι κινεζικές εταιρείες ζητούν επίσης μεταφορά τεχνογνωσίας όταν επενδύουν σε ή αναπτύσσουν βιομηχανικές συνεργασίες με ξένες επιχειρήσεις, μια κοινή πρακτική σε διεθνές επίπεδο.

Οι Αμερικανοί προωθούν, παράλληλα, μια στοχευμένη προπαγάνδα, επιχειρώντας να συκοφαντήσουν την Κίνα ότι κλέβει τεχνολογία. Ωστόσο, το δημοσίευμα σημειώνει, ότι δεδομένων των τεράστιων επενδύσεων του Πεκίνου στην επιστήμη, την τεχνολογία, τη μηχανική και τη μαθηματική εκπαίδευση, σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι οι περισσότερες από τις προόδους της χώρας αυτής είναι αποτέλεσμα των εγχώριων προσπαθειών.

Στο πλαίσιο αυτού του τεχνολογικού πολέμου πρέπει να ενταχθεί και η πρόσφατη προσπάθεια της Ουάσιγκτον να σαμποτάρει τις προσπάθειες της Huawei, μιας από τις σημαντικότερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών της Κίνας, να κερδίσει ηγετική θέση στην παγκόσμια ανάπτυξη των ασύρματων επικοινωνιών πέμπτης γενιάς (5G). Τέτοια ασύρματα συστήματα είναι σημαντικά εν μέρει επειδή μεταδίδουν κολοσσιαίες ποσότητες ηλεκτρονικών δεδομένων σε πολύ ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι σήμερα, διευκολύνοντας, έτσι, την εξέλιξη των αυτόνομων αυτοκινήτων, την διάδοση της ρομποτικής και την καθολική εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης.

Με μόνο την Apple να την ξεπερνά ως παγκόσμιος προμηθευτής smartphones και ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, η Huawei προσπαθεί να ηγηθεί στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για το πέρασμα στο 5G. Φοβούμενοι ότι αυτό θα μπορούσε να δώσει στην Κίνα ένα τεράστιο πλεονέκτημα τις επόμενες δεκαετίες, οι ΗΠΑ προσπαθούν να το αποτρέψουν. Στο πλαίσιο αυτό που χαρακτηρίζεται ευρέως ως ένας «τεχνολογικός Ψυχρός Πόλεμος», η Ουάσιγκτον έχει ασκήσει τεράστια πίεση τόσο στους Ασιάτες όσο και στους Ευρωπαίους συμμάχους της για να εμποδίσουν την Huawei να έχει επιχειρηματική δράση στις χώρες τους, ενώ έφτασε στο σημείο ακόμη και να επιδιώξει τη σύλληψη στον Καναδά, της οικονομικής διευθύντριας της Huawei, Μενγκ Ουάνγκζου και την την έκδοσή της στις ΗΠΑ, κάτι τελικά που προς το παρόν δεν έχει συμβεί.

Κυβερνοπόλεμος

Η Le Monde diplomatique σημειώνει ότι το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή τη στιγμή διεξάγεται έντονος πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών στον κυβερνοχώρο. Αμερικανοί αξιωματούχοι κατηγορούν την Κίνα ότι έχει εμπλακεί σε μια ευρεία επίθεση στον κυβερνοχώρο εναντίον των ΗΠΑ, η οποία περιλαμβάνει κατασκοπεία για την απόκτηση στρατιωτικών και εταιρικών μυστικών, καθώς και ευρεία πολιτική εμπλοκή. «Αυτό που κάνουν οι Ρώσοι ωχριά σε σύγκριση με αυτό που κάνει η Κίνα», δήλωσε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Μάικ Πενς τον περασμένο Οκτώβριο σε ομιλία του στο Ινστιτούτο Hudson, παρόλο που δεν παρείχε καμία απόδειξη για τον ισχυρισμό του. Παρεμπιπτόντως, μέχρι στιγμής, ούτε για την φερόμενη κυβερνοεμπλοκή  της Ρωσίας στον προεκλογικό αγώνα στις ΗΠΑ υπάρχουν αναμφισβήτητες αποδείξεις εκ μέρους των Αμερικανών.

Διπλωματική και στρατιωτική πίεση

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα του εξελισσόμενου πολέμου της Αμερικής με την Κίνα πρέπει να συμπληρωθεί με τις έντονες πιέσεις που ασκούνται στα διπλωματικά και στρατιωτικά μέτωπα για την αποτροπή των γεωπολιτικών φιλοδοξιών του Πεκίνου. Για να προωθήσει αυτές τις φιλοδοξίες, η ηγεσία της Κίνας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πολυσυζητημένο σχέδιο «Μια ζώνη, ένας δρόμος», ένα σχέδιο τρισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χρηματοδότηση της κατασκευής ενός τεράστιου νέου δικτύου οδικών, σιδηροδρομικών, λιμενικών και ενεργειακών δικτύων και αγωγών σε όλη την Ευρασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Με τη χρηματοδότηση – και, σε πολλές περιπτώσεις, την απευθείας κατασκευή – τέτοιων υποδομών, το Πεκίνο ελπίζει να διεισδύσει στις οικονομίες μιας σειράς κρατών, αυξάνοντας παράλληλα την πολιτική επιρροή του στην ηπειρωτική Ευρασία και την Αφρική. Όπως το βλέπει η ηγεσία του Πεκίνου, τουλάχιστον όσον αφορά τον προσανατολισμό της μελλοντικής οικονομίας του πλανήτη, ο ρόλος του σχεδίου θα είναι παρόμοιος με εκείνον του σχεδίου Μάρσαλ το οποίο αποτέλεσε το εργαλείο για την αύξηση της επιρροής των ΗΠΑ στην Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γι’ αυτό και η Ουάσινγκτον επιδιώκει ενεργά να υπονομεύσει το σχέδιο «Μια ζώνη, ένας δρόμος» όπου και όπως μπορεί. ‘Ετσι, για να  αποθαρρύνει τους συμμάχους της από τη συμμετοχή τους στο κινεζικό σχέδιο, σπέρνει την ανησυχία σε χώρες όπως η Μαλαισία και η Ουγκάντα για τα τεράστια χρέη προς την Κίνα που μπορεί να αποκτήσουν, αλλά και με τον ασύμφορο τρόπο που οι κινεζικές επιχειρήσεις εκτελούν τέτοιας κλίμακας έργα στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, συνήθως φέρνουν Κινέζους εργάτες, αντί να προσλαμβάνουν και να εκπαιδεύουν τους ντόπιους.

Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ προσπαθούν να επιτύχουν και την γεωπολιτική απομόνωση της Κίνας και τον περιορισμό των στρατηγικών της επιλογών. Στη Νότια Ασία, για παράδειγμα, η Ουάσινγκτον εγκατέλειψε την προηγούμενη θέση της «σκληρής ισοτιμίας» στις σχέσεις της με την Ινδία και το Πακιστάν. Τα τελευταία χρόνια, έχει μετατοπιστεί απότομα προς μια στρατηγική συμμαχία με τηο Νέο Δελχί, τιμωρώντας, ταυτόχρονα, το Πακιστάν για τον αυξανόμενο ενθουσιώδη ρόλο του στο σχέδιο «Μια ζώνη, ένας δρόμος».

Στον Δυτικό Ειρηνικό ωκεανό, οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει τις ναυτικές περιπολίες τους και έχουν κλείσει νέες συμφωνίες με τις δυνάμεις της περιοχής, με στόχο τον περιορισμό του κινεζικού στρατού στην ηπειρωτική χώρα. Σε απάντηση, το Πεκίνο προχώρησε στην κατασκευή μικροσκοπικών βάσεων σε νησιά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, ακόμα και κατασκευάζοντας τεχνητά νησιά για να φιλοξενήσουν τις βάσεις τους. Ο Λευκός Οίκος, σε μια προσπάθεια να κάνει επίδειξη δύναμης σε αυτή την περιοχή του Ειρηνικού που κάποτε ήταν γνωστή σαν «αμερικανική λίμνη», εφαρμόζει ένα σχέδιο με την παραπλανητική ονομασία FRONOPs («Πράξεις Ελευθερίας Πλοήγησης»), στο πλαίσιο των οποίων, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό ανοίγει πυρ εναντίον των νησιωτικών κινεζικών βάσεων. Ρισκάροντας, φυσικά, το ξέσπασμα μιας ευρείας κλίμακας σύγκρουσης.

Παγκόσμια απειλή

Ακόμα κι αν δεν ξεσπάσει, όμως, αυτή η θερμή σύγκρουση, ένας μακροχρόνιος γεωπολιτικός πόλεμος αλληλο-εξόντωσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας θα έχει, τελικά, καταστροφικές συνέπειες και για τις δύο πλευρές. Εάν, για παράδειγμα, δεν λήξει ο εμπορικός πόλεμος με θετικό τρόπο, η συνέχιση της επιβολής των υψηλών δασμών στις κινεζικές εισαγωγές θα περιορίσει σοβαρά την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και έτσι θα εξασθενήσει την παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της, τιμωρώντας κάθε χώρα στη Γη. Οι υψηλοί δασμοί θα αυξήσουν επίσης το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές και θα θέσουν σε κίνδυνο την ευημερία και την επιβίωση πολλών επιχειρήσεων που βασίζονται σε κινεζικές πρώτες ύλες και εξαρτήματα.

Αυτό το είδος πολέμου θα οδηγήσει επίσης σε ακόμη μεγαλύτερη και ταχύτερη αύξηση των ήδη δυσθεώρητων αμυντικών δαπανών, απορροφώντας πόρους από ζωτικές ανάγκες όπως η εκπαίδευση, η υγεία, οι υποδομές και το περιβάλλον. Το μεγαλύτερο θύμα αυτής της συνεχιζόμενης σύγκρουσης θα είναι ο ίδιος ο πλανήτης. Ως δύο κορυφαίοι παραγωγοί αερίων θερμοκηπίου, οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να συνεργαστούν για να σταματήσουν την υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλιώς είμαστε καταδικασμένοι. Ο μόνος τρόπος για να μην οδηγηθούν τα πράγματα εκεί είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα να καταλήξουν σε μια συμφωνία ειρήνης έναντι του καταστροφικού ανταγωνισμού για την παγκόσμια κυριαρχία. 

Μοίρασε το άρθρο!