ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΗ ΒΟΡΕΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ένας Λαός πρέπει να γνωρίζει την ιστορία του και να έχει διδαχθεί τα πραγματικά γεγονότα, για να μπορέσει να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του και να προβλέψει το μέλλον του.
Δύο σημαντικά γεγονότα οδήγησαν τη χώρα στη Μικρασιατική Καταστροφή. Η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου από την κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος και ο παραμερισμός του Βενιζέλου από την πολιτική, με το εκλογικό αποτέλεσμα της 1/11/1920. Αυτές ήταν οι κύριες αιτίες της εθνικής καταστροφής: ο διχασμός και η διχόνοια που υπήρχε ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία στα χρόνια εκείνα. Είναι αυτά που έγραψε στον «Ύμνο εις την Ελευθερία – Εθνικό Ύμνο», ο Διονύσιος Σολωμός: Οι Έλληνες, «Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά».
Σήμερα, 100 χρόνια μετά, μπορούμε να πούμε ότι η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε η μεγαλύτερη τραγωδία και συμφορά στην ιστορία του Νεότερου Ελληνισμού.
Η Μικρασιατική Καταστροφή, γράφει ο Ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθινός, «υπήρξεν η τελευταία φάσις του υπερποντίου Ελληνισμού. Υπό τα ερείπιά της ετάφησαν αι Ιωνικαί και Ποντιακαί αποικίαι, αι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το μέγα εκπολιτιστικόν έργοv του Βυζαντίου, η θαυμασία αντίστασις και το αφανές κατόρθωμα των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας».
Με τον όρο Μικρασιατική Καταστροφή περιγράφεται η τελευταία φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας, δηλαδή το τέλος του «ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-22». Η φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών.  Όπως επίσης η υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου, αλλά και η γενικευμένη εκδίωξη και εξόντωση μεγάλου μέρους του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 900.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, την εκκένωση από το εκεί ελληνικό στοιχείο, με την “υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών” με τη συνθήκη της Λωζάνης το 1923, απ΄ όλη τη Μικρά Ασία και τον ερχομό 1,5 εκατομμυρίων ελλήνων προσφύγων στην Ελλάδα, καθώς ξεριζώθηκαν από την προαιώνια πατρίδα τους. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι εξοντώθηκαν και ήρθαν ως πρόσφυγες, χωρίς τις περιουσίες τους, στην Ελλάδα. 
Αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, η διάσταση απόψεων ανάμεσα σε βασιλιά και πρωθυπουργό για τη στάση που θα ακολουθούσε η Ελλάδα, υπήρξε η αφορμή του εθνικού διχασμού. Εγκαινιάστηκε, έτσι, μια μακρά περίοδος όξυνσης των πολιτικών παθών, που, σε διάφορες μορφές διήρκεσε αρκετά χρόνια. Η εναλλαγή των κυβερνώντων προσώπων επέφερε, εκτός από πλήθος απόψεων που επικράτησαν και σοβαρές αντιπαλότητες και συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας, που συνέβαλαν σημαντικά στην εξέλιξη των πολεμικών της κινήσεων στην Ανατολή. Στα τρία χρόνια του πολέμου (1919-1922) άλλαξαν αρκετοί πρωθυπουργοί.
Σε πρώτο επίπεδο οι συμπλεύσεις των δύο μεγάλων πρωταγωνιστών αυτής της περιόδου με τους πολεμικούς συνασπισμούς ήταν που καθόρισαν τη διένεξη. Από τη μία ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με το κόμμα των Φιλελευθέρων πίστευε πως η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμαχήσει με τους Συμμάχους της Αντάντ ώστε να διαφυλάξει την πρόσφατη επέκταση της χώρας στα πρώην οθωμανικά εδάφη, αλλά και για να της επιτρέψουν να διευρυνθεί μέσω θαλάσσης, καθώς μόνο αυτές οι χώρες διέθεταν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Από την άλλη ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ και το φιλομοναρχικό Κόμμα Εθνικοφρόνων, του Δημητρίου Γούναρη, πρόκρινε την «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ.
Η συμμαχία συνέβαλε στο να δημιουργηθεί για την Ελλάδα μία νέα θετική προοπτική, με την ιστορική συμφωνία των Σεβρών το 1920. Η μεγάλη διορατικότητα του Βενιζέλου οδήγησε την Ελλάδα στο δρόμο της εθνικής αποκατάστασης με επιτυχία. Το φιλοβασιλικό συγκρότημα αντί να συνεχίσει την ίδια πολιτική, έσπασε τους συμμαχικούς δεσμούς της χώρας που είχε χτίσει ο Βενιζέλος με τα επιτυχή αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το 1917 οι Γάλλοι επέβαλαν πλήρη αποκλεισμό, αποβίβασαν στρατό στον Πειραιά, κατέλαβαν τον Ισθμό της Κορίνθου και τον Μάιο εκθρόνισαν τον Κωνσταντίνο, ορίζοντας ως διάδοχο το γιο του Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος κατέπλευσε τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου στον Πειραιά επάνω σε γαλλικό καταδρομικό και λίγες μέρες μετά ορκίστηκε Πρωθυπουργός.
Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 ξεκίνησαν οι εργασίες στη Σύνοδο Ειρήνης στο Παρίσι μεταξύ των νικητριών χωρών, ανάμεσα σε αυτές και την Ελλάδα. Ύστερα από αγγλική και γαλλική συμφωνία, η 1η μεραρχία του Ελληνικού στρατού υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Ζαφειρίου αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου του 1919 με σκοπό να εγκαταστήσει ελληνική διοίκηση – υπό συμμαχικό έλεγχο – και να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς από εχθρικές δυνάμεις.
Η Σμύρνη εκείνη την εποχή είχε περίπου 270.000 πληθυσμό εκ των οποίων 140.000 Έλληνες (και οι λοιποί μουσουλμάνοι Τούρκοι, φραγκολεβαντίνοι, Αρμένιοι, δυτικοί και Εβραίοι). Στο βιλαέτι Σμύρνης όμως το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πλειοψηφία.
Το 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), η οποία καθόριζε τους όρους ειρήνης των Συμμάχων με την ηττημένη Οθωμανική αυτοκρατορία.
Και ενώ ο Σουλτάνος δέχθηκε τη συνθήκη, οι Νεότουρκοι με επικεφαλής τον  Κεμάλ, δεν την αναγνώρισαν, ενώ ήδη βρίσκονταν σε ανταρτοπόλεμο με την Αντάντ και τους Έλληνες συμμάχους της. Αυτό οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση στην ανάληψη δράσης προκειμένου να επιβάλει τα συμφωνηθέντα, με την προοπτική να κερδίσει και επιπλέον εδάφη. Έτσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν το καλοκαίρι του 1920 να προελαύνουν σε εδάφη έξω από τη ζώνη της Σμύρνης.
Στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη είχε αρχίσει να στρέφεται εναντίον του Βενιζέλου και στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής, ενώ στην Τουρκία ο Κεμάλ εδραιωνόταν όλο και πιο γερά. Αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, το οποίο βασιζόταν κυρίως σε βενιζελικούς αξιωματικούς. Παράλληλα η άνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο έδωσε στις μεγάλες δυνάμεις το πρόσχημα να απαγκιστρωθούν από τη μικρασιατική εκστρατεία, καθώς ο Κωνσταντίνος είχε άμεσες σχέσεις με την έκπτωτη βασιλική οικογένεια της ηττημένης Γερμανίας.
Παρότι οι αντίπαλοι του Βενιζέλου υπόσχονταν προεκλογικά τον τερματισμό του πολέμου, αμέσως μετά την επικράτησή τους η κυβέρνηση Γούναρη κλιμάκωσε τις επιχειρήσεις, οδηγώντας τον ελληνικό στρατό, χωρίς σχεδιασμό, στο εσωτερικό της Ανατολίας, ως τα πρόθυρα της Άγκυρας. Ήδη από τον Απρίλιο του 1921, ο Βενιζέλος, από το Παρίσι, προειδοποιούσε για την επερχόμενη καταστροφή. Η κυβέρνηση, όμως, αδιαφορούσε για τις επισημάνσεις του. Η κατάρρευση του μετώπου ήταν θέμα χρόνου, παρά τις επιτυχίες που σημείωσε ο ελληνικός στρατός ως τον Αύγουστο του 1921.
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμη πως στη γενικότερη αποτυχία του ελληνικού εγχειρήματος στη μικρασιατική εκστρατεία, ευθύνη έχουν και οι συμμαχικές χώρες της περίφημης Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία). Ενώ στην αρχή ήταν ευνοϊκά προσκείμενοι προς τις ελληνικές θέσεις, με το πέρασμα των εξελίξεων και λόγω των δικών τους συμφερόντων, άλλαξαν στάση και έμεινε η Ελλάδα μόνη της να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, με ηγέτη τους τον Κεμάλ.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922 οι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη και στις 13 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε η πυρκαγιά η οποία κατέστρεψε την ελληνική και την αρμενική συνοικία. Αποτέλεσμα: 25.000 νεκροί και τραυματίες στρατιώτες. Πάνω από 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες των προγόνων τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 800.000 νεκρούς. Οι περισσότεροι που ήρθαν ήταν ηλικιωμένοι, γυναίκες και ορφανά καθώς οι άνδρες ηλικίας 18-45 ετών με απόφαση των Τούρκων έμειναν πίσω και στάλθηκαν σε πορείες θανάτου.
Τα τελευταία ελληνικά στρατεύματα ξεκίνησαν την οργανωμένη και ασφαλή αποχώρησή τους. Τα νησιά του Αιγαίου γέμισαν Έλληνες στρατιώτες. Από τις 18 Σεπτεμβρίου, πρόσφυγες έφταναν κατά χιλιάδες στην Αθήνα.
Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα ναών, σχολείων και άλλων ιδρυμάτων, η καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον οποίο περιλαμβάνονταν βασανισμοί αιχμαλώτων, ακρωτηριασμοί, θανάτωση βρεφών, βιασμοί, η ηθική οδύνη κάτω από το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και ατέλειωτες πορείες στα περιώνυμα “τάγματα εργασίας”, με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ’ αυτά, οι απαγχονισμοί, καθώς και οι εκτελέσεις με αποφάσεις των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.
Η Σμύρνη ήταν τότε ο μεγάλος φάρος του ελληνισμού και η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία ξεσπίτωσε 1.650.000 Έλληνες και 570.000 Τούρκους.
14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΕΘΝΙΚΗ ΜΝΗΜΗΣ
Σύμφωνα με το Νόμο 2645 /ΦΕΚ 234/1998 καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου ως ημέρα τιμής και μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος και έχει καθοριστεί με κάθε λεπτομέρεια το περιεχόμενο και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων για την ημέρα αυτή, ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος (ΟΠΣΕ).
Παράλληλα, με την αποχώρηση μουσουλμάνων στο θρήσκευμα από την ελληνική επικράτεια, η Ελλάδα έγινε περισσότερο εθνικά και θρησκευτικά ομοιογενής, αλλά η Μεγάλη Ιδέα – κύριος συνεκτικός δεσμός της κοινωνίας και ο κύριος στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για σχεδόν 100 χρόνια – έλαβε τέλος.
Η Καταστροφή του 1922 επέφερε βαθιές τομές εντός της ελληνικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, πολιτικό καθώς και πολιτισμικό, νέα μουσικά ακούσματα, νέες πνευματικές αναζητήσεις και λογοτεχνικά ρεύματα, όπως η γενιά του ’30, κουζίνα κτλ).
Οι συντηρητικές και κλειστές, αγροτικές κοινωνίες των ντόπιων κατοίκων ήρθαν σε επαφή με νέες αξίες και συνήθειες, πολλές από τις οποίες δεν ήταν σε θέση να αποδεχτούν. Ένα σχετικό παράδειγμα αποτελεί η αρνητική εικόνα που είχαν σχηματίσει για τις γυναίκες των προσφύγων ως «αμφιβόλου ηθικής» απόρροια των πεποιθήσεων της εποχής, καθώς πολλές από εκείνες είχαν φτάσει στην Ελλάδα χωρίς τον άντρα, τον πατέρα ή τον αδερφό τους, που είχαν χάσει τη ζωή τους στον πόλεμο. Γενικότερα, η διαφορά στον τρόπο ζωής, σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και στη γλώσσα, καθιστούσε τους γηγενείς αρνητικά προσκείμενους προς τους πρόσφυγες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Άδανα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά. Ξεριζωμένοι από τον τόπο τους χρειάστηκαν τουλάχιστον μια γενιά, τη δεύτερη, για να μπορέσουν να ξαναδημιουργήσουν σπίτια, νέους δεσμούς και επιρροή μέχρι την ενσωμάτωση τους στη σημερινή Ελλάδα.
Η επαναστατική κυβέρνηση είχε διορίσει τον Βενιζέλο επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που διεξάγονταν στη Λωζάνη, με τη συμμετοχή και των ευρωπαϊκών δυνάμεων, από τον Νοέμβριο του 1922. Αποφασίστηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε 24 Ιουλίου 1923, καθώς επίσης καθορίστηκαν τα νέα εδαφικά καθεστώτα του ελληνικού και τουρκικού κράτους αντίστοιχα.
Συνολικά, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, περίπου 1.200.000 ελληνορθόδοξοι από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο γίνονταν πρόσφυγες στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας οριστικά εδάφη όπου επί αιώνες ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί. Περίπου 400.000 μουσουλμάνοι ακολούθησαν αντίστροφη πορεία. Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Με την εφαρμογή της συνθήκης, η Ελλάδα θα εξελισσόταν σε ένα εθνικά ομοιογενές κράτος.
Περίπου το 90% των προσφύγων εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη. Από την πρώτη στιγμή, ο βενιζελισμός έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ενσωμάτωση τους στην ελληνική κοινωνία και συνετέλεσε ώστε σταδιακά να αποκτήσουν οι πρόσφυγες σπίτια, χωράφια, περίθαλψη και ίσα πολιτικά δικαιώματα. Παρά τις αδικίες και τις ταλαιπωρίες, οι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν και τους δόθηκε η δυνατότητα να κάνουν μια νέα αρχή, μέσα στα ασφαλή σύνορα του Ελληνικού κράτους, το οποίο πλέον είχε εθνική και θρησκευτική ομοιογένεια. Προερχόμενοι από τόπους με κοσμοπολίτικη κουλτούρα και μακραίωνη παράδοση, οι πρόσφυγες μπόλιασαν τη νέα πατρίδα με τον πολιτισμό τους, τη μουσική τους, τη γαστρονομία, τη μόδα, την εκπαίδευση, αλλά και με τις αντιλήψεις και τις πολιτισμικές αξίες τους εμπλούτισαν τη μέχρι τότε κλειστή ελληνική κοινωνία.
Κάτω από την πίεση τής κοινής γνώμης, που απαιτούσε να αποδοθούν ευθύνες για την καταστροφή, συστάθηκε στα τέλη Οκτωβρίου 1922 έκτακτο στρατοδικείο για τους θεωρούμενους από τους επαναστάτες ως πρωταίτιους της Μικρασιατικής Καταστροφής. Έξι από αυτούς – πέντε πολιτικοί (ανάμεσά τους τρεις πρώην πρωθυπουργοί, οι Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης και Ν. Στράτος, καθώς και οι Ν. Θεοτόκης και Γ. Μπαλτατζής) και ένας στρατιωτικός (ο διοικητής της στρατιάς Σμύρνης και Ανατολικής Θράκης Γ. Χατζανέστης) – καταδικάσθηκαν σε θάνατο στις 28 Νοεμβρίου 1922 και την ίδια μέρα εκτελέστηκαν. Από τον αριθμό των εκτελεσθέντων, η δίκη ονομάστηκε «Δίκη των Έξι».
Από όλα αυτά που συνέβησαν, χρειάζεται να δεχόμαστε μαθήματα από την Ιστορία και να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη που διαπράξαμε. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα σφάλματα δεν είναι μόνο ατομικά, αλλά μπορεί να είναι συλλογικά, ιδεολογικά, κοινωνικά και ιστορικά. Ας δεχθούμε πως ότι κάναμε σαν έθνος δεν ήταν πάντα το σωστότερο και το καλύτερο. Είναι απαραίτητο να πάρουμε τα μηνύματα από το παρελθόν και να προχωρήσουμε στο μέλλον με σωστή αντιμετώπιση των δυσμενών καταστάσεων που θα προκύψουν.

Πάρης Βορεόπουλος
Καθηγητής – Συγγραφέας

Πηγές:
https://mikrasiatis.gr/mikrasiatiki-katastrofi-1922/
https://neoskosmos.com/el/2022/06/19/dialogue/ekato/
http://www.venizelosfoundation.gr/images/content/content/venizelos_gymnasium.pdfhttps://www.
haniotika-nea.gr/i-mikrasiatiki-katastrofi-2/

Πάρης Βορεόπουλος [Συνεργάτης του RealOraiokastro.gr]

ΠΑΡΗΣ ΒΟΡΕΟΠΟΥΛΟΣ

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Κολλέγιο De La Salle. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Θέατρο σε Δραματική Σχολή. Εργάστηκε ως καθηγητής και διευθυντής σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το θέατρο, την κριτική, τη λογοτεχνία, τη μετάφραση κ.ά.

Ως συγγραφέας δημοσίευσε τα έργα:

  • «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης», μεταφράσεις ποιημάτων δέκα Γάλλων ποιητών, παρουσίαση βιογραφικών στοιχείων και ποιητικών “Σχολών”.

  • «Το Αιώνιο Παιχνίδι», μονόπρακτο θεατρικό έργο, το οποίο ανεβάστηκε σε θεατρική σκηνή.

  • «Ποιητικές Διαδρομές», ποιητική συλλογή.

  • «Η Ζωή και το Έργο του Αλμπέρ Καμύ», κριτική μελέτη.

  • «Κριτικές Μελέτες Αισθητικής του Γκυ ντε Μωπασσάν», μετάφραση παρουσίαση και σχόλια όσον αφορά τις απόψεις του Γάλλου συγγραφέα, για την τεχνική απόδοσης ενός γραπτού κειμένου καθώς και των εικαστικών τεχνών, ζωγραφική-γλυπτική.

  • «Οδοιπορικό Ζωής», ποιητική συλλογή.

  • «Ταξιδεύοντας στο Χρόνο», συλλογή διηγημάτων.

  • «Η Παιδεία στην Καππαδοκία»

από την αρχαιότητα ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924,

επιστημονική μελέτη.

– «Δύο Λογοτεχνικά Μανιφέστα: André Breton και JeanPaul Sartre»,

δοκίμιο.

  • «Η Μικρά Ασία μέσα από την Ελληνική Λογοτεχνία», δοκίμιο.

  • «Τραγούδια του Δημήτρη Θέμελη για φωνή και πιάνο σε ποίηση Πάρη Βορεόπουλου» με τη Χριστίνα Σιδηροπούλου, μουσικολόγο, πιανίστα• μουσικοποιητική συλλογή.

  • «Το Θέατρο του Παραλόγου-Ευρωπαίοι και Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς», δοκίμιο.

Μοίρασε το άρθρο!