Οι προεκτάσεις του ανθρώπινου νου

Παρά τις μεγαλιώδεις εξελίξεις στην επιστήμη τον περασμένο αιώνα, η κατανόησή μας για τον κόσμο στον οποίο ζούμε εξακολουθεί να μην είναι πλήρης . Οι επιστήμονες όχι απλά δεν έχουν καταφέρει να βρουν το Άγιο Δισκοπότηρο της φυσικής – το σημείο όπου διασταυρώνονται η θεωρία της σχετικότητας με την κβαντική μηχανική – αλλά δεν γνωρίζουν ακόμα από τι φτιάχτηκε το σύμπαν. Η περιζήτητη Θεωρία των Όλων συνεχίζει να μας διαφεύγει. Και υπάρχουν πολλά δύσκολα ακόμα παζλ που καλούμαστε να λύσουμε… Θα μπορέσει όμως ποτέ η επιστήμη να μας δώσει όλες τις απαντήσεις που ζητάμε ή  έχουμε φτάσει στα όρια της γνώσης;

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι προϊόν μιας τυφλής και μη καθοδηγούμενης εξέλιξης. «Σχεδιάστηκε» για την επίλυση πρακτικών προβλημάτων που έχουν να κάνουν με την επιβίωση και την αναπαραγωγή μας και ίσως όχι για να ξεδιπλώσει το κουβάρι του σύμπαντος. Αυτή η συνειδητοποίηση οδήγησε μερικούς φιλόσοφους να ενστερνιστούν μια περίεργη μορφή απαισιοδοξίας, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα καταλάβουμε ποτέ. Επομένως, η ανθρώπινη επιστήμη θα έρθει αντιμέτωπη με ένα απροσπέλαστο όριο – και ίσως να έχει βρεθεί αντιμέτωπη με αυτό ήδη.

Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο Αμερικανός φιλόσοφος και ακτιβιστής Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι απαντήσεις σε  ορισμένες ερωτήσεις μπορεί να είναι καταδικασμένες να παραμείνουν «μυστήρια». 

Οι στοχαστές που υποστηρίζουν τη θεωρία του «μυστηρίου», που προαναφέρθηκε, δίνουν εξέχοντα ρόλο σε βιολογικά επιχειρήματα και αναλογίες, σημειώνει σε άρθρο του το «The Conversation». Ο φιλόσοφος Τζέρι Φόντορ, στο βιβλίο του «Modularity of Mind» του 1983, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ένα αναπόφευκτο όριο σε «σκέψεις που είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε».

Ομοίως, ο φιλόσοφος Colin McGinn έχει υποστηρίξει σε μια σειρά βιβλίων και άρθρων ότι ο ανθρώπινος νους πάσχει από «γνωσιακό κλείσιμο» σε σχέση με ορισμένα προβλήματα. Ακριβώς όπως τα σκυλιά ή οι γάτες δεν θα καταλάβουν ποτέ τους πρωταρχικούς αριθμούς, έτσι και ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν θα συλλάβει πότε κάποια από τα θαύματα του κόσμου, υποστηρίζει. Ο McGinn υποψιάζεται ότι προβλήματα όπως το πώς οι φυσικές διαδικασίες στον εγκέφαλό μας δημιουργούν τη συνείδηση, καταλήγουν σε αναξιόπιστα φιλοσοφικά αφηγήματα, γιατί οι αληθινές λύσεις τους είναι απλά απρόσιτες για το ανθρώπινο μυαλό. Ο ίδιος ο McGinn είναι πεπεισμένος ότι υπάρχει στην πραγματικότητα μια απόλυτα φυσική λύση στο πρόβλημα του νου και του σώματος, αλλά ότι οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι δεν θα το βρουν ποτέ.

Έχει όμως στα αλήθεια βάση αυτό το επιχείρημα; Θεωρήστε ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν εξελίχθηκε για να ανακαλύψει την προέλευσή του. Και όμως κάπως καταφέραμε να κάνουμε ακριβώς αυτό. Ίσως οι πεσιμιστές δεν υπολογίζουν κάτι σημαντικό… 

Οι θιασώτες της θεωρίας των άλυτων μυστηρίων τείνουν να βλέπουν τα πράγματα είτε άσπρα είτε μαύρα. Πιστεύουν πως ή θα βρούμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε δηλαδή ή θα πέσουμε σε έναν μεταφορικό τοίχο επειδή δεν μπορούμε να τις βρούμε.  Μια άλλη πιθανότητα, όμως, που συχνά αγνοούν, είναι αυτής της αργής απόδοσης των προσπαθειών μας. Η επίτευξη των ορίων της έρευνας μπορεί να μην είναι σαν να πέφτουμε πάνω σε ένα τείχος, αλλά ίσως σαν να έχουμε βαλτώσει σε ένα έλος. Συνεχίζουμε να επιβραδύνουμε, ακόμη και όταν ασκούμε όλο και περισσότερη προσπάθεια για να βγούμε από αυτό, χωρίς όμως να υπάρχει ένα ξεκάθαρο σημείο που να σηματοδοτεί ότι δεν θα υπάρξει κάποια πρόοδος και θα μπορέσουμε να βγούμε από αυτό.

Ένα άλλο φιλοσοφικό ερώτημα που τίθεται στον αντίποδα της υπόθεσης ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ την απόλυτη αλήθεια της επιστήμης, είναι το εξής: Μήπως μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με την απόλυτη αλήθεια αλλά να μην την καταλάβουμε ποτέ;

Όπως σημειώνει ο μεταδιδακτορικός ερευνητής της Φιλοσοφίας της Επιστήμης, Maarten Boudry, στο «The Conversation», σύμφωνα με την κβαντική μηχανική, τα σωματίδια μπορούν να βρίσκονται σε δύο μέρη ταυτόχρονα ή να εμφανίζονται τυχαία από κενό χώρο. Ενώ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να το κατανοήσει κανείς, η κβαντική θεωρία οδηγεί σε απίστευτα ακριβείς προβλέψεις. Τα «παράξενα» φαινόμενα της κβαντικής έχουν μάλιστα επιβεβαιωθεί από διάφορες πειραματικές δοκιμές και οι επιστήμονες τώρα δημιουργούν επίσης εφαρμογές που βασίζονται στη θεωρία. Ακόμη και ο κβαντικός φυσικός Richard Feynman παραδέχεται όμως το εξής: «Νομίζω ότι μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι κανείς δεν κατανοεί την κβαντική μηχανική».  

Οι πεσιμιστές της φιλοσοφίας της επιστήμης ξεχνούν ίσως πόσο απίστευτες έμοιαζαν θεωρίες που σήμερα μας είναι αντιληπτές όταν πρώτο – παρουσιάστηκαν. Τίποτα στις «εργοστασιακές μας ρυθμίσεις» δεν μας είχε προετοιμάσει για να δεχτούμε το ηλιοκεντρικό σύστημα, την εξελικτική βιολογία ή τη θεωρία της σχετικότητας.

Οι προεκτάσεις του ανθρώπινου νου

Μπορούν οι εγκέφαλοί μας να απαντήσουν πραγματικά σε όλες τις πιθανές ερωτήσεις και να καταλάβουν όλα τα προβλήματα; Αυτό εξαρτάται από το αν μιλάμε για τους εγκεφάλους ως όργανα και μόνο ή και τις προεκτάσεις τους. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορούμε να κάνουμε μόνο με τον εγκέφαλό μας.

Για παράδειγμα, τα βοηθητικά αισθητήρια όργανα μας δεν μπορούν να ανιχνεύσουν το υπεριώδες φως, τα υπερηχητικά κύματα, τις ακτίνες Χ ή τα κύματα βαρύτητας. Αλλά αν είμαστε εξοπλισμένοι με κάποια τεχνολογία, μπορούμε να παρατηρήσουμε όλα αυτά τα φαινόμενα. Για να ξεπεραστούν οι αντιληπτικοί μας περιορισμοί, οι επιστήμονες έχουν αναπτύξει μια σειρά εργαλείων και τεχνικών: μικροσκόπια, ταινίες ακτίνων Χ, μετρητές Geiger, ανιχνευτές ραδιοφωνικών κυμάτων και ούτω καθεξής.

Όλες αυτές οι συσκευές επεκτείνουν την εμβέλεια του μυαλού μας, μεταφέροντας τις φυσικές διαδικασίες σε κάποια μορφή που τα αισθητήρια όργανά μας μπορούν να αφομοιώσουν. Με παρόμοιο τρόπο, χρησιμοποιούμε και απλά αντικείμενα (όπως το χαρτί και το μολύβι) για να αυξήσουμε σημαντικά την ικανότητα μνήμης του εγκεφάλου μας. Σύμφωνα με τον Βρετανό φιλόσοφο Andy Clark, το μυαλό μας κυριολεκτικά εκτείνεται πέρα από το κρανίο μας, με τη μορφή φορητών υπολογιστών, οθονών υπολογιστών, χαρτών και αρχείων.

Τα μαθηματικά είναι επίσης μια άλλη φανταστική τεχνολογία που επεκτείνει τη σκέψη μας, η οποία μας επιτρέπει να αναπαριστούμε έννοιες που δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε με τους εγκεφάλους μας και μόνο ως εργαλείο. Για παράδειγμα, κανένας επιστήμονας δεν θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα σχηματίσει μια πνευματική αναπαράσταση όλων των πολύπλοκων διαδικασιών αλληλοσύνδεσης που αποτελούν το κλιματικό μας σύστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κατασκευάσαμε μαθηματικά μοντέλα και υπολογιστές…

Ο ρόλος της σωρευτικής γνώσης

Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι μπορούμε να επεκτείνουμε τον νου μας και στον νου των συνανθρώπων μας. Αυτό που κάνει το είδος μας μοναδικό είναι ότι έχουμε τη δυνατότητα να σωρεύουμε πολιτιστική γνώση. Ένας πληθυσμός ανθρώπινων εγκεφάλων είναι πολύ πιο… έξυπνος από κάθε μεμονωμένο εγκέφαλο.

Η επιστήμη άλλωστε είναι μια κατ’εξοχήν συνεργατική υπόθεση. Είναι αυτονόητο ότι κανένας επιστήμονας δεν θα είναι ικανός να ξετυλίξει τα μυστήρια του σύμπαντος από μόνος του. Αλλά συλλογικά οι επιστήμονες μπορούν να το κάνουν. Όπως έγραψε ο Νεύτωνας, «θα μπορούσε να δει περισσότερα αν στεκόταν στους ώμους γιγάντων».

Σήμερα, όλο και λιγότεροι άνθρωποι κατανοούν τι συμβαίνει στην αιχμή της θεωρητικής φυσικής. Η ενοποίηση της κβαντικής μηχανικής και της θεωρίας της σχετικότητας θα είναι αναμφισβήτητα εξαιρετικά δύσκολη. Το ίδιο ισχύει και για την κατανόησή μας για το πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος δημιουργεί συνείδηση, νόημα και σκοπιμότητα. Αλλά υπάρχει στα αλήθεια κάποιος καλός λόγος να υποθέσουμε ότι αυτά τα ερωτήματα δεν θα απαντηθούν ποτέ;

Ενα πείραμα…

Ας κάνουμε ένα πείραμα σκέψης. Φανταστείτε ότι κάποιοι «εξωγήινοι ανθρωπολόγοι» είχαν επισκεφτεί τον πλανήτη μας πριν από περίπου 40.000 χρόνια για να ετοιμάσουν μια επιστημονική έκθεση σχετικά με τις γνωστικές δυνατότητες του είδους μας. Θα μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτοί οι παράξενοι γυμνοί πίθηκοι που ζούσαν στον πλανήτη θα μπορούσαν ποτέ να ανακαλύψουν τη δομή του ηλιακού μας συστήματος, την καμπυλότητα του χωροχρόνου ή ακόμα και τις δικές τους εξελικτικές καταβολές; Τη στιγμή εκείνη, όταν οι πρόγονοί μας ζούσαν ακόμα σε μικρές ζώνες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, μια τέτοια εξέλιξη θα φάνταζε πολύ απίθανη.

Αν και οι άνθρωποι είχαν αρκετά εκτεταμένες γνώσεις για τα ζώα και τα φυτά στο άμεσο περιβάλλον τους και γνώριζαν αρκετά για τη φυσική των καθημερινών αντικειμένων, δεν υπήρχε διαφαινόμενη προοπτική επιστημονική δραστηριότητα. Δεν υπήρχε γραφή, μαθηματικά, καμία τεχνητή συσκευή για την επέκταση της γκάμας των αισθητήριων οργάνων μας. Κατά συνέπεια, σχεδόν όλες οι πεποιθήσεις των ανθρώπων αυτών για την ευρύτερη δομή του κόσμου ήταν εντελώς λανθασμένες. Τα ανθρώπινα όντα δεν είχαν ιδέα για τις πραγματικές αιτίες των φυσικών καταστροφών, των ασθενειών ή σχεδόν οποιουδήποτε άλλου φυσικού φαινομένου.

Από βιολογική άποψη, δεν είμαστε διαφορετικοί από ό, τι ήμασταν πριν από 40.000 χρόνια, αλλά τώρα γνωρίζουμε τα βακτηρίδια και τους ιούς, το DNA και τα μόρια, τα σουπερνόβα και τις μαύρες τρύπες, το πλήρες φάσμα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος και μια ευρεία σειρά άλλων περίεργων πραγμάτων. Γνωρίζουμε επίσης τη μη-Ευκλείδεια γεωμετρία και την καμπυλότητα χωροχρόνου. Τα μυαλά μας έχουν φτάσει σε αντικείμενα εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από τον πλανήτη μας, αλλά και σε εξαιρετικά μικροσκοπικά αντικείμενα πολύ κάτω από τα αντιληπτικά όρια των αισθητήριων οργάνων μας. Χρησιμοποιώντας διάφορες επιστημονικές κατακτήσεις και εργαλεία, οι άνθρωποι έχουν επεκτείνει σημαντικά την κατανόησή τους για τον κόσμο.

Η βιολογία δεν είναι πεπρωμένο

Το παραπάνω πείραμα σκέψης πρέπει να είναι μια συμβουλή ενάντια στην απαισιοδοξία για την ανθρώπινη γνώση. Ποιος ξέρει τι άλλες συσκευές που θα επεκτείνουν το μυαλό μας και τι θα ανακαλύψουμε για να ξεπεράσουμε τους βιολογικούς μας περιορισμούς;

Αν αναλογιστείτε αυτό που έχουμε ήδη επιτύχει στο διάστημα του μικρού μας περάσματος από το σύμπαν, το να θεωρήσουμε ότι έχουμε πεπεράσει το σύμπαν της γνώσης είναι τουλάχιστον αλαζονικό. Η βιολογία άλλωστε δεν είναι πεπρωμένο.

«Μόλις θέσετε μια ερώτηση που ισχυρίζεστε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να απαντήσουμε, ενεργοποιείτε την ίδια τη διαδικασία που μπορεί να αποδείξει εσάς λάθος: θέτετε ένα θέμα προς έρευνα», όπως εύστοχα το θέτει ο φιλόσοφος Daniel Dennett.

Μοίρασε το άρθρο!