Οι απογραφές στην Ελλάδα τα τελευταία 200 χρόνια – Ημερομηνίες-σταθμοί

Οι λόγοι που οδήγησαν στην πρώτη αποτύπωση του πληθυσμού της χώρας το 1828 με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν έχουν καμία σχέση με τους σημερινούς – Κύριος στόχος ήταν η εξυπηρέτηση νόμων του κράτους που είχαν να κάνουν κυρίως με τη φορολογία και τη στρατολογία, γι’ αυτό και τα πρώτα χρόνια μέχρι το 1845 οι απογραφές γίνονταν κάθε χρόνο.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Ωραίοι είμαστε, αλλά… πόσοι είμαστε;». Το σλόγκαν της απογραφής του 2001 απασχόλησε διαχρονικά την Ελλάδα, από τη σύσταση αρχικά της Ελληνικής Πολιτείας και εν συνεχεία του Ελληνικού Κράτους.

Στην πορεία των χρόνων άλλαξαν πολλά, τόσο σε ό,τι αφορά τα στοιχεία που συμπληρώνονταν στο απογραφικό δελτίο, όσο βέβαια και από τη μέθοδο συλλογής επεξεργασίας των στοιχείων.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), όπως κάθε δέκα χρόνια, διενεργεί και φέτος, την Απογραφή Πληθυσμού με σκοπό τη συγκέντρωση στοιχείων για τα δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της Ελλάδας. Η απογραφή Πληθυσμού αποτελεί διαχρονικά την πλέον σύνθετη και ευρείας κλίμακας στατιστική εργασία ενός Κράτους ενώ τα αποτελέσματά της αντικατοπτρίζουν τις δημογραφικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής που διενεργείται.

Η απογραφή του 2021 αποτελεί ορόσημο μιας και συμπίπτει με τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι η πρώτη απογραφή πληθυσμού που έγινε στην Ελλάδα, μετά την Επανάσταση, ήταν η απογραφή του 1828. Με την Απογραφή αυτή έγινε η εξακρίβωση του πληθυσμού της χώρας (753.400 κάτοικοι) και ταυτόχρονα η αναδρομική εκτίμηση για τον πληθυσμό της το 1821 (938.765 κάτοικοι).

Το 1836 είχαμε την πρώτη απογραφή από το Γραφείο Δημοσίου Οικονομίας της «Επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικράτειας». Μέχρι το 1845 γινόταν απογραφή κάθε έτος ενώ στη συνέχεια οι απογραφές διενεργούνταν σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα (1848,1853,1856 κλπ). Ο πληθυσμός τότε ήταν 752.077 κάτοικοι. 

Το 1861 ήταν η πρώτη απογραφή πληθυσμού που δεν έγινε για στρατολογικούς ή φορολογικούς σκοπούς αλλά σύμφωνα με τις αρχές της στατιστικής επιστήμης της εποχής με τον πληθυσμό να φτάνει τους 1.096.810 κατοίκους.

Το 1870 για πρώτη φορά δημοσιεύτηκαν στοιχεία για τον εγγράμματο και αγράμματο πληθυσμό (πληθυσμός: 1.457.894). Το 1879 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η επεξεργασία των αποτελεσμάτων, με συγκεντρωτικό τρόπο από έναν φορέα (πληθυσμός: 1.679.470).

To 1889 είχαμε τη διεξαγωγή απογραφής για πρώτη φορά εντός μιας ημέρας πανελλαδικώς με τον πληθυσμό να φτάνει στους 2.187.208 κατοίκους. Το 1866 πραγματοποιήθηκε καθολική χρήση ειδικών ατομικών απογραφικών δελτίων (η επεξεργασία τους δεν ολοκληρώθηκε λόγω πυρκαγιάς). Ο πληθυσμός που καταγράφηκε τότε έφτανε τους 2.433.806 κατοίκους. Το 1907 έγινε η πρώτη απογραφή στηριζόμενη σε κανόνες της σύγχρονης στατιστικής επιστήμης με τον πληθυσμό να αγγίζει τους 2.631.952 κατοίκους.

Το 1920 πραγματοποιείτε για πρώτη φορά μηχανογραφική επεξεργασία των αποτελεσμάτων της απογραφής ενώ ο πληθυσμός που καταγράφηκε φτάνει τους 5.531.474 κατοίκους. Το 1928 η απογραφή διενεργήθηκε από τη Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΛΣΤΑΤ) που ιδρύθηκε το 1925 (πληθυσμός: 6.204.684).

Το 1940 η απογραφή διενεργήθηκε στις 16 Οκτωβρίου, δώδεκα μόλις ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου με τον ελληνικό πληθυσμό να αγγίζει τους 7.344.880 κατοίκους. Έντεκα χρόνια μετά το 1951 πραγματοποιείται η πρώτη απογραφή που το ελληνικό κράτος παρουσιάζεται εδαφικά το ίδιο με το σημερινό ενώ ο πληθυσμός του φτάνει τους 7.632.801 κατοίκους.

Δέκα χρόνια μετά το 1961 – σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – διενέργεια για πρώτη φορά δοκιμαστική απογραφή και δειγματοληπτική έρευνα κάλυψη (πληθυσμός: 8.388.553). Το 1971 ειδικές ομάδες απογραφέων απέγραψαν όσους ταξίδευαν με πλοίο, σιδηρόδρομο ή αεροπλάνο, εφόσον βρίσκονταν σε ελληνικό έδαφος. Η καταγραφή έδειξε ότι ο πληθυσμός ανέρχεται στους 8.768.641 κατοίκους. Το 1981 υπήρξε αλλαγή στην ημερομηνία διεξαγωγής της απογραφής λόγω ισχυρού σεισμού (πληθυσμού: 9.740.417). Ο λόγος για τους σεισμούς στις νήσους Αλκυονίδες το 1981 όπου ουσιαστικά ήταν μια σεισμική ακολουθία, αποτελούμενη από τρεις κύριους σεισμούς, οι οποίοι σημειώθηκαν το διάστημα από 24 Φεβρουαρίου μέχρι 4 Μαρτίου 1981. Στις 22:59 το βράδυ της Τρίτης 24 Φεβρουαρίου 1981 σημειώθηκε ο πρώτος και ισχυρότερος σεισμός, ο οποίος είχε μέγεθος 6,7 Ρίχτερ και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές σε Κόρινθο, Λουτράκι, Περαχώρα, Αγίους Θεοδώρους, Κινέτα, Θήβα, Πλαταιές, Καπαρέλλι, Μέγαρα, Νέα Πέραμο, Ελευσίνα, Μάνδρα, Ασπρόπυργο..

Το 1991 πραγματοποιήθηκε καθολική και όχι δειγματοληπτική επεξεργασία των απογραφικών δελτίων με τον πληθυσμός να φτάνει τους 10.259.900 κατοίκους. Το 2001 γίνεται για πρώτη φορά η χρήση του συστήματος Αναγνώρισης Οπτικών Σημάτων (OMR) στην επεξεργασία των έντυπων ερωτηματολογίων ενώ ο πληθυσμός που καταγράφηκε τότε έφτανε τους 10.964.020 κατοίκους. Το 2011 ήταν η πρώτη απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ως Ανεξάρτητης Αρχής (πληθυσμός: 10.816.288).

Οι σημαντικότερες απογραφές στην Ελλάδα
Οι σημαντικότερες απογραφές στην Ελλάδα

 

Μοίρασε το άρθρο!