Μια κοινωνία πριν τον όλεθρο

Γερμανία, 1932. Στα πρόθυρα της αναρρίχησης των Ναζί στην εξουσία. Τις εικόνες από την καταρρέουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης μεταφέρει το σχετικά άγνωστο μυθιστόρημα «Σταυραδέρφια» του Ερνστ Χάφνερ.

«Μπροστά στις εισόδους της αγοράς (σ.σ.: στην Αλεξάντερπλατς του Βερολίνου) οι νεαροί στέκονται παρέες παρέες και περιμένουν να τους πάρει κανένας έμπορος για μια-δυο ώρες. Οι πιθανότητες όμως μειώνονται συνεχώς. Τα ασημένια νομίσματα δεν κουδουνίζουν πια στα χέρια των εμπόρων όπως παλιότερα. Κάνουν τη δουλειά μόνοι τους, επειδή έχουν ανάγκη τα λεφτά που θα έπαιρναν οι εργάτες». Και αλλού: «Το Πριτσκόφ, στην οδό Νομισματοκοπείου, δεν είναι μόνο ένας κινηματογράφος που προβάλλει γουέστερν και αστυνομικές ταινίες. Είναι και θερμαινόμενη αίθουσα και μπορείς και να κοιμηθείς εκεί, αν είσαι ευκατάστατος και μπορείς να χαλαλίσεις σαράντα πφένιχ… Στον μακρόστενο κινηματογράφο όλη μέρα δεν πέφτει καρφίτσα. Νεαροί και αγόρια κάθονται δίπλα δίπλα, κοιτάζουν άλλοτε με ενδιαφέρον και άλλοτε βαριεστημένα την κακόηχη οθόνη ή κοιμούνται».

Γερμανία, 1932. Στα πρόθυρα της αναρρίχησης των Ναζί στην εξουσία. Τις εικόνες από την καταρρέουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης μεταφέρει το σχετικά άγνωστο μυθιστόρημα «Σταυραδέρφια» του Ερνστ Χάφνερ (τα αποσπάσματα από την πρόσφατη έκδοση του Αρμού, σε μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου). Πρόκειται για την ιστορία μιας εφηβικής συμμορίας που διαπράττει μικροεγκλήματα, περνάει τις νύχτες σε υπόγεια μπαρ και προσπαθεί να ανακαλύψει στην «κοινότητα» τη νομιμότητα που αρνείται η κοινωνία. Οπως ήταν αναμενόμενο, το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1932, απαγορεύτηκε από τους Ναζί, που το συμπεριέλαβαν στη μεγάλη καύση. Το πορτρέτο της κατώτερης τάξης του Βερολίνου, που έβλεπε τον κόσμο «μέσα από τον υπόνομο», ερχόταν σε ευθεία ρήξη με τον μύθο της γερμανικής υπεροχής.

Το μυθιστόρημα του Χάφνερ είναι μια ρωγμή μέσα από την οποία πρέπει κανείς να ανασυστήσει το ευρωπαϊκό παρελθόν της προπολεμικής ύφεσης και της κατάργησης των κοινωνικών δεσμών. «Ειδικά για τους φτωχούς η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας ώστε να φτάσουν ως το τέλος του μήνα με το πενιχρό εισόδημα που κρατούσαν» αναφέρει ο καθηγητής Ευρωπαϊκού Πολιτισμού Κόνραντ Γιαράους στο «Broken lives – How ordinary Germans experienced the 20th century» (Princeton University Press, 2018 – εδώ σε δική μας, πρόχειρη μετάφραση). «Οταν τα παιδιά λαχταρούσαν για μια λιχουδιά, η πρώτη ερώτηση ήταν «Εχουμε καθόλου λεφτά γι’ αυτό;». Ακόμη και για τις οικογένειες της μεσαίας τάξης, τα οικονομικά περιθώρια γίνονταν μήλο της Εριδος κάθε φορά που ο σύζυγος πήγαινε να πιει με τα λεφτά του μισθού ή η σύζυγος έφευγε για ψώνια πριν απ’ τις διακοπές επιστρέφοντας με «ολόκληρη συλλογή από καλοκαιρινά φορέματα»».

Ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Εβανς καταθέτει τη δική του οπτική σ’ αυτή τη μεγάλη εικόνα στο διαφωτιστικό «Η έλευση του Γ’ Ράιχ» (εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφ. Κώστας Αντύπας, 2013): «Η γερμανική κοινωνία έδειχνε να βυθίζεται στον βούρκο της αθλιότητας και της εγκληματικότητας. Σε αυτή την κατάσταση, οι άνθρωποι άρχισαν να αρπάζονται πολιτικά απ’ ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.  οτιδήποτε, όσο ακραίο κι αν ήταν, έμοιαζε καλύτερο από το απελπιστικό χάος στο οποίο φαίνονταν να βρίσκονται». Αξίζει να επισημάνει κανείς σ’ αυτό το σημείο τον ρεαλισμό στον οποίο συμφωνούν τόσο ο ιστορικός όσο και ο μυθιστοριογράφος – στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο παρατηρούν τους «χαρακτήρες» τους χωρίς να επιλέγουν κάποια ηθική που δεν τους ανήκει. «Ομάδες παιδιών σύχναζαν στα κοσμικά μέρη του νυχτερινού Βερολίνου όπου προσφέρονταν να «φροντίσουν» τα αυτοκίνητα των πλουσίων, μια πρωτόγονη μορφή εκβιαστικής προστασίας» γράφει ο Εβανς. «Η ατραξιόν των μαγαζιών είναι η πορνεία. Αυτή και μόνο αυτή τα κρατάει ζωντανά» συμπληρώνει ο Χάφνερ.

Μοίρασε το άρθρο!