Θάνο, για τα δύσκολα έχουμε τα τραγούδια σου

Ποτέ δε συμπάθησα αυτή τη συνήθεια. Να φεύγει ένας άνθρωπος κι εμείς να ανατρέχουμε ευθύς αμέσως στη δική μας προσωπική ιστορία για να μιλήσουμε γι’ αυτόν. Τα βιβλία που γράφτηκαν αμέσως μετά τον χαμό σπουδαίων δημιουργών, δεν έσπευσα να τα αγοράσω. Αυτή η αυτοαναφορικότητα μου προκαλούσε δυσανεξία. Όποιος  βιάστηκε να στριμωχτεί δίπλα σε έναν μεγάλο δημιουργό για να αρπάξει κάτι,  μου δημιουργεί ένα θλιβερό αίσθημα.

Όμως, σήμερα, οι ιστορίες των ανθρώπων που έχουν συνδέσει τις μικρές- μεγάλες στιγμές τους με τα τραγούδια του Θάνου, με συγκινεί. Γιατί αυτό το «ήμουν κι εγώ εκεί» συνδέεται με ένα κοινό αίσθημα μεγάλης συγκίνησης. Γιατί η συχνότητα στην οποία σε καλούσε να συχνωτιστείς μαζί του ο Θάνος, ήταν αυξημένης έντασης. Γιατί στα τραγούδια του, η αξία του πραγματικού ανθρώπινου μεγαλείου ήταν διαρκώς παρούσα. Και μετά από αυτή την ακρόαση, δεν μπορούσε κανείς να συμβιβαστεί με τίποτα λιγότερο, τίποτα υποδεέστερο από το σπουδαίο που δικαιούται. Και το σημαντικότερο, παρά τις αδυναμίες του, το υπερασπίστηκε στη ζωή του μέχρι την τελευταία στιγμή.

 Γι’ αυτό κλάψαμε σαν μικρά παιδιά, κι ας μην ήταν αδερφός και κολλητός μας. Γι’ αυτό, ενώ άκουσα από νωρίς την είδηση του θανάτου του, στο πείσμα μιας άρνησης, πήρα τη Ναταλί με την ελπίδα να μου απαντήσει «δεν επιβεβαιώνεται ακόμα…». Γι’ αυτό μένω ξημερώματα να γράφω ακούγοντας τα τραγούδια του. Γι’ αυτό δεν ξέρω με ποιο τραγούδι να τον αποχαιρετήσω. Το μόνο που θέλω να πω είναι «Ρε Θάνο, δεν φεύγει άνθρωπος με τόση ζωή μέσα του, με τόση ζωή!»

Κάθομαι και διαβάζω στα social media τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που αποχαιρετούν τον Θάνο Μικρούτσικο. Και στοιχίζομαι πλάι σ’όλους τους ανθρώπους της γενιάς μου που τους συνόδευε παιδιά ο Μικρούτσικος στο σπίτι και στο αμάξι των γονιών. Που ξενύχτησαν με μια Άννα που έκλαιγε, με μια πυρόγα, μια Ρόζα, με έναν Νέγρο Θερμαστή. Και που στο τέλος τους έμεινε μια αποφασιστική προστακτική: «Άννα μην κλαις» και «Να γελάσεις απ’τα βάθη των χρυσών σου ματιών» και «Να μου το πεις το σ’αγαπώ και πάλι»,

Πολλοί της γενιάς μου κλαίνε γοερά τον άνθρωπο που συνόδευσε την εφηβεία τους. Θυμούνται τα τραγούδια του Σταυρού του Νότου, σε μικρές μπουάτ των Εξαρχείων, σε συναυλίες, σε αμφιθέατρα, σε ανοιχτά θέατρα, σε πλατείες (ήμουν κι εγώ εκεί). Άλλοι ευγνωμονούμε   τον Θάνο που μας σύστησε τους ποιητές, με τον μοναδικό του μελωδικό τρόπο. Που μας «εξανάγκασε» να ακούσουμε τον Χικμέτ να λέει «Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει, είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε»

 Και μετά, να ξέρουμε, πως αν χρειαστεί να ανατρέξουμε στα δύσκολα, σε ότι πιο ελπιδοφόρο, ότι πιο γενναίο, ότι πιο ουτοπιστικό χρειαζόμαστε, υπάρχει πάλι ένα ποίημα που έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο.
 
Θα ακούω πάντα τα πολλαπλά δημιουργικά σου πρόσωπα στα τραγούδια σου. Μόνη στο αυτοκίνητο, με τον γιο μου, με τον αγαπημένο μου. Θα σε θυμάμαι πάντα, όπως την τελευταία φορά που σε συνάντησα στο σπίτι σου, να υπονομεύεις κάθε σοβαροφάνεια με το χιούμορ σου ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Να κρατάς τα ουσιώδη: Τις ιδέες και τους ανθρώπους που αγαπάς. Τη Μαρία, τα παιδιά… τα τραγούδια. 

Θα κρατάω πάντα τη σύνδεση ανοιχτή όπως μου είπες: «Το πιο ανθρώπινο και το πιο πνευματικό πάνε μαζί. Μη χαθείς στον διαχωρισμό». Έστω κι αν σήμερα… μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη. Τα δώρα σου είναι εδώ. Καλό ταξίδι Θάνο μας! Σήμερα δεν υπερβάλει κανείς στον θρήνο του.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΛΑΜΠΡΙΔΗ

Μοίρασε το άρθρο!