Η φοβία του Ερντογάν για τον Μπάιντεν

Tα κυβερνητικά ΜΜΕ είχαν ήδη δημοσιεύσει, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ, σχόλια κατά του Προέδρου Τζο Μπάιντεν.

Ο Ερντογάν και η σύζυγός του τάχθηκαν ανοιχτά στο πλευρό του Τραμπ. Οι δύο πρόεδροι είχαν μία ιδιαίτερη σχέση, κοινά προσωπικά, πιθανώς εμπορικά, συμφέροντα.  Οι γαμπροί των δύο Προέδρων, Μπεράτ Αλμπαϊράκ και Τζάρετ Κούσνερ, ήταν πολύ δραστήριοι στον τομέα των πολιτικο-διπλωματικών σχέσεων.

 Ο Τραμπ εθελοτυφλούσε στις επιθετικές πολιτικές της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο. Δεν ξέρουμε πώς, αλλά είχαν καλές σχέσεις.

Ο, δε, νέος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν, είχε ήδη γνωρίσει προσωπικά τον Ερντογάν, κατά τη θητεία του ως αντιπρόεδρος στην ομάδα του Ομπάμα. Επιπλέον, ο Μπάιντεν είχε προβεί σε ιδιαιτέρως σκληρές δηλώσεις (Δεσποτικός, Ισλαμιστής…) κατά του Ερντογάν πριν από την έναρξη της προεκλογικής του εκστρατείας.

Ο Τούρκος Πρόεδρος προφανώς απογοητευμένος, για να παραδεχτεί τη νίκη του Μπάιντεν, ήταν εκ των τελευταίων αρχηγών κρατών που απέστειλαν συγχαρητήριο μήνυμα στον εκλεγμένο Πρόεδρο.

Αντιστρόφως, ενώ ο Μπάιντεν κάλεσε αρκετούς αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, ουδείς από τη νέα διοίκηση των ΗΠΑ κάλεσε τον Ερντογάν.

 Τα κυβερνητικά ΜΜΕ και εκπρόσωποι Τύπου του Ερντογάν δεν κατάφεραν να κρύψουν την αντιπάθειά τους προς τα νεοεκλεγέντα και διορισμένα μέλη της ομάδας του Μπάιντεν. Ο Μπρετ ΜακΓκουρκ, ο νέος αναλυτής του Λευκού Οίκου στο θέμα της Μέσης Ανατολής, είχε υπηρετήσει κατά το παρελθόν υπό την κυβέρνηση Τραμπ στη Συρία. Κατηγορήθηκε από τα τουρκικά ΜΜΕ ότι βοήθησε τους «Κούρδους τρομοκράτες», καθώς διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους -υποστηριζόμενους από την Ουάσινγκτον στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους- Κούρδους της Συρίας.

Η παρέμβαση, στη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, του νέου Υπουργού Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, διατάραξε την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων στην Άγκυρα. Διότι, ο νέος Υπουργός Εξωτερικών τόλμησε να αποκαλέσει την Τουρκία «υποτιθέμενο στρατηγικό εταίρο».

Όλες οι δηλώσεις των άλλων αξιωματούχων της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ είναι εξαιρετικά επικριτικές ως προς το καθεστώς της Άγκυρας. Η Ουάσινγκτον προτιμά να στηρίζει δημόσια την Ελλάδα και την Κύπρο και δεν αναφέρει καν το όνομα της Τουρκίας.

 Ο Ερντογάν φοβάται, επίσης, πολύ την Ουάσινγκτον σε δύο μέτωπα: τις ήδη ψηφισμένες από την Ουάσινγκτον κυρώσεις στην Άγκυρα, για αγορά ρωσικών πυραύλων S400, και την έρευνα των Αμερικανών εισαγγελέων εναντίον μίας τουρκικής κρατικής τράπεζας, για παραβίαση του αμερικανικού εμπάργκο κατά του Ιράν. Το όνομα του Ερντογάν και της οικογενείας του βρίσκεται σε αυτή την υπόθεση δωροδοκίας πολλών εκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων. 

Δύο ακόμη χτυπήματα έπληξαν τον Ερντογάν. Πρώτον, ένας ανώτερος αξιωματούχος των ΗΠΑ και ο εκπρόσωπος Τύπου του ΟΗΕ κάλεσαν την Άγκυρα, και τη Μόσχα και το Αμπού Ντάμπι, σε άμεση αποχώρηση από τη Λιβύη. Είναι πολύ πιθανόν ότι αυτό το κάλεσμα έχει την υποστήριξη της Ουάσιγκτον.

Δεύτερον, την ίδια ημέρα, Παρασκευή 29 Ιανουαρίου, το διεθνώς αναγνωρισμένο Κοινοβούλιο του Τομπρούκ (Λιβύη) δήλωσε ότι το Εφετείο της Λιβύης ακύρωσε την υπογραφείσα -μεταξύ της Άγκυρας και της υποστηριζόμενης από τον Ερντογάν Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας του Φαΐζ-αλ-Σάρατζ- Σύμβαση ως προς τα Θαλάσσια Σύνορα Τουρκίας-Λιβύης (στη Μεσόγειο).

Ο Ερντογάν είχε ήδη δεχθεί ένα ακόμη πλήγμα, από το «φίλο του Πούτιν»: τον αποκλεισμό της Άγκυρας από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο Καραμπάχ. Ο Πούτιν ήταν ο κυρίαρχος, ο μετρ, του παιχνιδιού, προσκάλεσε μόνον το Ερεβάν και το Μπακού.

Ο Τούρκος Πρόεδρος ήθελε να χρησιμοποιήσει τις αντιφάσεις μεταξύ Μόσχας, Ουάσινγκτον και Βρυξελλών, αλλά εφεξής καμία από αυτές τις τρεις πρωτεύουσες δεν υποστηρίζει τον Ερντογάν. Για αυτόν το λόγο, άλλωστε, ο Τούρκος Πρόεδρος άλλαξε πλέον τη στρατηγική του και θέλει να γίνει αποδεκτός από την Αθήνα, το Παρίσι και την Ουάσιγκτον ως ένας καλός συνομιλητής ή ακόμη και ως ένας καλός σύμμαχος, στον οποίο μπορεί κανείς να στηριχθεί.

Τα χαστούκια και τα φιλιά του Ερντογάν προς τις τρεις πρωτεύουσες δεν έχουν πολλές πιθανότητες να επιτύχουν το στόχο τους.  Ιδιαίτερα αποδυναμωμένος στο εσωτερικό, ανίκανος να ξεπεράσει την εντεινόμενη -από την πανδημία του κορωναϊού- οικονομική κρίση, ο Ερντογάν έχει όλο και λιγότερους φίλους και συμμάχους στην Τουρκία και το εξωτερικό.

 Ραγκίπ Ντουράν

Μοίρασε το άρθρο!