Η σκοτεινή πλευρά του εμβολίου Covid-19: Μια επείγουσα κατάσταση… «υψηλού ρίσκου»

Η πρόθεση και η πολιτική αρκετών φαρμακευτικών εταιρειών, να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες έτσι ώστε να είναι νομικά καλυμμένες σε περίπτωση που τα εμβόλια τους έχουν παρενέργειες, αποποιούμενες τις ευθύνες τους, έχει δημιουργήσει ανησυχίες και έχει εγείρει διάφορα ερωτήματα. Πόσο μάλλον, από την στιγμή που με ορισμένες εκ των οποίων, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υπογράψει συμβόλαιο (Astra Zeneca) ή βρίσκεται σε επικοινωνία, σχετικά με την ανάπτυξη και την παραγωγή εμβολίου για τον COVID-19.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Πιο συγκεκριμένα, η πρόθεση μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, είναι να μεταφέρουν τις (νομικές) ευθύνες για ενδεχόμενες παρενέργειες των εμβολίων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια εξ’ αυτών των εταιρειών, όπως προαναφέρθηκε, είναι η Astra Zeneca, με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 27 Αυγούστου υπέγραψε συμβόλαιο για 300 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου.

 Αξίζει να σημειωθεί, πως η εν λόγω βρετανική εταιρεία, έχει διακόψει δύο φορές έως τώρα τις δοκιμές της, λόγω παρενεργειών του εμβολίου. Ασφαλώς, τέτοιου είδους παρενέργειες, κατά τις πρώτες κλινικές δοκιμές, δεν αποτελούν κάτι το πρωτάκουστο.

Όμως,  οι προαναφερθείσες παρενέργειες, αν συνδυαστούν 1) τόσο με τα ρεπορτάζ ειδησεογραφικών μέσων όπως οι Brussels Times, οι Financial Times και το Reuters, στα οποία γίνεται λόγος για το πώς οι φαρμακευτικές εταιρείες αποπειρώνται να αποποιηθούν από οικονομικές υποχρεώσεις που ενδέχεται να προκύψουν λόγω ελαττωματικών εμβολίων, 2) όσο και με τις δηλώσεις υψηλόβαθμου στελέχους της Astra Zeneca πως «δεν μπορούμε εμείς, ως εταιρεία, να πάρουμε το ρίσκο, σε περίπτωση που σε τέσσερα χρόνια από τώρα, το εμβόλιο έχει παρενέργειες, για αυτό στις συμβάσεις που έχουμε συνάψει (με χώρες), ζητάμε αποζημίωση»,  τότε γίνεται ορατή η παραδοξότητα (κέρδος > ποιότητα) που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη διαδικασία.

Αξίζει βέβαια να σημειωθεί πως οι δηλώσεις που παρατέθηκαν, ανήκουν στον Ruud Dobber, ο οποίος, συνεχίζοντας, είχε αναφέρει ότι «για τις περισσότερες χώρες (με τις οποίες έχει συμφωνήσει η Astra), είναι αποδεκτό να αναλάβουν το ρίσκο». Φαίνεται λοιπόν, πως οι πολιτικές ηγεσίας των χωρών με τις οποίες έχει συνάψει συμφωνίες η εν λόγω εταιρεία, τάχθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος τόσο με τις δηλώσεις του Dobber, όσο και με τις δηλώσεις εκπροσώπων της γερμανικής φαρμακευτικής εταιρείας «Curevac», εντός του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 22 Σεπτέμβρη.

Για να γίνει όμως καλύτερα αντιληπτό ολόκληρο το πλαίσιο του ζητήματος, σημαντική είναι η αναφορά στο επίσημο κείμενο της Κομισιόν, σχετικά με την στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα των εμβολίων κατά του COVID-19. Πιο συγκεκριμένα, στο κείμενο αναφέρεται χαρακτηριστικά πως, καθώς «το μέγεθος της κρίσης σημαίνει ότι η χρονική πίεση είναι άνευ προηγουμένου», «η αναζήτηση ενός εμβολίου κατά του COVID-19 είναι ιδιαίτερα επίδοξη  λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της» .

Ενώ λοιπόν, «συνήθως, η ανάπτυξη ενός εμβολίου παίρνει πάνω από δέκα χρόνια», «ομάδες ανά όλο τον Κόσμο, λόγω της επείγουσας κατάστασης , εργάζονται με τη φιλοδοξία να παρέχουν ένα εμβόλιο μέσα στο χρονικό διάστημα των 12-18 μηνών» (σσ. το κείμενο γράφηκε τον Ιούνιο). Άρα, σύμφωνα πάντα με βάση ακριβώς τα όσα γράφει το επίσημο κείμενο της Κομισιόν, «η ανάγκη ταχείας παράδοσης, το υψηλό αρχικό κόστος και το υψηλό ποσοστό αποτυχίας καθιστούν την επένδυση σε ένα εμβόλιο COVID-19 μια απόφαση υψηλού ρίσκου». 
 
Καθότι λοιπόν, η απόφαση για την επένδυση και την ανάπτυξη ενός εμβολίου κατά του COVID-19, αποτελεί «υψηλό ρίσκο» για τις φαρμακευτικές εταιρείες, εκείνες προσπαθούν «πέρα από το να σώσουν εκατομμύρια ζωές, να σώσουν (οικονομικά) και τις ίδιες», όπως γράφουν και οι Cristopher Pitchers & Ana Lazaro Bosch στο σχετικό ρεπορτάζ  του Euronews. Ιδιαίτερη μνεία βέβαια, πρέπει να γίνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο του επίσημου κειμένου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο οποίο γίνεται λόγος για τα κριτήρια με βάση τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιλέξει τις εταιρείες που θα χρηματοδοτήσει για την ανάπτυξη του εμβολίου.
 
Πέρα λοιπόν από την επιστημονική ορθότητα, από την ταχύτητα ανάπτυξης αλλά και τα τεχνολογικά μέσα που θα χρησιμοποιηθούν, στα κριτήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρεται η έννοια «Liability», η οποία σύμφωνα με το λεξικό του Cambridge μεταφράζεται ως «το να έχεις τη νομική υπευθυνότητα για κάτι/κάποιον». Στο κείμενο λοιπόν, αναφέρεται πως κριτήριο για την επιλογή της φαρμακευτικής εταιρείας αποτελεί η «νομική κάλυψη, που θα θέσει η φαρμακευτική εταιρεία ως προϋπόθεση, εάν αυτή υπάρχει». Βέβαια, όπως γίνεται ορατό από τα παραπάνω, οι φαρμακευτικές εταιρείες θέτουν ως βασική προϋπόθεση τη νομική τους κάλυψη, η οποία συνεπάγεται την οικονομική τους ακεραιότητα, σε περίπτωση που «κάτι πάει στραβά» με το εμβόλιο. Είναι αλήθεια, πως ο χρόνος θα δείξει, κατά πόσο οι απαιτήσεις των φαρμακευτικών εταιρειών συμβαδίζουν πραγματικά με τα κριτήρια που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Αξίζει βέβαια να σημειωθεί στο σημείο αυτό, πως η στάση των φαρμακευτικών εταιρειών (με τις οποίες διαπραγματεύεται η Κομισιόν) απέναντι στη διαδικασία ανάπτυξης του εμβολίου κατά του νέου κορονοϊού, αποσαφηνίστηκε ακόμη περισσότερο στις αρχές του Σεπτέμβρη, όταν, σύμφωνα με το Euronews, οι εταιρείες αυτές ζήτησαν από την Ε.Ε. , να «χαλαρώσει» τους αυστηρούς κανόνες που έχει θεσπίσει στα υγειονομικά της πρωτόκολλα, σχετικά με τις προϋποθέσεις της διαδικασίας ανάπτυξης ενός νέου εμβολίου.
 
Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, είναι δεδομένο πως «ο Covid-19 (σσ. και η διαχείριση του) προκαλεί τεράστια ανθρώπινα και οικονομικά κόστη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Κόσμο» και «μια μόνιμη λύση σε αυτή την κρίση, είναι πιθανό να βρεθεί μέσω της ανάπτυξης ενός ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου», όπως αναφέρεται στο επίσημο κείμενο της Κομισιόν, για την στρατηγική του εμβολίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Το ζήτημα όμως είναι πως, από την στιγμή που σε μια  «Ένωση κρατών», στον παγκοσμιοποιημένο και αλληλένδετο κόσμο του 2020 όπου «καμία περιοχή δεν είναι ασφαλής μέχρι ο ιός να τεθεί παντού υπό έλεγχο» , όταν γίνεται λόγος για ένα ζήτημα (παγκόσμιας) υγείας, επικρατεί η ηθική και η νοοτροπία του κέρδους, όπως θα τη χαρακτήριζε ο Μαξ Βέμπερ, τότε το γεγονός αυτό από μόνο του, θα έπρεπε να αποτελεί τροφή για (πολύ) σκέψη.
 
Βέβαια, από την άλλη, και μόνο οι «απαιτήσεις» των φαρμακευτικών εταιρειών, την ώρα που μια πανδημία βρίσκεται σε έξαρση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για μια αλλαγή, για μια «μεταρρύθμιση της συνείδησης», ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στο μέλλον με τα νομικά κατοχυρωμένα τους «δικαιώματα», σε περίπτωση παρενεργειών.
 
Άλλωστε, όπως έλεγε και ο Καρλ Μαρξ (όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Κοέν, 2016, 153):  «Η μεταρρύθμιση της συνείδησης συνίσταται αποκλειστικά στο να αφήσουμε τον κόσμο να αντιληφθεί τη δική του συνείδηση, ξυπνώντας τον από τα όνειρα που βλέπει για τον εαυτό του, εξηγώντας του τις ίδιες του τις πράξεις».
 
Βιβλιογραφία:
Κοέν Τ. Α. (2016). Αν θέλεις την ισότητα γιατί είσαι τόσο πλούσιος; . Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Μοίρασε το άρθρο!