Η κατάρρευση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή

Μπορεί ο Λευκός Οίκος να έστησε μια ολόκληρη επικοινωνιακή επιχείρηση για να «πουλήσει» την επιδρομή των ΗΠΑ που οδήγησε στην εξόντωση του αρχηγού του Ισλαμικού Κράτους, Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, ωστόσο, όπως διαπιστώνουν ακόμη και συστημικές αμερικανικές «δεξαμενές σκέψης», όπως  Foreign Policy, αυτή η επιτυχία δεν μπορεί να διαγράψει τις ζημιές που υπέστησαν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή τους τελευταίους μήνες.

Η εικόνα που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή στους πολιτικούς κύκλους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων πλέον ανοιχτά και των Ρεπουμπλικανών, είναι πως, παρά και ενάντια  στις εξηγήσεις που έδωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τράμπ, και οι υποστηρικτές του, για να δικαιολογήσουν την απόφασή  του να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη βορειοανατολική Συρία, οι εικόνες που ακολούθησαν «αφηγούνται» μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα, με τους Αμερικανούς στρατιώτες να βρίσκονται εν μέσω  μιας χαοτικής υποχώρησης και τους συμμάχους των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του ISIS να εγκαταλείπονται στο έλεος του Ερντογάν.

Αυτό που διαπιστώνουν οι Αμερικανοί αναλυτές είναι το γεγονός, ότι τα εδάφη που κερδήθηκαν στο πεδίο της μάχης, παραδόθηκαν σε μερικούς από τους πιο επικίνδυνους αντιπάλους των ΗΠΑ. Και ότι όλα αυτά έγιναν για να μην αντιμετωπιστούν οι απειλές του Τούρκου προέδρου, παρά το ότι η Ουάσιγκτον «μπορεί» να καταστρέψει οικονομικά και στρατιωτικά την Τουρκία. Και πως, δικαίως ή αδίκως, τόσο οι φίλοι όσο και οι εχθροί των Ηνωμένων Πολιτειών έφτασαν στο συμπέρασμα ότι ο Τραμπ, παρά τους ρητορικούς λεονταρισμούς του, δεν έχει «στομάχι» να συνεχίσει τη μάχη. Ο θάνατος του Μπαγκντάντι ίσως μετριάσει, αλλά δεν μπορεί να αντιστρέψει την εξάπλωση  της πεποίθησης ότι η αποτρεπτική ικανότητα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή καταρρέει.

Αυτό άρχισε να συμβαίνει ιδιαίτερα μετά την επίθεση κατά των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας τον περασμένο μήνα, την οποία οι ΗΠΑ χρεώνουν απευθείας στο Ιράν, παρά το ότι την ευθύνη ανέλαβαν οι Χούθι της Υεμένης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν παγιδευμένες  ανάμεσα σε δυο συμμάχους με τις ίδιες, οι οποίοι, όμως, είναι ορκισμένοι εχθροί μεταξύ τους: Την Τουρκία, έναν στρατηγικά κρίσιμο αλλά όλο και πιο ενοχλητικό εταίρο και την κουρδική πολιτοφυλακή των Μονάδωνς Προστασίας του Λαού (YPG), που τσάκισαν μεν το Ισλαμικό Κράτος, αλλά που ενοχοποιούνται από την Άγκυρα για στενούς δεσμούς με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το οποίο, όπως και οι YPG, εντάσσεται από την Άγκυρα στον κατάλογο με τις «τρομοκρατικές οργανώσεις».

Για τους Αμερικανούς αναλυτές, όσο κι αν είναι ηθικά ενοχλητική η προδοσία των Κούρδων από τον Τραμπ, η απροθυμία του να διακινδυνεύσει μια στρατιωτική αντιπαράθεση με έναν σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ εμπεριέχει τουλάχιστον το ψήγμα μια στρατηγικής λογικής. Εξετάζοντας αποσπασματικά το ζήτημα, υπάρχει ίσως ένας απατηλός ισχυρισμός, ότι η Συρία είναι μοναδική περίπτωση, μια «απόκλιση» που δεν προσφέρεται για ευρύτερα συμπεράσματα σχετικά με την εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συρία δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Αντίθετα, έρχεται σαν επιστέγασμα μιας τουλάχιστον πεντάμηνης ταλάντευσης των ΗΠΑ, μπροστά σε μια κλιμακούμενη και ολοένα και πιο «επιθετική εκστρατεία» – όπως την εκλαμβάνουν οι Αμερικανοί αναλυτές – στην περιοχή από το ιρανικό καθεστώς, με αποκορύφωμα την επίθεση του περασμένου μήνα στη Σαουδική Αραβία.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Συρία κατέληξε σε φιάσκο, τόσο λόγω της εμπλοκής της Τουρκίας, όσο και του γεγονότος ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με τις YPG χρονολογούνται μόλις από το 2015, με αξιωματούχους των ΗΠΑ να αναφέρονται συνεχώς σε αυτές τις σχέσεις ως «προσωρινές, ανταποδοτικές και τακτικιστικές». 

Ωστόσο, στην περίπτωση του Ιράν δεν υπάρχουν τέτοιοι περίπλοκοι παράγοντες. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει το Ιράν ως τη μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και μεταξύ των υψηλότερων προτεραιοτήτων των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας. Ο Τραμπ διεξάγει μια εκστρατεία τεράστιας πίεσης, με στόχο να καταπνίξει την οικονομία του Ιράν και να περιορίσει την ικανότητά του να ενισχύσει τη θέση του ως περιφερειακής δύναμης.

Οι «αμυντικοί» δεσμοί της Ουάσινγκτον με το σαουδαραβικό καθεστώς μετρούν ήδη πάνω από 70 χρόνια ύπαρξης, όπως και η καθιερωμένη άποψη ότι η εξασφάλιση των πετρελαϊκών πόρων του Περσικού Κόλπου είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία της παγκόσμιας και επομένως της αμερικανικής οικονομίας. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1980, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ διατύπωσε τη δέσμευση της Ουάσινγκτον στον Κόλπο με το «Δόγμα Κάρτερ», μια ρητή δήλωση ότι η ασφάλεια της περιοχής αποτελεί ζωτικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι οι απειλές στην περιοχή από εξωτερικές δυνάμεις θα αποκρουστούν  με  κάθε αναγκαίο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής δύναμης.

Εικόνα «παράλυσης»

Ωστόσο, παρά τη σαφή αυτή και μακροχρόνια αμερικανική δέσμευση στην περιοχή και την υψηλή προτεραιότητα που δίνει η κυβέρνηση Τραμπ στην αντιμετώπιση του  Ιράν, η αντίδραση των ΗΠΑ σε μια μακρά σειρά ιρανικών «προκλήσεων» φέρει προφανείς ομοιότητες με την παράλυση που παρουσίασαν οι ΗΠΑ στη Συρία, υποδηλώνοντας ότι υπάρχει πράγματι ένα πιο θεμελιώδες και ανησυχητικό μοτίβο στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου, το Ιράν είναι υπεύθυνο για πάνω από 40 επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των απειλών κατά της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, της τρομοκρατίας και της ομηρίας πληρωμάτων. Μάλιστα, ένα ενημερωτικό δελτίο του υπουργείου αναφέρει πως στις παραπάνω επιθέσεις δεν προσμετρώνται οι αποτυχημένες, με τις οποίες, η ιρανική «επιθετικότητα» προκύπτει ακόμη μεγαλύτερη.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη από τον Ιούνιο ξεκίνησε σταδιακά, αλλά σταθερά, να προωθεί το πυρηνικό της πρόγραμμα πέρα από τα όρια που θέτει η πυρηνική συμφωνία του 2015.

Η απάντηση του Τραμπ έχει διολισθήσει σε ένα προβλέψιμο μοντέλο με την ανάρτηση υπερβολικών λεκτικών απειλών (περί τέλους» ή «εξάλειψης» του Ιράν), επιβολής περαιτέρω οικονομικών κυρώσεων, ανάπτυξης πρόσθετων στρατευμάτων και οπλικών συστημάτων στον Κόλπο, και σε τουλάχιστον δύο φορές, προχώρησε σε  περιορισμένες κυβερνοεπιθέσεις εναντίον του Ιράν. Μετά την κατάρριψη ενός αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροπλάνου στις 20 Ιουνίου στο Στενό του Ορμούζ, ο Τράμπ διέταξε πυραυλική επίθεση, αλλά τελευταία στιγμή την ακύρωσε εξαιτίας της ανησυχίας ότι οι συνέπειες θα ήταν δυσανάλογες σε σχέση με την κατάρριψη ενός drone.

Για τους Αμερικανούς αναλυτές είναι απολύτως σαφές ότι το manual της διοίκησης Τραμπ για την αποτροπή του Ιράν δεν λειτούργησε. Το αποκορύφωμα αυτής της  αποτυχίας είναι η άνευ προηγουμένου επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο Αμπκάικ της Σαουδικής Αραβίας. Πρόκειται για το πιο κρίσιμο τμήμα της ενεργειακής υποδομής στην επιφάνεια του πλανήτη, με χωρητικότητα επεξεργασίας ίση με περίπου το 7% του παγκόσμιου εφοδιασμού με πετρέλαιο. Δεν είναι υπερβολικό να ειπωθεί, ότι ακριβώς η αποτροπή των επιθέσεων εναντίον του Αμπκάικ είναι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το δόγμα Κάρτερ.

Το γεγονός ότι το Ιράν θα ρίσκαρε μια τέτοια επίθεση στην παγκόσμια οικονομία και μια τέτοια μετωπική πρόκληση σε ό,τι μέχρι τώρα ήταν ευρέως κατανοητό ως ζωτικό συμφέρον των ΗΠΑ ήταν σοκαριστικό για τις ΗΠΑ, όπως και η έλλειψη αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης ενάντια σε ιρανικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς στόχους. Ότι το Ιράν πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από μια τόσο «εξωφρενική πρόκληση» μιλάει από μόνο του για την σημερινή αξιοπιστία της αποτρεπτικής ικανότητας των ΗΠΑ, καθώς και για το επικίνδυνο σημείο προς το οποίο θα μπορούσε να βρεθεί τώρα η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με το Ιράν.

Για το Foreign Policy είναι δύσκολο μην πιστέψει ότι οι Ιρανοί ηγέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι παρά την μεγαλοστομία του, ο Τραμπ δεν θέλει καμία στρατιωτική αντιπαράθεση. Αυτή η πεποίθηση επιβεβαιώθηκε χωρίς αμφιβολία όταν, μέσα σε λίγες ημέρες από τον γεωπολιτικό σεισμό της επίθεσης στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, ο Τραμπ βρέθηκε στην θέση του απελπισμένου παρατηρητή του γαλλικού σχέδιου απευθείας διαλόγου με τον Ιρανό  πρόεδρο, Χασάν Ρουχάνι, στα Ηνωμένα Έθνη. Ο Ρουχάνι αρνήθηκε αφήνοντας κυριολεκτικά τον Τραμπ να κρέμεται από το τηλέφωνο.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ή αναστροφή της αντίληψης περί «αδυναμίας» ή «απροθυμίας» των ΗΠΑ δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Η αποστολή μερικών χιλιάδων στρατιωτών των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία είναι απίθανο να λειτουργήσει ως «τέχνασμα» για το αντίθετο. Η αποτρεπτική δύναμη των ΗΠΑ είναι σε ελεύθερη πτώση όχι επειδή το Ιράν αμφιβάλλει για τις στρατιωτικές ικανότητες της Αμερικής στην περιοχή, αλλά επειδή πιστεύει ότι ο Τραμπ δεν έχει τη βούληση να τις χρησιμοποιήσει. Αν όμως αυτή η επιλογή είναι με τη σειρά της αποτέλεσμα αντικειμενικών συνθηκών και αλλαγών στους παγκόσμιους γεωπολιτικούς συσχετισμούς – συμπέρασμα που τεκμηριώνεται και από την ανάδυση της Ρωσίας σε βασικό παράγοντα στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο – τότε, είναι πολύ δύσκολο να γίνει κάποια εικασία για το πόσο ακόμα το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ θα εξυπηρετείται από το τραμπικό «Πρώτα η Αμερική». Διότι τα «γεράκια» του Πενταγώνου και της Wall Street, θέλουν ολόκληρο τον κόσμο…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Μοίρασε το άρθρο!