Η Θεσσαλονίκη και η Στρατιά της Ανατολής

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Θεσσαλονίκη έγινε το επίκεντρο της τελευταίας πράξης του Ανατολικού Ζητήματος. Η πόλη μετατρέπεται σ’ ένα πραγματικό ανατολίτικο «Ελντοράντο» προξένων, πρακτόρων, προπαγανδιστών, συνωμοτών, ανταρτών και βέβαια εμπόρων κι επιχειρηματιών. Όλοι εποφθαλμιούσαν τη γεωστρατηγική της θέση, τις εμπορικές της δυνατότητες και βεβαίως το ζωτικότατο λιμάνι της. Ποιος, ωστόσο, θα κληρονομούσε τη “νύφη του Θερμαϊκού”;

Οι Εβραίοι, παρότι τότε η πλειοψηφία μέσα στην πόλη, δεν είχαν ούτε την ανάλογη στρατιωτική δύναμη ούτε βέβαια και την παραμικρή διάθεση για να αναλάβουν μια τέτοια ευθύνη, καθώς προτιμούσαν μια διεθνοποιημένη πόλη στα πρότυπα της Σαγκάης. Οι Βούλγαροι, αν και το επιθυμούσαν σφόδρα δεν είχαν και πολύ μεγάλες ελπίδες για να την αποκτήσουν, εφόσον η Θεσσαλονίκη τους έπεφτε μεγάλη και δύσκολα αφομοιώσιμη. Εξάλλου καμιά Δυτική ναυτική δύναμη δεν επιθυμούσε να δει τα πανσλαβιστικά σχέδια να υλοποιούνται. Απέμεναν λοιπόν οι Έλληνες, που εκτός από τα ιστορικά και εθνολογικά τους ερείσματα, ήταν ένας παραδοσιακά εμπορικός λαός και το σημαντικότερο: έλεγχαν πάντα το Αιγαίο.  

Για να επιβιώσει η Θεσσαλονίκη στους κόλπους της Ελλάδας, η τελευταία θα έπρεπε να επεκταθεί κατά μήκος όλης των βόρειων παραλί του Αιγαίου έως την Κωνσταντινούπολη, έτσι ώστε να δοθεί από τη μια στην πόλη η απαραίτητη ζωτική της ενδοχώρα και από την άλλη αποστερηθεί από τους Σλάβους κάθε διέξοδος στο Αιγαίο, πράγμα που τελικά συνέβη.

 
Τα κινήματα που γέννησε η Θεσσαλονίκη

Τα σενάρια στις αρχές του αιώνα, που αφορούσαν την τύχη των τελευταίων ευρωπαϊκών κτήσεων των Οθωμανών και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, έδιναν και έπαιρναν και όλοι οι επίδοξοι μνηστήρες έκαναν πυρετωδώς τις προετοιμασίες τους. Στη ίδια τη Θεσσαλονίκη, που είχε γίνει ένα πρώτης τάξεως βιοτεχνικό κι εμπορικό κέντρο, με το σιδηροδρομικό της σταθμό συνδεδεμένο με Κωνσταντινούπολη και Βιέννη, το λιμάνι και το τραμ της, οι κάτοικοί της παρακολουθούσαν νευρικά τις όλες κινήσεις. Όλες οι κοινότητες βρίσκονταν σε αναβρασμό.

Η Θεσσαλονίκη έμοιαζε μ’ ένα κοχλάζον καζάνι από το οποίο ξεπηδούσαν ιδέες, ρεύματα και κινήματα, που είχαν συχνά την τύχη μιας…  σαπουνόφουσκας. Τόσο το κίνημα των Νεότουρκων (1908) Ένωση και Πρόοδος, που επιδίωκε τον εκτουρκισμό όλων των εθνοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (το νεοτουρκικό μάλιστα Σύνταγμα λέγεται πως ήταν έμπνευση μιας παρέας Ντονμέδων Τούρκων, που σύχναζαν στο Κουλέ-καφέ στην Άνω Πόλη), όσο και το κίνημα του Σιωνισμού, που ζητούσε τη δημιουργία ενός εθνικού εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη, αλλά και της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, είχαν ως επίκεντρο τους τη Θεσσαλονίκη, την πόλη που διεκδικούσαν για λογαριασμό τους οι Έλληνες Μεγαλοϊδεάτες και οι Βούλγαροι Πανσλαβιστές! 

Γεγονός, που συχνά αποσιωπείται, είναι ότι κατά την περίοδο εκείνη η πόλη έβριθε από πλήθος τεκτονικών στοών (Γαλλικές, Ιταλικές, Εβραϊκές, Οθωμανικές, Ελληνικές…), στους κόλπους των οποίων ανάβλυσαν ιδέες που άλλαξαν το ρου της ιστορίας της περιοχής. Λέγεται μάλιστα ότι πολλοί που χρημάτισαν αργότερα υπουργοί (ίσως μάλιστα και ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ) στην κυβέρνηση των Νεότουρκων, υπήρξαν μέλη των Οθωμανικών στοών της Θεσσαλονίκης.
 
Τα τέκνα της Θεσσαλονίκης που άλλαξαν την Ιστορία

Πολλά σημαντικά πρόσωπα, που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της περιοχής, γεννήθηκαν κι έδρασαν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Πιο γνωστός από όλους ο Μουσταφά Κεμάλ, ο μετέπειτα Ατατούρκ, που γεννήθηκε το 1880 στην πόλη από γονείς αλβανικής και σλαβικής καταγωγής. Αν και τέκνο μιας κοσμοπολίτικης πόλης ο Κεμάλ υπήρξε θιασώτης της εθνοκάθαρσης της Μικρά Ασίας από μη μουσουλμανικά στοιχεία, από την άλλη όμως υποστήριζε φανατικά τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας πιστεύοντας ότι «η Θρησκεία που επινόησε ένας αμαθέστατος άραβας ήταν υπεύθυνη για την υπανάπτυξη των Τούρκων»!

Αλλά και ο μεγαλύτερος Τούρκος ποιητής του 20ου αιώνα, ο Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963), γεννήθηκε κι έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Ο Αβραάμ Μπεναρόγια (1887-1979) έζησε κι έδρασε στην πόλη, όπου και ίδρυσε το 1909 τη Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία, τη μεγαλύτερη του είδους της στα Βαλκάνια. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε εξάλλου και η ιδιαίτερη πατρίδα των πάμπλουτων εβραϊκών οικογενειών Αλλατίνι, Χιρς και Μοδιάνο. Ιδιαίτερα ο Σαούλ Μοδιάνο, στη βίλα του οποίου στη Θεσσαλονίκη “φιλοξενήθηκε” επί χρόνια κι ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, υπήρξε για κάποια περίοδο ο πλουσιότερος άνθρωπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας!

Από τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης ξεχώρισαν ο τραπεζίτης κι ευεργέτης Ιωάννης Παπάφης (1792-1886), ο αρχιτέκτονας Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), ο αρχιτέκτονας Ξενοφών Παιονίδης, ο καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Πέτρος Παπαγεωργίου (1859-1914), ο βυζαντινολόγος Συνόδης Παπαδημητρίου (1859-1921) και πολλοί άλλοι…
 
Μια κοσμοπολίτικη μυρμηγκοφωλιά για τη Στρατιά της Ανατολής

Στις 26 Οκτωβρίου 1912, την ημέρα δηλαδή της γιορτής του προστάτη της πόλης Αγίου Δημητρίου, τα ελληνικά στρατεύματα απελευθερώνουν τη Θεσσαλονίκη ύστερα από 482 χρόνια Οθωμανικής κατοχής. Μια νέα σελίδα ανοίγει για την ιστορική μητρόπολη, στους κόλπους πλέον του ελληνικού κράτους, που με την ενσωμάτωση της πόλης μεταφέρθηκε κυριολεκτικά σε… άλλη ήπειρο! Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Θεσσαλονίκη είχε τότε 160.000 κατοίκους, η Αθήνα 250.000 και η Κωνσταντινούπολη 1.100.000. Ήταν δηλαδή η πρώτη (και η τελευταία…) πραγματικά μεγάλη πόλη, που ενσωμάτωνε η μικρή έως τότε Ελλάδα. Αλλά τα αμέσως επόμενα χρόνια κάθε άλλο παρά ήσυχα ήταν για τη Θεσσαλονίκη.

Μετά τη δολοφονία του Βασιλιά Γεώργιου Α’, στη γωνία Β. Όλγας και Αγίας Τριάδος, αρχίζει μια νέα περίοδος πολιτικών αναταραχών στη χώρα, που οδήγησαν στο διχασμό. Στο μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1915 στρατεύματα της Αντάντ αρχίζουν ν’ αποβιβάζονται στην πόλη για να βοηθήσουν τους Σέρβους. Σχεδόν 300.000 Γάλλοι, Άγγλοι, Ιταλοί, Ρώσοι και Σέρβοι στρατιώτες της λεγόμενης «Στρατιάς της Ανατολής», συγκεντρώθηκαν στην υπερσυνωστισμένη πόλη, όπου είχαν ήδη μαζευτεί και 115.000 Έλληνες πρόσφυγες, και τη μετέτρεψαν κυριολεκτικά σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο για πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανοβουλγάρων.

Για τους Συμμάχους της Αντλάντ η πόλη έπρεπε να κρατηθεί πάση θυσία, γιατί αν περιερχόταν στην κατοχή των Γερμανών θα τους εξασφάλιζε το εμπόριο με την Ασία. Η Θεσσαλονίκη ζούσε τότε ανεπανάληπτα έντονες μέρες. Μετατράπηκε σε πραγματικά κοσμοπολίτικη μυρμηγκοφωλιά, καθώς στο αμάλγαμα του τοπικού της πληθυσμού προστέθηκε και το ετερόκλητο συνονθύλευμα της Στρατιάς της Ανατολής: οι Γάλλοι έφεραν μαζί τους Άραβες της Βόρειας Αφρικής, μαύρους από το Σουδάν, κρεόλους από τις Αντίλλες, ακόμη και Βιετναμέζους αποικιακούς στρατιώτες (ένας από αυτούς ήταν και ο Χο Τσι Μινχ). Οι Άγγλοι συνοδεύονταν από Σκωτσέζους, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και ινδικές φυλές. Υπήρχαν ακόμη Σέρβοι, Μαυροβούνιοι, Ρώσοι και Ιταλοί. Ποτέ πριν σε μια ευρωπαϊκή πόλη δεν είχαν συγκεντρωθεί τόσες πολλές κι ετερόκλητες φυλές.
 
Η “αμαρτωλή” Μπάρα

Όλη αυτή η τεράστια στρατιά δεν έπρεπε μόνον να στεγαστεί, να ντυθεί, να εφοδιαστεί με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Έπρεπε πάνω από όλα να διασκεδάσει. Νυχτερινά κέντρα, ταβέρνες, κινηματογράφοι και θέατρα ήταν πάντοτε γεμάτα. Εφόσον μάλιστα οι στρατιώτες ήταν αποκλειστικά άνδρες χρειάζονταν φυσικά και κάπου να εκτονώνουν τις… σεξουαλικές τους ορμές. Τα βαπόρια που κατέφθαναν στο λιμάνι κουβαλούσαν και καραβάνια με πόρνες, κάθε κατηγορίας, φυλής και γλώσσας, που ανέλαβαν να «ικανοποιήσουν» την τεράστια στρατιά του Σαράιγ, που αποτελούσε ταυτόχρονα και μια τεράστια “δεξαμενή τεστοστερόνης”. Οι πόρνες αυτές (κάπου 2.500!) βρήκαν καταφύγιο στην Μπάρα, κοντά στην πλατεία Βαρδαρίου, σε μια σειρά από σπιτάκια με “κόκκινα φανάρια” το ένα κολλημένο πάνω στο άλλο. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους ίσως που η Θεσσαλονίκη θεωρείται ακόμη και σήμερα ερωτική πόλη
 
Η “Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης” και η πυρκαγιά του 1917

Το 1916 ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η οργάνωση «Εθνική Άμυνα» σχηματίζουν στην
πόλη την «κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης» – εχθρικά διακείμενη προς τη γερμανόφιλη φιλοβασιλική κυβέρνηση της Αθήνας – και εισέρχεται στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Στις 5 Αυγούστου 1917, καθώς οι μάχες στο μέτωπο μαίνονταν, μια μεγάλη πυρκαγιά κατακαίει το ιστορικό κέντρο της πόλης, καταστρέφοντας 9.500 κατοικίες κι αφήνοντας άστεγους περίπου 70.000 ανθρώπους.

Η πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε την ανατολίτικη καρδιά της πόλης (80 χρόνια αργότερα, το 1997, μια άλλη πυρκαγιά θα καταστρέψει τον «πνεύμονά» της, το δάσος του Σέιχ Σου στο Χορτιάτη) υπήρξε η αφορμή για μια σειρά «πολεοδομικών παρεμβάσεων», που θα έδιναν στη Θεσσαλονίκη τη σημερινή της φυσιογνωμία. Την πολεοδομική ανασυγκρότηση της πόλης ανέλαβε ο Γάλλος αρχιτέκτονας Έρνεστ Εμπράρ, που οραματιζόταν τη νέα Θεσσαλονίκη ως πόλη-υπόδειγμα. Επειδή ωστόσο στην Ελλάδα τα οράματα δύσκολα πραγματοποιούνται, η Θεσσαλονίκη έχασε τη μεγάλη ευκαιρία να αποκτήσει ένα ιδανικό πολεοδομικό σχέδιο απαραίτητο για να αντεπεξέλθει στις μελλοντικές της ανάγκες.
 
Η Θεσσαλονίκη αναγεννιέται από την τέφρα της

Στα αμέσως επόμενα χρόνια η πόλη γνωρίζει ριζικές πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Από το 1922 άρχισαν να καταφθάνουν στο λιμάνι της καράβια υπερφορτωμένα με πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Συνολικά, περίπου 120.000 πρόσφυγες κατέφυγαν στην πόλη στη θέση των 35.000 μουσουλμάνων, που την εγκατέλειψαν ως ανταλλάξιμοι. Η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε έτσι σε προσφυγούπολη. Νέοι προσφυγικοί συνοικισμοί ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια. Συνοικισμοί καμιά φορά τρωγλοδυτών, φτιαγμένοι αρχικά από σκουριασμένες λαμαρίνες, όπως ο περιβόητος Τενεκέ-Μαχαλά.

Βέβαια, επειδή η παρηγοριά είναι σημαντική σε απελπισμένους ανθρώπους, όπως ήταν οι Θεσσαλονικείς της εποχής εκείνης, ο Υπουργός Συγκοινωνιών Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε δώσει την εξής αφελέστατη υπόσχεση: «Θαρσείτε! Υπό την τέφραν κρύπτεται Φοίνιξ Αγηρώς (σ.σ. άφθαρτος). Θα φτιάξουμε μια καινούργια πολιτεία ισάξια της Ιστορικής της αξίας. Η Θεσσαλονίκη του μέλλοντος θα είναι το μαργαριτάρι του Αιγαίου…».

Όμως η Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου κάθε άλλο παρά στα εξωραϊστικά οράματα του Παπαναστασίου και του Εμπράρ υπάκουε. Όλα υπαγορεύονταν από την ανάγκη, έστω και πρόχειρης, στέγασης του προσφυγικού πληθυσμού: «Ομορφιές θα κοιτάξωμεν τώρα; Εδώ δεν έχουμε που να στεγασθώμεν, μπιχλιμπίδια θα γυρεύωμεν;». 

Με την υποχρεωτική αναχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων της, καθώς και των λιγοστών Βουλγάρων, οι μόνοι μη-Έλληνες Θεσσαλονικείς παρέμεναν οι Εβραίοι, ο πληθυσμός των οποίων είχε μειωθεί μετά την πυρκαγιά του 1917 σε 45.000. Η εναπομένουσα εβραϊκή κοινότητα αντιμετώπιζε συχνά την καχυποψία των Ελλήνων προσφύγων, όπως αποδεικνύει η δράση της ακροδεξιάς Ε.Ε.Ε. και ο εμπρησμός στο συνοικισμό Κάμπελ. Παράλληλα η οικονομική δύναμη της άλλοτε ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας έφθινε συνεχώς. Η χαριστική βολή ωστόσο δόθηκε από τους Γερμανούς ναζί, που εφαρμόζοντας την «Τελική Λύση» συγκέντρωσαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης (1943) και τους έστειλαν με τρένα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κατεχόμενη Πολωνία, όπου και βρήκαν φρικτό θάνατο. Στο εξής η Θεσσαλονίκη θα γνώριζε μόνον τους Έλληνες.
 
* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Μοίρασε το άρθρο!