Εμβολιασμός ή βαρβαρότητα

Eνώ εδώ συνεχίζονται οι ερασιτεχνισμοί, στη Γαλλία, τα μέτρα για την Covid-19 που ίσχυαν μέχρι τώρα σε μερικές περιοχές της χώρας επεκτείνονται από αυτό το Σαββατοκύριακο σε όλη την επικράτεια. Έτσι, τα μαγαζιά και σχολεία θα παραμείνουν κλειστά και το όριο της κυκλοφορίας θα περιοριστεί στις 7 το απόγευμα για τουλάχιστον 4 εβδομάδες. Εκεί λοιπόν, όπως φαίνεται, τα ημίμετρα θεωρούνται μη-μέτρα -όχι «έξυπνα» μέτρα.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ

Παρακάτω: Ενώ εδώ ασχολούμαστε με τα self-tests, που μετά πάσης βεβαιότητος θα προκαλέσουν σύγχυση και θα αυξήσουν τον «θόρυβο» στην καταγραφή των κρουσμάτων, στη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες κάνουν κάτι πιο ορθολογικό: Περιορίζουν τη χρήση του εμβολίου της AstraZeneca, που είναι πια δεδομένο ότι έχει χαμηλότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με άλλα, στους άνω των 60 ετών. Ταυτόχρονα, διερευνούν εξονυχιστικά 62 περιστατικά θρομβοεμβολικών επεισοδίων, που καταγράφηκαν μετά τον εμβολιασμό, κυρίως σε άτομα κάτω των 60. Το ποσοστό είναι βέβαια ελάχιστο σε σχέση με τον αριθμό των εμβολιασθέντων. Δεν γνωρίζουμε όμως αν θα υπάρξουν θρομβοεμβολικά επεισόδια μετά την επαναληπτική δόση ή σε επόμενους εμβολιασμούς -που είναι πιθανό, δεδομένου ότι ο ιικός φορέας θα είναι ο ίδιος. Σε αυτή την περίπτωση, τα συμβάματα θα πολλαπλασιαστούν. Και η κάθε ζωή μετράει. 

Μιλώντας για ζωές: Περίπου 2.8 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει μέχρι στιγμής τη ζωή τους λόγω της πανδημίας, χωρίς να υπολογίζονται οι παράπλευρες απώλειες -που είναι πάρα πολλές. 

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζονται στο Our World In Data (βλέπε παραπάνω χάρτη), ο συνολικός αριθμός θανάτων από Covid-19 ανά εκατομμύριο πληθυσμού σε παγκόσμια κλίμακα είναι περίπου 600. Στην Ελλάδα είμαστε λίγο πιο πάνω από αυτό (770 ανά εκατομμύριο), αλλά πολύ πιο κάτω από τον αντίστοιχο αριθμό θανάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1.380 ανά εκατομμύριο).

Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται περίεργο ότι σε ορισμένες χώρες της Ένωσης έχουμε υπερδιπλάσιο αριθμό θανάτων συγκριτικά με την Ελλάδα (π.χ., 1.981 ανά εκατομμύριο στο Βέλγιο), δηλαδή απώλειες που ξεπερνούν τους θανάτους στη Βρετανία (1.868 ανά εκατομμύριο) και τις ΗΠΑ (1.664 ανά εκατομμύριο). Επίσης περίεργο ακούγεται ότι στην Κούβα και την Κίνα ο αριθμός των θανάτων είναι εξαιρετικά μικρός (36 και 3.6 θάνατοι ανά εκατομμύριο πληθυσμού, αντίστοιχα). Οι καχύποπτοι μπορεί να αμφισβητήσουν στοιχεία που προέρχονται από αυτές τις χώρες. Αλλά τα στοιχεία της Φινλανδίας, της Ιαπωνίας ή της Αυστραλίας (149, 72 και 36 θάνατοι ανά εκατομμύριο, αντίστοιχα) δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθούν. Κάτι λοιπόν σημαίνουν όλα αυτά. 

Οι τεράστιες διαφορές σε θανάτους που εμφανίζονται στις αναπτυγμένες χώρες οφείλονται προφανώς στις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθήθηκαν για τον έλεγχο της πανδημίας. Αυτό γίνεται ακόμα πιο πειστικό εάν συγκρίνουμε φτωχές, μεσαίες και πλούσιες χώρες. Στην Ελλάδα σωτήριο υπήρξε το έγκαιρο -και επιτυχημένο- lockdown πέρυσι, πράγμα που δεν συνέβη στη γειτονική Ιταλία.

Το lockdown, ιδίως δε το εναλλασσόμενο, δεν είναι η βέλτιστη λύση. Για αυτό, όσο αυξάνεται η κόπωση λόγω του εγκλεισμού και διογκώνονται τα προβλήματα στην οικονομία τόσο τείνουμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον εμβολιασμό. Κι εκεί όμως ακούγονται προειδοποιητικά μηνύματα, που πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν.

Σε μια πρόσφατη επισκόπηση που δημοσιεύθηκε από την People’s Vaccine Alliance (έναν συνασπισμό πολλών οργανισμών), ειδικοί επιστήμονες από 28 χώρες εκτιμούν ότι τα εμβόλια που κυκλοφορούν σήμερα παρέχουν ασφάλεια για περίπου 9 μήνες. Μετά, μπορεί να μην είναι χρήσιμα -λόγω των μεταλλάξεων- και να χρειαστεί  επανα-εμβολιασμός με τροποποιημένο υλικό. Αλλά δεν είναι μόνο -ούτε κυρίως- αυτό. Με ορισμένες (φτωχές) χώρες να υπολείπονται σημαντικά σε ποσοστό και ρυθμό εμβολιασμών, υπάρχει ο κίνδυνος να εδραιωθούν «εστίες επώασης» του ιού σε διάφορες χώρες, γεγονός που θα καθιστούσε την Covid-19 μόνιμο κίνδυνο για όλον τον κόσμο.   

Για να κατανοήσουμε τη σημασία του συστηματικού και εξαντλητικού εμβολιασμού, θα πρέπει να θυμηθούμε το ιστορικό μιας άλλης λοιμώδους νόσου, που είχε εκατομμύρια θύματα: Της ευλογιάς. Ο εμβολιασμός για την ευλογιά (δαμαλισμός) άρχισε ήδη από το 1800, αλλά η μερική και αποσπασματική εφαρμογή του δεν αναχαίτισε την εξάπλωση της. Έτσι, μέχρι το 1959, η ευλογιά ήταν υπεύθυνη για πάνω από 2 εκατομμύρια θανάτους τον χρόνο.

Αυτά συνέβαιναν στη δεκαετία του 1950, μέχρι που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δημιούργησε ένα δίκτυο συμβούλων που υποβοήθησαν την επιδημιολογική επιτήρηση σε όλες τις χώρες, ενώ ταυτόχρονα η Σοβιετική Ένωση και οι ΗΠΑ διέθεσαν δωρεάν μεγάλες ποσότητες εμβολίων για τις χώρες που δεν είχαν τη δυνατότητα να τα προμηθευτούν. Μόνο τότε περιορίστηκε η ευλογιά, για να εκριζωθεί  οριστικά μετά το 1977. Το τελευταίο θύμα πριν την εκρίζωση της ευλογιάς καταγράφηκε το 1975 στο Μπαγκλαντές και ο τελευταίος θάνατος μετά την εκρίζωσή της το 1978 στη Βρετανία (βλέπε παρακάτω χάρτη). 

Το παράδειγμα που μόλις περιέγραψα αποδεικνύει ότι εάν δεν αρθούν τα εμπόδια με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αν δεν διατεθούν επαρκείς ποσότητες εμβολίων σε όλες τις χώρες, δεν πρόκειται να υπάρξει οριστική λύση. Μήπως όμως συζητάμε για ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα, ενώ εκκρεμούν τα «επείγοντα» της πανδημίας (τήρηση των υγειονομικών κανόνων, επάρκεια νοσοκομειακών δομών και ιατρικού προσωπικού, κλπ.); 

Δεν είναι έτσι. Το περιθώριο των 9 μηνών -πριν προκύψει η ανάγκη επανα-εμβολιασμού- είναι πολύ μικρό. Υπάρχει λοιπόν η πιθανότητα, πριν καλά-καλά αναχαιτιστεί το ένα κύμα της πανδημίας, να έχουμε την εμφάνιση του επομένου -ιδιαίτερα σε χώρες με τουριστική κίνηση, όπως η Ελλάδα. Ίσως μάλιστα αυτό να έχει ήδη αρχίσει: Αν δει κανείς τις καμπύλες διασποράς της Covid-19 συναρτήσει του χρόνου, θα διαπιστώσει ότι, ενώ το πρώτο κύμα εμφανίζει μια διακριτή κορυφή, τα επόμενα δίνουν την εντύπωση ενός συνεχούς, με κορυφές είναι που είναι δυσδιάκριτες και χάνονται η μία μέσα στην άλλη. Όπως γνωρίζουμε, αυτό που μεσολάβησε ανάμεσα στο πρώτο και τα επόμενα κύματα είναι η εμφάνιση μεταλλαγμένων στελεχών με διαφορετική μολυσματικότητα και προφανώς διαφορετική απαντητικότητα στα περιοριστικά μέτρα.

Η πανδημία δεν προκαλεί μόνο ανθρώπινες απώλειες και οικονομικά προβλήματα σαν κι εκείνα που προκαλούν οι πολεμικές συρράξεις. Επηρεάζει επίσης σοβαρά τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης, τη φύση της εργασίας, την κοινωνική δυναμική· δηλαδή, το μέλλον. Οι δυνάμεις που υπολογίζουν περισσότερο την ανθρώπινη ζωή από τα κέρδη, πέρα από προτάσεις και κριτική για τα «τρέχοντα», πρέπει λοιπόν να σκέφτονται προορατικά και να ενεργούν προνοητικά.

Στο μέλλον, τα επίδικα στην πολιτική αντιπαράθεση θα είναι σίγουρα διαφορετικά. Όπως πηγαίνουν τα πράγματα, η προστασία της Υγείας, όπως και η δωρεάν Παιδεία, θα πάψουν σε κάποιο σημείο να είναι αυτονόητα δικαιώματα και θα αποτελούν αιτήματα για τα οποία θα πρέπει να (ξανα)δοθούν αγώνες. Είναι αυτό ακριβώς που κάνει την ανάγκη της κοινωνικής αλλαγής, της αλλαγής ενός συστήματος που δεν υπολογίζει την ανθρώπινη ζωή, περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ.

Μοίρασε το άρθρο!