Δημήτρης Χορν: Η λαμπερή καριέρα και ο θυελλώδης έρωτας με την Έλλη Λαμπέτη – ΒΙΝΤΕΟ

Μια ζωή την έχουμε, Αλίμονο στους νέους, Κάλπικη λίρα, Κυριακάτικο ξύπνημα: Ταινίες-σταθμοί στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου με τη μοναδική και λαμπερή παρουσία του Δημήτρη Χορν σε πρώτους ρόλους.

Από τη στιγμή της γέννησής του φαινόταν ότι θα διέγραφε μία λαμπρή πορεία στον χώρο του θεάματος. Άλλωστε ο πατέρας του ήταν θεατρικός συγγραφέας και η νονά του η θρυλική Κυβέλη. Η καριέρα του ξεκίνησε στην παιδική του ηλικία από την αγκαλιά της νονάς του ενώ η δεύτερη θεατρική του εμφάνιση ήταν και πάλι στο πλευρό της Κυβέλης, σε ηλικία τεσσάρων ετών, στο έργο “Νόρα” του Ίψεν, όπου υποδυόταν ένα από τα μικρά παιδιά της ηρωίδας.

Στα 21 του χρόνια έκανε τον πρώτο του γάμο, ενώ η συνάντηση με την Έλλη Λαμπέτη σημάδεψε τη ζωή και την καριέρα του. Έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, και πέθανε από καρκίνο στις 16 Ιανουαρίου 1998.

 
 

Ο Δημήτρης Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη. Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά που πέθανε σε ηλικία 7 ετών και τελευταίο, τον Δημήτρη Χορν. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη. Η πρώτη του εμφάνιση είναι στην αγκαλιά της Κυβέλης, στο έργο «Γειτόνισσες» του πατέρα του και η δεύτερη στην ηλικία των τεσσάρων ετών, όταν έπαιξε και πάλι με την νονά του, στη «Νόρα» του Ίψεν κάνοντας ένα από τα μικρά παιδιά της ηρωίδας.

Με τη νονά του, ξαναέπαιξε ενήλικας πλέον, σε ηλικία 31 ετών, το 1954, στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία» Την τρίτη εμφάνισή του στο θέατρο, την έκανε σε ηλικία 14 ετών, όταν εμφανίστηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στο θερινό θέατρο Παρκ, στο έργο «Μαμά Κολιμπρί» του Μπατάιγ. Το 1937 εισήχθη στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη, «Οι μοιραίοι». Αποφοίτησε το 1940 και συμμετείχε για πρώτη φορά επαγγελματικά, στη «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους με τον θίασο του Εθνικού θεάτρου στη Θεσσαλονίκη.

Το 1945 συνεργάστηκε με το θίασο Μελίνας Μερκούρη και Νίκου Χατζίσκου στο έργο «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ». Από το 1946 έως το 1950 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο. Το 1950 θα παίξει στην τρίτη του ταινία, τον «Μεθύστακα» του Γιώργου Τζαβέλλα, ταινία στην πρωταγωνιστεί ο Ορέστης Μακρής Το 1951 φεύγει με υποτροφία ενός έτους του Βρετανικού Ινστιτούτου για την Αγγλία. Μετά την Αγγλία φεύγει για την Αμερική, όπου και ενημερώνεται για την παγκόσμια θεατρική κίνηση. Γυρίζοντας, το 1952 συγκροτεί θίασο με τον Γιώργο Παππά και την Έλλη Λαμπέτη.

Από εδώ χρονολογείται ο έρωτας και η σχέση του με την Έλλη Λαμπέτη, που κράτησε για επτά χρόνια. Λέγεται πως το πρώτο συναίσθημα που ένιωσαν ο ένας για τον άλλον ήταν αντιπάθεια. Σύντομα όμως μετατράπηκε σε θυελλώδη έρωτα. Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης είχε πει στη «Μηχανή του Χρόνου», πως όταν οι δύο ηθοποιοί είχαν γύρισμα, προσπαθούσε να τους κρατήσει χωριστά τις νύχτες ώστε να μην είναι εξαντλημένοι την επόμενη μέρα στη δουλειά.

Η επαγγελματική συνεργασία του με τη Λαμπέτη περιλαμβάνει τη δημιουργία δικού τους θιάσου, αλλά και την κοινή τους εμφάνιση σε ταινίες που άφησαν εποχή. “Κυριακάτικο ξύπνημα” του Μιχάλη Κακογιάννη το 1954, την “Κάλπικη λίρα” του Γιώργου Τζαβέλλα το 1955 και το “Το κορίτσι με τα μαύρα” και πάλι του Μιχάλη Κακογιάννη το 1956. Δημοφιλής ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή του με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος Έφτασε».

Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών, σε κείμενα του Κώστα Πρετεντέρη. Ενώ συμμετείχε και σε πολλά ραδιοφωνικά θεατρικά έργα. Το 1958 γυρίζει την επόμενη μεγάλη επιτυχία του στον κινηματογράφο, την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα. Το 1959 χωρίζει από την Έλλη Λαμπέτη και συνεχίζει την θεατρική του πορεία μόνος. Το 1960 γυρίζει την ταινία «Μια του κλέφτη» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου και με συμπρωταγωνίστρια την Κάκια Αναλυτή.

Με την ερμηνεία του στην ταινία αποσπά το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά. Το 1961 κερδίζει και το δεύτερο βραβείο του – Α’ ανδρικού ρόλου – στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Αλίμονο στους νέους» του Αλέκου Σακελλάριου, ενώ το 1962 συμμετέχει στην ταινία (ένα είδος ντοκιμαντέρ) «Η Αθήνα τη νύχτα».

Το 1967 παντρεύτηκε την Άννα Γουλανδρή, η οποία μόλις είχε χωρίσει από τον πρώτο σύζυγό της, τον Λεωνίδα Παπάγο. Έζησαν μαζί μέχρι τον θάνατο της το 1988. Με τη σύζυγό του ίδρυσαν το «Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν» σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.

Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του Ε.Ι.Ρ.Τ. από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο του 1974. Υπήρξε στενότατος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α΄. Ο Δημήτρης Χορν τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του, από το 1994, έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1998, από καρκίνο. Κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.

Με βιογραφικά στοιχεία από τη Βικιπαίδεια

Μοίρασε το άρθρο!