Δέκα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα

Η είδηση του θανάτου του Θεόφιλου Σεχίδη, «ξύπνησε τις μνήμες» ενός από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα στην ελληνική ιστορία, στο οποίο ο ίδιος υπήρξε πρωταγωνιστής όταν σκότωσε και τεμάχισε πέντε μέλη της οικογένειάς του.

Βέβαια η ελληνική κοινωνία αρκετές φορές ήρθε αρκετές φορές αντιμέτωπη με ανάλογες ανατριχιαστικές περιπτώσεις, η εξιχνίαση των οποίων προκάλεσε κυριολεκτικά ανατριχίλα.

 Οι παρακάτω αποτελούν δέκα από εκείνες τις πλέον χαρακτηριστικές που έρχονται στο μυαλό πολλών:

Υπόθεση Φραντζή

Ήταν 24 Ιουνίου 1987, όταν ένας πενηντάχρονος υπάλληλος ανακάλυψε μέσα σε πλαστικές σακούλες την άτυχη γυναίκα. «Νόμιζα ότι είναι χοιρινό κρέας. Μόλις το αναποδογύρισα διαπίστωσα ότι ήταν κομμάτι από γυναικείο σώμα».

 Η Ζωή Γαρμανή, 18 ετών, δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, Παναγιώτη Φραντζή, 27 ετών, φοιτητή της Ανωτάτης Εμπορικής. Αφού τη σκότωσε, την τεμάχισε με ένα ακονισμένο χασαπομάχαιρο και τοποθέτησε τα μέλη σε δέκα πλαστικές τσάντες κι αυτές μέσα σε τέσσερις σακούλες σκουπιδιών και τις πέταξε στον κάδο απορριμμάτων του δήμου. Tο κίνητρο της δολοφονίας της άτυχης Zωής είχε αποδοθεί στην παθολογική ζήλια. Κατά την αναμενόμενα φορτισμένη ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος δεχόταν συχνά επιθέσεις και προπηλακισμούς από τους γονείς και τον αδελφό τους θύματος, που σε κατάσταση θλίψης και οργής κρατούσαν τη φωτογραφία του «ΕΘΝΟΥΣ» με το τεμαχισμένο πτώμα, ζητώντας δικαίωση.

Ο ίδιος ο Φραντζής έδωσε τη δική του εκδοχή λέγοντας: «Βγήκα εκτός εαυτού. Τα ‘χασα και δεν ήξερα τι έκανα. Την άρπαξα και την έσπρωξα με δύναμη στην άκρη του κρεβατιού, χτυπώντας το κεφάλι της, το οποίο έβγαλε και αίματα. Βρισκόμουνα, όπως αντιλαμβάνεστε σε πλήρη σύγχυση. Η Ζωή ήταν κάτω. Πλησίασα για να δω αν αναπνέει κι αν έχει σφυγμούς. Πιάνοντας το χέρι της, διαπίστωσα ότι δεν είχε σφυγμούς. Ήταν νεκρή». Ο ιατροδικαστής όμως, αποφάνθηκε ότι ο θάνατος της κοπέλας είχε προκληθεί από ασφυξία. Ο δράστης την είχε στραγγαλίσει με τα χέρια του, ενώ και στο σώμα του ίδιου υπήρχαν σημάδια πάλης που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η κοπέλα είχε προσπαθήσει να τον απωθήσει. Η δίκη του δολοφόνου ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1988 και οι λεπτομέρειες βρίσκονταν στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων. Ο Φραντζής εξέτισε 18 χρόνια για τα ισόβια στα οποία καταδικάστηκε και έκανε συνολικά έξι αιτήσεις αποφυλάκισης, μέχρι να βγει από τη φυλακή το 2005.

Τα «φαρμακωμένα» τηγανόψωμα

Ήταν Ιανουάριος του 1992 όταν επτά άτομα, μέλη και φίλοι δύο οικογενειών καταλήγουν στο νοσοκομείο σε κρισιμη κατάσταση, λόγω βαρύτατης τροφικής δηλητηρίασης. Όλοι είχαν δοκιμάσει τηγανόψωμα και ψωμί που είχαν παρασκευασθεί από την ίδια ζύμη, την οποία είχε προσφέρει ως «δώρο» στις οικογένειες η 56χρονη γειτόνισσα, Μαρία Σαμπανιώτη.

Οι τοξικολογικοί έλεγχοι στα τρόφιμα αλλά και στα θύματα, ήταν σαφείς: Παραθείο. Τρείς άνθρωποι μετά από μέρες στην εντατική, χάνουν τελικά τη ζωή τους. Οι δικαστικές αρχές στρέφονται κατά της Μαρίας Σαμπανιώτη, κατηγορώντας την ότι θέλησε να εκδικηθεί τις δύο οικογένειες, καθώς δεν επιθυμούσαν το γάμο των δύο γιων τους με τις κόρες της 56χρονης.

Η ίδια από την πρώτη στιγμή ενώπιον του ανακριτή, αρνείται τις κατηγορίες: “Δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανέναν. Κάποιος άλλος έβαλε στο μάτι την οικογένειά μου κι επειδή αυτή τη ζύμη την είχα φτιάξει για το σπίτι μου, έριξε δηλητήριο μέσα όταν εγώ έλειπα για ψώνια”.

Η θέση της δεν άλλαξε ποτέ, μέχρι να τελεσιδικήσει η υπόθεση το 2000, έχοντας περάσει τρεις ακροαματικές διαδικασίες. Η “φαρμακούλα”, όπως την φώναζε ο κόσμος κατά την είσοδό της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν κατάφερε να πείσει την ελληνική Δικαιοσύνη.

Το 1993, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και στη συνέχεια το Μικτό Ορκωτό Εφετείο το 1997, την καταδικάζουν σε τρεις φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 25 έτη, χωρίς ελαφρυντικά, για τρεις ανθρωποκτονίες και τέσσερις απόπειρες ανθρωποκτονίας.

Αργότερα, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την καταδικαστική απόφαση του ΜΟΕ, κι έτσι η δίκη σε δεύτερο βαθμο επαναλαμβάνεται. Παρά τις ελπίδες της κατηγορούμενης, που επιμένει στην αθωότητά της, το δικαστήριο και πάλι επικυρώνει την πρωτόδικη απόφαση, το 2000.

Η Μαρία Σαμπανιώτη παρέμεινε στη φυλακή συνολικά 19 χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 2011, λόγω της καλής συμπεριφοράς της στη φυλακή.

Ο παιδοκτόνος Δουρής

Ο Μανώλης Δουρής τον Δεκέμβριο έβγαινε στα κανάλια ζητώντας να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού του για να μπορέσει να πάρει εκδίκηση.

Ο εξάχρονος γιος της Γεωργίας και του Μανώλη Δουρή είχε βρεθεί νεκρός και κακοποιημένος σεξουαλικά σε μια μάντρα κοντά στο σπίτι του ζεύγους. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή το άτυχο αγοράκι είχε πεθάνει από ασφυξία αφού πρώτα είχε βιαστεί.

Αν και στην αρχή ο Δουρής παρουσιαζόταν ως χαροκαμένος πατέρας, η αστυνομία δεν άργησε να τον υποψιαστεί και ξεκίνησε έτσι μια δίκη που συντάραξε το πανελλήνιο.

Ο Δουρής είχε πολεμήσει στην Κύπρο και οι γιατροί που τον εξέτασαν είπαν πως τα  ψυχολογικά προβλήματα που είχε επιδεινώθηκαν από τα όσα είδε στον πόλεμο. Ο ίδιος κατηγόρησε τη γυναίκα του και εμφανιζόταν αβέβαιος για το αν είχε διαπράξει ή όχι το έγκλημα αν και στην αρχή ομολόγησε.

«Αν το έκανα εγώ να τιμωρηθώ. Θα είσαι ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου, όπως εσύ το ζήτησες μαζί με τον εραστή σου με τον οποίο σκοτώσατε το Νίκο», μονολογούσε προς την γυναίκα του.

Ο συνήγορος του υποστήριζε με βεβαιότητα πως ο πελάτης του ήταν αθώος. Μάλιστα και ο ιατροδικαστής είπε πως οι τρίχες που βρέθηκαν στο άψυχο σώμα του εξάχρονου δεν άνηκαν στον πατέρα του. «Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των εγκληματολογικών εργαστηρίων μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω η ταυτότητα του δολοφόνου του παιδιού. Μπορεί άλλος να είναι ο βιαστής κι άλλος ο δολοφόνος», δήλωσε στην Ελευθεροτυπία ο καθηγητής εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης που ερεύνησε το θέμα.

Το δικαστήριο πάντως έκρινε τον Δουρή ένοχο για όλες τις κατηγορίες.

Άλλαξε μέσα σε 2 χρόνια τέσσερα σωφρονιστικά ιδρύματα καθώς έπεσε θύμα του «νόμου της φυλακής» όσο αφορά τους παιδοκτόνους και τους βιαστές. Ξυλοκοπήθηκε και βιάστηκε αλλεπάλληλες φορές μέχρι που βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί του.

Ο «Χάνιμπαλ» της Θάσου

Χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στην Ελλάδα. Οι πέντε δολοφονίες συγγενικών του προσώπων, που διέπραξε ο 24χρονος φοιτητής Θεόφιλος Σεχίδης σε διάστημα μικρότερο των 24 ωρών στη Θάσο, προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη και αποτέλεσε θέμα για διδακτορικό στην Ψυχιατρική και αντικείμενο μελέτης από ιατρικούς, εγκληματολογικούς και δικαστικούς κύκλους.

Τον Αύγουστο του 1996 ο ίδιος ξεκλήρισε ολόκληρη την οικογένειά του, δολοφονώντας τους γονείς, την αδερφή, τη γιαγιά και έναν θείο του. Αφού τεμάχισε τα πτώματα, στη συνέχεια πέταξε μερικά κομμάτια στη χωματερή της Καβάλας, ενώ κάποια άλλα τα είχε φυλάξει στην κατάψυξη του σπιτιού του.

Απολογούμενος είπε στην αστυνομία πως ο λόγος των αποτρόπαιων πράξεών του ήταν το γεγονός πως δεν του αποκάλυπταν την ταυτότητα της πραγματικής του μητέρας, ενώ σε άλλο σημείο της απολογίας ανέφερε ότι όλα τα θύματα του επιτέθηκαν, με συνέπεια να τους σκοτώσει ευρισκόμενος σε άμεηνα.

Καταδικάστηκε σε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη. Έζησε  έγκλειστος στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών από το 1996 και το μόνο που έκανε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ήταν να ακούει Μπαχ, Μότσαρτ και Τσαϊκόφσκι και να ζωγραφίζει. Πέθανε χθες σε ηλικία 46 ετών από παθολογικά αίτια.

  Ο serial killer ταξιτζής

Ήταν 6 Αυγούστου του 1987 όταν ο Δημήτρης Βακρινός, ταξιτζής στο επάγγελμα αποφάσισε να σκοτώσει με σιδηρολοστό τον συγκάτοικο του Παναγιώτη Γαγλία για μια ασήμαντη αφορμή. Αυτή θα ήταν και η αρχή μιας σειράς δολοφονιών από έναν άνθρωπο υπεράνω υποψίας. Ο πρώτος serial killer της Ελλάδας ή αλλιώς ο «δολοφόνος με το κράνος» όπως τον είχαν χαρακτηρίσει, καθώς συνήθιζε να πυροβολεί φορώντας το κράνος του μοτοσικλετιστή, μόλις είχε ξεκινήσει την δράση του. Πραγματοποίησε άλλες τέσσερις δολοφονίες, καθώς κι άλλες πέντε απόπειρες δολοφονίας.

Συνελήφθη στις 12 Μαΐου του 1997, Στην κατάθεση του ομολόγησε δύο δολοφονίες και αποκάλυψε και άλλες τρεις.

Στις 25 Μαΐου βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Κορυδαλλού, πριν προλάβει να δικαστεί.

Οι ειδικοί έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο με ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο που είχε τις ρίζες του στην τραυματική του παιδική ηλικία. Είχε μειωμένη αυτοεκτίμηση και συμπλεγματική συμπεριφορά, γεγονός που τον οδηγούσε στο να διαπράττει φόνους για ασήμαντους λόγους, απλά και μόνο επειδή θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο. Το χειρότερο που θα μπορούσε κάποιος να του πει, ήταν ότι ήταν κοντός. Αυτό ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη, καθώς, όπως είπε σε μια αναπαράσταση, την ώρα της δολοφονίας… «ψήλωνε». …

Ο «δράκος της Δράμας» με τις δεκάδες θαυμάστριες

«Ευχαριστώ! Τι βάζετε τέτοιες ποινές; Τόσα χρόνια θα ζήσουμε; Στείλτε με στο απόσπασμα γιατί αν βγω έξω, πάλι τα ίδια θα κάνω». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του Κυριάκου Παπαχρόνη γνωστού και ως «Δράκου της Δράμας», όταν άκουσε την ποινή που του επέβαλε το δικαστήριο στα τέλη του 1982.

Είχε καταδικαστεί σε ποινή δις εις θάνατον και κάθειρξη 23 ετών, αλλά η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια φυλάκιση. Το κατηγορητήριο ήταν βαρύ και περιελάμβανε ανθρωποκτονίες, βιασμούς, απόπειρες ανθρωποκτονίας και βιασμούς, σωματικές βλάβες, εμπρησμούς, βομβιστικές επιθέσεις.

«Το ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το παιδί. Πάντα έτρωγε πρώτα το γλυκό και μετά το φαγητό», ήταν τα λόγια της μητέρας του, όταν δημοσιογράφοι την ρώτησαν για τον γιο της.

Όταν έγιναν γνωστοί οι φόνοι και οι βιασμοί στη κοινωνία της Δράμας, σύσσωμο το αστυνομικό σώμα αλλά και ο στρατός άρχισαν να αναζητούν τον ένοχο. Μάλιστα και ο ίδιος ως έφεδρος αξιωματικός, πήρε μέρος στις έρευνες για τον εντοπισμό του. Τελικά στα ίχνη του οδηγήθηκαν χάρη στις πληροφορίες που συγκέντρωσαν δυο άλλοι αξιωματικοί. Τα θύματα που είχαν γλιτώσει, είχαν πει στην αστυνομία, πως ο δράστης φορούσε στρατιωτική στολή.

Ενώ στην αρχή αρνήθηκε κάθε κατηγορία, τελικά έσπασε και παραδέχτηκε τα εγκλήματα. Εκείνο που τον ερέθιζε ήταν ο ήχος των τακουνιών.

«Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφθανα στο μεγαλείο. Την χτυπούσα, τελείωνε», δήλωσε στην απολογία του.

Όσο βρισκόταν στη φυλακή λάμβανε δεκάδες γράμματα από θαυμάστριες που δήλωναν γοητευμένες.

Πλέον, αφού εξέτισε ποινή 22 ετών, ζει στην επαρχία και είναι αρραβωνιασμένος.

Ο δολοφόνος με λευκό βανάκι

Τον χειμώνα του 1995 εντοπίστηκαν τα τεμαχισμένα πτώματα δυο ιερόδουλων και στις «πιάτσες» ξέσπασε πανικός. Η αστυνομία είχε αποφανθεί ότι πρόκειται για κάποιον κατά συρροή δολοφόνο.

Μετά από έρευνες οι υποψίες στράφηκαν στον 22χρονο Αντώνη Δαγκλή. Η μόνη κοπέλα της οποία είχε λυπηθεί είχε πει στις αρχές πως την είχε βάλει μέσα σε ένα λευκό βανάκι.

Ο Δαγκλής είχε ταραγμένη παιδική ηλικία. Ο πατέρας του τον κακοποιούσε, ενώ η μητέρα του είχε αναγκαστεί, λόγω των οικονομικών τους προβλημάτων, να καταφύγει στην πορνεία. Μάλιστα, ο ίδιος την είχε δει να συνευρίσκεται με πελάτη και όπως δήλωσε αργότερα, αυτό ήταν που τον έκανε να μισεί όλες τις ιερόδουλες.

Στη δική υποστήριξε πως δεν πήγαινε με σκοπό να δολοφονήσει τις ιερόδουλες.

«Το ‘χω μετανιώσει και ζητώ επιείκεια. Πήγαινα κανονικά μαζί τους για μια σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει, τη μητέρα μου με κάποιον… Δεν θυμάμαι πώς έφτανα μέχρι εκεί. Εκείνες τις στιγμές ήμουν εκτός εαυτού. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι ένιωθα. Τα πτώματα τα τεμάχισα μάλλον από μίσος. Φοβόμουν μήπως με συλλάβουν. Συνεχίζω να τις μισώ. Δεν ξέρω γιατί. Άκουγα φωνές, πάντα είχα αυτή την επιθετικότητα. Είναι θολό το μυαλό μου. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πώς νιώθω που με βαρύνουν αυτές οι κατηγορίες».

Ο Αντώνης Δαγκλής καταδικάστηκε το 1997 σε 13 φορές ισόβια. Στις 2 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί .

Οι σατανιστές της Παλλήνης

Μια 14χρονη μαθήτρια και μια 28χρονη μητέρα δυο παιδιών ήταν τα θύματα των Δημητροκάλη, Κατσούλα και Μαργέτη, των σατανιστών της Παλλήνης.

Οι τρεις τους είχαν οδηγήσει τις δυο άτυχες κοπέλες σε ερημικές περιοχές στης Παλλήνης και αφού της είχαν δέσει, χτυπήσει και βιάσει τις πρόσφεραν ως θυσία στον Σατανά.

Όταν τελικά συνελήφθησαν, οι λεπτομέρειες που είπαν στους ανακριτές ήταν ανατριχιαστικές και η ιστορία είχε προκαλέσει πανικό και μούδιασμα στην ελληνική κοινωνία που πρώτη φορά άκουγε για σατανιστές.

Η ιστορία των σατανιστών συνέπεσε με την άνθηση των ιδιωτικών καναλιών και το θέμα μονοπωλούσε τα δελτία ειδήσεων. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του Τύπου οι δράστες ήταν λιγομίλητοι και δεν έκαναν δημόσια πολλές αποκαλύψεις. Ωστόσο, ο ένας έριχνε τις ευθύνες στον άλλο.

Η Μαργέτη και ο Δημητροκάλης έδειχναν ως εγκέφαλο των αποτρόπαιων πράξεών τους τον Ασημάκη Κατσούλα. Οι δυο νέοι έκαναν αναφορές στις τελετές μύησης αλλά και στα σεξουαλικά όργια που έκαναν στο όνομα του Σατανά.

Τελικά, την 1η Ιουλίου 1995 το δικαστήριο καταδίκασε τον Ασημάκη Κατσούλα σε δύο φορές ισόβια κάθειρξη και πρόσκαιρη κάθειρξη 12 ετών και 10 μηνών. Επίσης, τον Μάνο Δημητροκάλλη σε δύο φορές ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη 9 ετών και 10 μηνών. Η Δήμητρα Μαργέτη καταδικάστηκε σε κάθειρξη 17 ετών και 4 μηνών για απλή συνέργεια σε κάθε μία από τις ανθρωποκτονίες και αρπαγή ανηλίκου. Το μόνο που της αναγνωρίστηκε ήταν η ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας.

Δημητροκάλης και Μαργιέτη έχουν ήδη αποφυλακιστεί, ενώ ο Ασημάκης Κατσούλας μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, αποφυλακίστηκε τελικά το 2016.

Υπόθεση Άλεξ

Ήταν Φεβρουάριος του 2006 όταν τα ίχνη του Άλεξ Μεσχισβίλι από τη Βέροια χάθηκαν μετά από μια καθιερωμένη μπάσκετ. Παρότι πραγματοποιήθηκαν εξονυχιστικές έρευνες σε κάθε πιθανό σημείο της πόλης και ανακρίθηκαν σχεδόν όλοι οι πιθανοί εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, η επίσημη εκδοχή, θέλει τον Άλεξ να έπεσε θύμα βίαιης επίθεσης από πέντε συνομηλίκους του η οποία αποδείχθηκε μοιραία για τον ίδιο.

Παρά τις ατέρμονες ώρες τηλεοπτικού χρόνου και τις εκκλήσεις της Νατέλα Ιτσουαιτζε για βοήθεια, η Αστυνομία ξεκίνησε τις έρευνες στα μέρη όπου τα παιδιά είχαν μεταφέρει το πτώμα αλλά δε βρήκε κανένα ίχνος. Παρόλα αυτά οι Αρχές της Θεσσαλονίκης ανέκρινε τα πέντε παιδιά τα οποία τελικά ομολόγησαν το αποτρόπαιο έγκλημα.

Η υπόθεση έκλεισε τυπικά δυο χρόνια μετά την εξαφάνιση του Άλεξ ενώ πέντε ανήλικοι-δύο Ελληνόπουλα, ένας Αλβανός, ένας Ρουμάνος και ένας Βορειοηπειρώτης-καταδικάστηκαν για την εξαφάνιση και τη δολοφονία του. Καταδικάστηκε επίσης και ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων για ψευδορκία και υπόθαλψη εγκληματία.

Η σορός δεν βρέθηκε ποτέ, ενώ η μητέρα του Αλεξ, με μία απόπειρα αυτοκτονίας στο ιστορικό της, και μία αποζημίωση 150.000 ευρώ συνεχίζει να ψάχνει το πτώμα του παιδιού της.

Ο Ταϊλανδός μπάτλερ και η ανεξιχνίαστη δολοφονία της οικογένειας Χρυσαφίδη

Το τετραπλό έγκλημα έγινε τον Ιούνιο του 1991 σε μια πολυτελή βίλα στην Εκάλη. Εκεί έμενε η οικογένεια Χρυσαφίδη. Ο πατέρας, Μιχάλης Χρυσαφίδης ήταν γνωστός βιομήχανος, παντρεμένος με την Ελίζαμπεθ (Λιζ), βρετανίδα υπήκοο και έχοντας αποκτήσει δύο γιους, τον 16χρονο Μιχάλη και τον 18χρονο Γιώργο.

Εντός της οικίας τους ζούσε και ο 28χρονος Ταϋλανδός μπάτλερ Πρασέρτ Σερτουασάνα.

Όλα φαίνονται να έγιναν την 17η Ιουνίου. Ήταν η τελευταία φορά που είδε κάποιος την οικογένεια Χρυσαφίδη, όταν η Αγγελική Παπαλεξανδράτου τους επισκέφτηκε στη βίλα τους. Όπως είπε η ίδια εκ των υστέρων στην Αστυνομία, στο σπίτι εκείνη την ημέρα βρισκόταν ολόκληρη η οικογένεια. Η κα.Παπαλεξανδράτου έφυγε τα μεσάνυχτα από τη βίλα τους και τους άφησε όλους ζωντανούς.

Το θρίλερ ξεκίνησε το επόμενο πρωί, όταν ο Μιχάλης Χρυσαφίδης δεν έδωσε σημεία ζωής στο εργοστάσιο του. Από το εργοστάσιο, κάλεσε στο τηλέφωνο της οικίας ο Διευθυντής Πωλήσεων κ.Γεωργιάδης, ο οποίος ενημερώθηκε από τον μπάτλερ, ότι η οικογένεια έφυγε εκτάκτως για διακοπές και πως θα επέστρεφε στις 28 Ιουνίου.

Επιπλέον, οι γείτονες θα έβλεπαν τις επόμενες μέρες στην πόρτα του σπίτιου της οικογένειας, κολλημένο ένα χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο έγραφε ότι εκείνοι έλειπαν σε διακοπές και ότι θα επέστρεφαν στις 28 του ίδιου μήνα.

Δυστυχώς, η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη. Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν να συνεργαστούν με την Ταϊλάνδη για την ανάκριση του Σερτουσουάνα, αλλά δεν έλαβαν θετική απάντηση.

Το 1993 και ξανά το 1995, έφτασαν στην Ελλάδα, Ταϊλανδοί αξιωματικοί, οι οποίοι συζήτησαν την υπόθεση με την ελληνική αστυνομία, αλλά δεν κατέληξαν πουθενά.

Παρά την αγριότητα της δολοφονίας και το σοκ που προκάλεσε στην ελληνική κοινωνία, δεν συνελήφθη ποτέ κανείς ούτε δόθηκε ποτέ απάντηση στα ερωτήματα που βασάνιζαν φίλους και συγγενείς. Βασικός ύποπτος ήταν ασφαλώς ο Σερτουσουάνα, αλλά οι αρχές υποπτεύονταν ότι είχε συνεργούς, καθώς η Λιζ Χρυσαφίδη πέθανε, αφού αυτός είχε φύγει για την Ταϊλάνδη.

Ένα άλλο στοιχείο που προβλημάτισε την αστυνομία ήταν η διαθήκη του Χρυσαφίδη. Υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα του ίδιου, που όριζε ότι αν πέθαιναν όλα τα μέλη της οικογένειάς του, η περιουσία του θα πήγαινε στον ανιψιό του. Η έρευνα της αστυνομίας δεν κατέληξε πουθενά ούτε θεωρήθηκε ποτέ ύποπτος ο συγγενής.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΕΡΒΑΣ

Μοίρασε το άρθρο!