Ένας εμπορικός πόλεμος που μπορεί να εξελιχθεί σε «όλεθρο»

Την ώρα που o εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δείχνει να οδηγείται στην κορύφωσή του, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκφράζουν έντονες ανησυχίες σχετικά με τις πραγματικές συνέπειές του, κάποιες από τις οποίες γίνονται ήδη ορατές.

Μια από αυτές καταγράφεται σε έκθεση του Συνδέσμου του Κλάδου Υπολογιστικής Τεχνολογίας (Computing Technology Industry Association, CompTIA), ο οποίος είναι ο κορυφαίος εμπορικός σύνδεσμος για τον παγκόσμιο τεχνολογικό κλάδο. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι αν και οι εξαγωγές αμερικανικών τεχνολογικών προϊόντων στην Κίνα αυξήθηκαν το 2018, η κλιμάκωση των εντάσεων στο εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ και να πλήξει τις αμερικανικές κατασκευάστριες εταιρείες.

Οι κίνδυνοι για τις αμερικάνικες επιχειρήσεις

Ανάλογους φόβους εκφράζουν αναλυτές πολλών αμερικάνικων μέσων, όπως το The Atalantic  αλλά και το Foreign Policy. Όπως επισημαίνουν, η κλιμάκωση του πολέμου εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ με τη λήψη μέτρων κατά της Huawei δείχνει μια λάθος ανάγνωση της συγκυρίας, θυμίζοντας εποχές Ψυχρού Πολέμου. Σημειώνουν δε με νόημα πως το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των δασμών που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πέσει στις πλάτες αμερικάνικων εταιριών. Την ίδια στιγμή, οι απειλές για αύξηση των δασμών και σε άλλους τομείς εισαγωγών κατά 300 δις. δολάρια έχει προκαλέσει νευρική κρίση σε πολλούς οικονομικούς παράγοντες. Κάτι ανάλογο ισχύει και σε ό,τι έχει να κάνει με την αύξηση των τιμολογίων σε εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα για λόγους εθνικής ασφάλειας, η οποία παρότι δεν ισχύει πλέον για χώρες όπως ο Καναδάς και το Μεξικό, εξακολουθεί να ισχύει για την Κίνα.

Την ίδια στιγμή πάντως, το αυτί του Αμερικάνου προέδρου δε φαίνεται να ιδρώνει ιδιαίτερα. Αντίθετα, φροντίζει να κάνει όλο και πιο επιθετική τη ρητορική του, κατηγορώντας την κινέζικη κυβέρνηση για «άκρως επιθετική πολιτική. αλλά και για «ανελέητο πόλεμο εις βάρος των Αμερικάνων εργαζομένων τα τελευταία 20 χρόνια». Την ίδια στιγμή, ακόμη κι ο επικεφαλής της αμερικάνικης αντιπροσωπείας στις εμπορικές συνομιλίες με την Κίνα φροντίζει να υποβαθμίσει την αξία τους, προεξοφλώντας την αποτυχία στις όποιες διαπραγματεύσεις.

Τι θα συμβεί όμως στην περίπτωση που η Κίνα δεν δείξει να «μασάει» από τη συγκεκριμένη στρατηγική της αμερικάνικης κυβέρνησης; Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς. Το βασικό ζήτημα είναι μέχρι ποιου σημείο μπορούν να τραβήξει το σχοινί η αμερικάνικη πλευρά. Πολλοί πάντως εκτιμούν πως τα περιθώρια που έχει είναι αρκετά μικρά, καθώς η οικονομία των ΗΠΑ μοιάζει αρκετά «εκτεθειμένη» στον κινέζικο παράγοντα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της Huawei, την οποία έχουν βάλει στο στόχαστρο τόσο η κυβέρνηση Τραμπ  όσο και εταιρίες κολοσσοί στον τομέα της τεχνολογίας, όπως η Google. Πόσο συμφέρει όμως μια τέτοια διαμάχη από τη στιγμή που η εν λόγω εταιρία  μόνο την περσινή χρονιά επένδυσε 11 δισ. δολάρια σε σε συναλλαγές με Αμερικάνους επενδυτές, ποσό διόλου αμελητέο μέσα στο σύνολο των 737 δις. δολαρίων που επενδύθηκαν στις διμερείς συναλλαγές.

Τα αντίμετρα και ο κίνδυνος γενικευμένης «πυρηνικής σύρραξης»

Από την άλλη, δυσβάσταχτο για την αμερικάνικη πλευρά φαντάζει και το κόστος των αντίμετρων με τα οποία ετοιμάζεται να απαντήσει ο Σι Ζιπίγκ. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με πληροφορίες, ο Κινέζος πρόεδρος έχει δεχτεί εισηγήσεις για επιβολή εμπάργκο στην εξαγωγή σπάνιων πρώτων υλών στις ΗΠΑ. Μια τέτοια εξέλιξη είναι μάλλον εφιαλτική για πολλές αμερικάνικες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, τα διυλιστήρια πετρελαίου των ΗΠΑ βασίζονται στις εισαγωγές σπανίων γαιών ως καταλύτες για τη μετατροπή του αργού πετρελαίου σε βενζίνη και καύσιμο αεριωθουμένων. Παράλληλα, μαγνήτες που χρησιμοποιούνται σε  ακουστικά, ανεμογεννήτριες ή ηλεκτρικά αυτοκίνητα βασίζονται σε πρώτες ύλες, τις οποίες παράγει κατά κύριο λόγο η Κίνα.

Η ενεργοποίηση πάντως ενός τέτοιου σεναρίου θα μετέτρεπε, σύμφωνα με τους αναλυτές, τον εν εξελίξει εμπορικό πόλεμο σε «γενικευμένη πυρηνική σύρραξη», καθώς θα είχε ευρύτερες συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα όμως θα έπληττε και το προφίλ της Κίνας ως παγκόσμιου προμηθευτή πρώτων υλών. Σε κάθε περίπτωση, με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένο ο βασικός φόβος που ενυπάρχει στους κόλπους των διεθνών οικονομικών και πολιτικών αναλυτών έχει να κάνει με την πιθανότητα αλληλοεξουδετέρωσης μεταξύ των δυο παγκόσμιων δυνάμεων. Εκείνο που κάνει μάλιστα ακόμη μεγαλύτερο τον κίνδυνο είναι το πόσο «στενά δεμένες» είναι οι οικονομίες των δύο χωρών.

Στο μυαλό του Τραμπ

Κανείς όμως δεν μπορεί στην παρούσα φάση να ανιχνεύσει τις πραγματικές διαθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Αρκετοί θεωρούν πως η διαμάχη με την Κίνα θα είναι ένα από τα βασικά όπλα στη φαρέτρα του ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2020. Άλλωστε, η επιθετική ρητορική απέναντι στην Κίνα ήταν στο επίκεντρο της ρητορικής  του και στην προεκλογική καμπάνια του 2016.

Τώρα όμως δεν έχουμε να κάνουμε με τη ρητορική ενός υποψηφίου προέδρου, αλλά με τις αποφάσεις ενός προέδρου, οι οποίες επενδύονται με επιχειρήματα κινδύνων για την εθνική ασφάλεια. Μόνο που αυτή την «εθνική ασφάλεια» θα κληθεί να την πληρώσει πολύ ακριβά ο μέσος Αμερικάνος καταναλωτής, ο οποίος εδώ και χρόνια είχε στραφεί σε προϊόντα κινέζικων εταιριών ως  μια ποιοτική αλλά και οικονομική λύση. Η επέκταση του εμπορικού πολέμου θα έπληττε λοιπόν καίρια την μέση αμερικάνικη οικογένεια.

Μόνο που όλα τα παραπάνω πιθανότατα μοιάζουν «ψιλά γράμματα» για τον Ντόναλντ Τραμπ. Για αυτόν το chicken game απέναντι στην Κίνα είναι business as usual , ακόμη κι αυτό προκαλέσει «πόνο» για τις επιχειρήσεις αλλά και τους καταναλωτές στη χώρα του. Μόνο που, όπως σημειώνουν αναλυτές, αυτός ο πόνος θα αφήσει κάποιο ανεξίτηλο σημάδι. Κι αυτό το σημάδι δεν μπορεί κανείς να ξέρει τι επίδραση θα έχει σε ό,τι αφορά το μέλλον του Αμερικάνου προέδρου.  

Μοίρασε το άρθρο!